Αρχική Ματιά
Νέο στη Ματιά
  ΕΙΔΑ .:ΤΑΞΙΔΙΑ .:ΣΥΝΤΑΓΕΣ .:ΒΙΒΛΙΑ .:ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ .:ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ .:ΔΙΑΦΟΡΑ .:ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ .:ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ .:ΤΥΧΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ  
 
 
 
Βίοι Αγίων... Αρχική Βιβλιοθήκης ...O Αββάς Δανιήλ της Σκήτεως!
Για να επιστρέψετε στους Βίους Αγίων κάντε κλικ εδώ! Για να επιστρέψετε στην Θρησκεία κάντε κλικ εδώ!
 

O Αββάς Δανιήλ της Σκήτεως

 
της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη
 

Ο Αββάς Δανιήλ «ο της Σκήτεως», ο «νέος Αβραάμ και ξενοδόχος του Χριστού», όπως τον αναφέρουν οι σχετικές πηγές του βίου του, έζησε κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνος, σύμφωνα με τις εσωτερικές μαρτυρίες των διηγήσεων. Μεταγενέστερος του Αββά Δανιήλ που αναφέρεται στο Γεροντικό, υπήρξε μοναχός και κατόπιν ηγούμενος του φημισμένου μοναστικού οικισμού της Σκήτεως στη βυζαντινή Αίγυπτο. Η αγιότητά του, βέβαια, είχε αναγνωριστεί και στους άλλους μοναστικούς οικισμούς της Αιγύπτου και στην πόλη της Αλεξάνδρειας και ήταν παντού σεβαστός.
Παρά το ότι δεν έχει παραδοθεί πλήρης βίος του Αββά Δανιήλ της Σκήτεως, ούτε ημερομηνία της μνήμης του, υπάρχουν πολλές διηγήσεις σχετικές μ’ αυτόν, διάσπαρτες σε αρχαία χειρόγραφα, οι οποίες κατεγράφησαν πιθανότατα από μαθητές ή γνωρίμους του Αββά και αργότερα μεταφράστηκαν στα συριακά, κοπτικά, αιθιοπικά, αραβικά.
Από τις διηγήσεις των ελληνικών χειρογράφων, έντεκα εκδόθηκαν το 1900 από τον L. Glugnet, Vie et recits de l’ abbe Daniel de Scete. Revue d’ Orient Chretien 5, σελ. 49-73, 254-271, 370-391. Αυτός χρησιμοποίησε χειρόγραφα του 10ου – 12ου αιώνα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού. Για τις διηγήσεις 2 και 10 παρέθεσε και δεύτερο κείμενο, από άλλο δηλαδή χειρόγραφο, ενώ για τις 2, 5 και 10 παρέθεσε και το κείμενο των Μηναίων. Πάντως, το πρώτο από τα αντίστοιχα κείμενα φαίνεται αρχαιότερο. Στην έκδοση εκείνη βασίζεται το παρόν άρθρο που στόχο έχει την ιστορική αποτίμηση και ερμηνεία του βίου του Αββά Δανιήλ της Σκήτεως, ως ιστορικής πηγής της Πρωτοβυζαντινής ασκητικής καθημερινότητας.

Ο Αββάς Δανιήλ ο Σκητιώτης διηγήθηκε ότι κάποτε ένας αδελφός που ζούσε στην Αίγυπτο περπατούσε σε κάποιο δρόμο και, όταν νύχτωσε, μπήκε σε κάποιο μνήμα για να κοιμηθεί, επειδή έκανε ψύχρα. Η αναφορά του μνήματος ως τόπου εγκαταβίωσης ασκητών της Αιγυπτιακής ερήμου δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς έχει πρακτική αλλά και συμβολική σημασία. Ο θάνατος, εξάλλου, ως μεταφυσική έννοια και κατάσταση στο βιωματικό σύμπαν του ασκητισμού κατείχε κεντρική θέση στο δρόμο προς τη θέωση. Απ’ την άλλη μεριά, τα κενά και εγκαταλελειμμένα μνήματα της αρχαίας Αιγύπτου υπήρξαν στη διάρκεια των μετέπειτα αιώνων πρόσφορα καταφύγια των φτωχών και των κατατρεγμένων της κοινωνίας.
Δεκαοκτώ μίλια περίπου μακριά από τη Σκήτη του Αγίου Δανιήλ, στη βαθύτερη έρημο, διατηρούσε το μοναχικό κελί του κάποιος ευνούχος, (στην ουσία η μεταμφιεσμένη σε άνδρα αγία Αναστασία η Πατρικία), μαρτυρία που καταδεικνύει πως οι ευνούχοι δεν αποκλείονταν απ’ την εισδοχή τους στην τάξη των ασκητών, τουλάχιστον κατά τα πρώιμα χριστιανικά χρόνια αυτής της περιοχής της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Στο επεισόδιο που αφορά το βίο και την πολιτεία της Αγίας Αναστασίας της Πατρικίας, η οποία μεταμφιέστηκε σε άνδρα, τουλάχιστον ενδυματολογικά, προκειμένου να εγκαταβιώσει σε σκήτη της ερήμου ισότιμα όπως και οι άνδρες συνασκητές της, πληροφορούμαστε πως ο συνήθης ρουχισμός ενός ασκητή της αιγυπτιακής ερήμου αποτελούνταν από κουρέλια και φανέλα από ίνες φοινικιάς, δένδρου σε σχετική αφθονία στην περιοχή και με ανθεκτικά φύλλα. Η αγία Αναστασία η Πατρικία της οποίας οι μαστοί είχαν καταντήσει, εξ’ αιτίας της αυστηρής της άσκησης, σαν δυο ξερά φύλλα, υπήρξε πατρικία επί αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού, ο οποίος την εκτιμούσε πολύ και ήθελε να την πάρει στο παλάτι επειδή ήταν πολύ συνετή. Η Αυγούστα Θεοδώρα, όμως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του βίου της, εξοργίστηκε γι’ αυτό από ζήλεια και την εξόρισε στην Αλεξάνδρεια. Αυτή λοιπόν εκεί οικοδόμησε ένα μεγάλο κοινόβιο που το ονόμαζαν «της πατρικίας», στο Πέμπτο της Αλεξάνδρειας. Όταν οικοδόμησε αυτό το κοινόβιο, ο Ιουστινιανός, πληροφορούμενος τη δράση της, άρχισε να την τιμά για τη μεγάλη της σύνεση. Τότε αυτή, προφανώς για ν’ αποφύγει τις εγκόσμιες τιμές, κατά το πρότυπο του αυστηρού ασκητή, που αποτελεί πλέον, ήδη, κοινό τόπο -σημείο αναφοράς στους πρώιμους βίους Αγίων- ασκητών, φεύγει νύχτα από την Αλεξάνδρεια, το κοσμικό, πολύβουο και αμαρτωλό άστυ, καταφεύγοντας στην έρημο ως ευνούχος και ζητώντας κελί για ν’ ασκητέψει ως άνδρας, αψηφώντας την αδυναμία και τους περιορισμούς του φύλου της και αντιμετωπίζοντας σθεναρά τις δυσκολίες της ζωής στην έρημο. Μια, πραγματικά, ιδιότυπη φεμινιστική προσέγγιση όπως προκύπτει από τη διήγηση στο βίο του Αββά Δανιήλ. Μετά τη μυστική φυγή της από την πόλη, ο Ιουστινιανός έστειλε αξιωματούχους να ερευνήσουν γι’ αυτή, όπως επίσης κι ο αρχιεπίσκοπος κι ολόκληρη η Αλεξάνδρεια που ανησυχούσε για την εξαφανισμένη, αφιερωμένη στα θεία αρχόντισσα. Ωστόσο και παρ’ όλες τις εργώδεις προσπάθειες όλων, δεν κατόρθωσε ούτε ένας να ανακαλύψει που βρισκόταν! Και ο βιογράφος του Αββά Δανιήλ καταλήγει, προκειμένου να υποστηρίξει και να επαινέσει τους χριστιανούς ευγενικής καταγωγής που αφιερώνονται στο θεό: «Να λοιπόν πως αγωνίζονται εναντίον του διαβόλου και συντρίβουν τα σώματά τους άνθρωποι που βρίσκονται στ’ ανάκτορα. Ενώ εμείς, όταν βρισκόμασταν στον κόσμο δεν είχαμε να χορτάσουμε ψωμί, κι αφού ήρθαμε στο μοναχισμό σπαταλούμε και δεν μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια αρετή». Πόσο μάλλον, όσον αφορά στην περίπτωση της Αγίας Αναστασίας της Πατρικίας, που ο τίτλος του πατρικίου στους βυζαντινούς ήταν σπάνιος και ο μόνος που δινόταν σε γυναίκες. Τον απένειμε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στα ανάκτορα σε γυναίκες μέλη της αυτοκρατορικής - βασιλικής οικογένειας ή πολύ προσκείμενες στα ανάκτορα.
Στο επόμενο επεισόδιο του βίου του Αββά Δανιήλ που αναφέρεται στο Μάρκο το σαλό, μαθαίνουμε πως υπήρχε η συνήθεια ο ηγούμενος της Σκήτεως να επισκέπτεται τον αρχιεπίσκοπο της Αλεξάνδρειας κατά τη διάρκεια του Πάσχα και της Διακαινησίμου Εβδομάδας. Έτσι λοιπόν, ακολουθώντας τη συνήθεια, που είχε ήδη διαμορφωθεί, ο Αββάς Δανιήλ πήρε ένα μαθητή του και αναχώρησε για τη μεγάλη πόλη. Στο δρόμο τους συνάντησαν μια ομάδα σαλών ασκητών, εκ των οποίων ένας, που προσποιούνταν το σαλό χωρίς στην πραγματικότητα να είναι, περιφερόταν κάνοντας τρέλες κι αρπάζοντας διάφορα πράγματα από την αγορά που τα έδινε στους άλλους σαλούς. Το όνομά του ήταν Μάρκος του Ίππου. Ο Ίππος ήταν ένας πολυσύχναστος τόπος κι εκεί έκανε θελήματα ο Μάρκος ο Σαλός μαζεύοντας εκατό φόλλεις (νόμισμα ελάχιστης αξίας) την ημέρα και κοιμώμενος στους πάγκους. Από τα εκατό νομίσματα ξόδευε τα δέκα για τροφή δική του και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους άλλους σαλούς. Ολόκληρη δε η πόλη γνώριζε το Μάρκο του Ίππου για τις τρέλες του. Ο Αββάς Δανιήλ επισκέφτηκε τον αρχιεπίσκοπο, όπως όφειλε, και την επόμενη μέρα, κατά θεία οικονομία, σύμφωνα με τη διήγηση, συνάντησε το Μάρκο το σαλό στην περιοχή Μέγα Τετράπυλο. Όταν λίγο αργότερα ο Μάρκος πέθανε, ο Αββάς Δανιήλ το ανέφερε στον αρχιεπίσκοπο και αυτός με τη σειρά του στο στρατηγό, ο οποίος διατάζει να «αργήσει» η πόλη, τιμώντας, μ’ αυτό τον τρόπο, τον πασίγνωστο και ίσως δημοφιλή στο πλήθος της Αλεξάνδρειας σαλό. Ακόμη, ολόκληρη η Σκήτη του Δανιήλ πήγε λευκοντυμένη στην εκφορά του Μάρκου του Σαλού, κρατώντας κλαδιά και βάγια, όπως επίσης και το Ένατο και τα Κελλία, αυτοί που ζούσαν στο όρος της Νιτρίας και όλες οι Λαύρες που υπήρχαν στην Αλεξάνδρεια. Το παλλαϊκό αυτό προσκύνημα είχε ως αποτέλεσμα να μην ταφεί το λείψανο του μακαρίου Μάρκου για πέντε μέρες, ώστε αναγκάστηκαν, για να μην αρχίσει να αποσυντίθεται και να όζει, να το αλείψουν με σμύρνα. Έτσι, ολόκληρη η πόλη κήδεψε το λείψανο του Μάρκου του Σαλού, κρατώντας κλαδιά και λαμπάδες.
Στο επεισόδιο με τον άγιο επαίτη πληροφορούμαστε πως το εργόχειρο των ασκητών της αιγυπτιακής ερήμου, το οποίο πουλούσαν για να τραφούν, γινόταν συνήθως από φοινικόκλαδα με τα οποία έπλεκαν καλάθια. Όσο για την τροφή τους, αυτή περιλάμβανε σταφίδες, ρόδια, ξερά σύκα και, ενίοτε, κρασί. Το τελευταίο ίσως να ευθυνόταν για την πάθηση στο ήπαρ απ’ την οποία έπασχε κάποιος μέγας οικονόμος μοναστηριού που κειτόταν κατάκοιτος στον Άγιο Μάρκο της Αλεξάνδρειας. Οι επαίτες ασκητές τρεφόντουσαν κι από ελεημοσύνες, είτε σε είδος είτε σε χρήματα, που τις δεχόντουσαν ασμένως και πολλές φορές μ’ αυτές αγόραζαν μήλα, σταφίδες, ρόδια, τα οποία μοίραζαν τις Κυριακές στους αρρώστους των ξενώνων. Αυτή δε την αρετή της διακονίας προς το συνάνθρωπο κάποιος επαίτης ασκητής την εξάσκησε για σαρανταοκτώ ολόκληρα χρόνια.
Στη συνέχεια η διήγησή μας αναφέρεται στη Θωμαϊδα, τη σώφρονα και αγία κόρη. Κάποιος μοναχός της συνοικίας Δεκάτου Ογδόου της Αλεξάνδρειας είχε γιο που πήρε για γυναίκα μια κόρη δεκαοκτώ χρόνων. Ο μαγικός - συμβολικός αριθμός δεκαοκτώ συναντάται συχνά στα αγιολογικά κείμενα ως επιβίωση της αρχαίας λαϊκής παράδοσης. Ο παραπάνω μοναχός έμενε με το γιό του, πράγμα παράδοξο για τη μέση βυζαντινή περίοδο που σταθεροποιούνται οι εκκλησιαστικοί και μοναχικοί θεσμοί, όχι όμως και εντελώς ασυνήθιστο για την πρώιμη, κατά την οποία υπάρχει τρομερή ρευστότητα περιγραμμάτων και ασάφεια σε θεσμούς, συνήθειες και ήθη. Ο γιος λοιπόν του προαναφερθέντος μοναχού ήταν ψαράς και κατά τα μεγάλα διαστήματα της απουσίας του απ’ το σπίτι ο πατέρας του μοναχός επεδίωκε πιεστικά να κάνει έρωτα με τη νύφη του και γυναίκα του γιου του. Άρχισε λοιπόν να τη φιλάει συχνά με το πρόσχημα της συγγένειας και η νύφη του αρχικά τον ανεχόταν σαν πατέρα. Μια μέρα ήρθαν ψαράδες, πριν ακόμα ξημερώσει, να πάρουν το γιο στο ψάρεμα. Κατά την απουσία του και λόγω της άρνησης της γυναίκας του Θωμαίδος να υποκύψει στις ερωτικές ορέξεις του πεθερού της μοναχού, αυτός τη σκοτώνει με το σπαθί που κρεμόταν πάνω απ’ το κρεβάτι του γιου του. Ο Αββάς Δανιήλ της Σκήτεως, όταν πληροφορήθηκε το τραγικό περιστατικό, όρισε το λείψανο της ενάρετης κόρης να ταφεί στον τόπο των πατέρων της Σκήτεως, παρά τις αντιρρήσεις και τις αντιδράσεις ορισμένων ασκητών, λόγω του φύλου και του τρόπου θανάτου της Θωμαίδος. Ο «προοδευτικός» τρόπος σκέψης και δράσης του Δανιήλ, που παρακάμπτει τις προκαταλήψεις για τη γυναίκα, τις τόσο διαδεδομένες και ριζωμένες στις συνειδήσεις των ανθρώπων της εποχής του, πραγματικά μας εντυπωσιάζει.
Στο επεισόδιο με τη μοναχή που προσποιόταν τη μέθυση διαγράφονται οι σχέσεις μεταξύ αντρικών και γυναικείων κοινοβίων της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Kατ’ αυτό, ο Αββάς Δανιήλ μ’ ένα μαθητή του ανέβηκε από τη Σκήτη στην Άνω Θηβαίδα την ημέρα της μνήμης του Αββά Απολλώ κι οι πατέρες βγήκαν να τον προϋπαντήσουν σε απόσταση εφτά μιλίων, όντας περίπου δέκα χιλιάδες. Και μπορούσε να τους δει κανείς ξαπλωμένους με το πρόσωπο στο χώμα, πάνω στην άμμο, να μοιάζουν με αγγέλους που υποδέχονται με φόβο το Χριστό. Σ’ αυτό το σημείο η περιγραφή θυμίζει τις αντίστοιχες ζωγραφικές αναπαραστάσεις της βυζαντινής αγιογραφίας, οι οποίες τόσο παραστατικά αποτυπώνουν δόγματα και συγκρατημένα αισθήματα. Άλλοι πατέρες έστρωναν μπροστά του τα ράσα τους, άλλοι τα κουκούλια τους και μπορούσε να δει κανείς τα δάκρυά τους να τρέχουν σαν πηγές. Παρακάλεσαν τότε ν’ ακούσουν κάποιο λόγο από αυτόν γιατί δε μιλούσε εύκολα. Καθώς λοιπόν κάθισαν έξω από το κοινόβιο, στην άμμο, επειδή δεν τους χωρούσε η εκκλησία, ο Αββάς Δανιήλ λέει στο μαθητή του: «Γράψε, αν θέλετε να σωθείτε, επιδιώξτε την ακτημοσύνη και τη σιωπή, επειδή από αυτές τις δύο αρετές κρέμεται ολόκληρη η ζωή του μοναχού». Ο μαθητής του έδωσε αυτά που έγραψε σε κάποιον άλλο αδελφό ο οποίος τα μετέφρασε στα αιγυπτιακά, πράγμα που πιστοποιεί την πολυγλωσσία και φυλετική πανσπερμία των ασκητών - μοναχών της Αιγύπτου κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Στη συνέχεια της διήγησης ο Αββάς Δανιήλ με τον πιστό μαθητή του φτάνει στην Ερμούπολη όπου υπήρχε το γυναικείο μοναστήρι του Αββά Ιερεμία στο οποίο κατοικούσαν τριακόσιες περίπου μοναχές. Στο μοναστήρι αυτό ίσχυε το άβατο για τους άνδρες, οπότε η ηγουμένη (αμμά, στα κοπτικά) γνωστοποιεί στον Αββά πως εκεί ουδέποτε μπαίνει μέσα άνδρας. Όταν όμως αυτός της αποκαλύπτει την ταυτότητά του, κάνει την κατά παράβαση εξαίρεση: ανοίγει διάπλατα την πύλη και βγαίνει τρέχοντας, το ίδιο κάνει και ολόκληρη η συνοδεία, στρώνοντας τα μαφόριά τους απ’ την πύλη μέχρι κάτω που βρισκόταν ο γέροντας, πέφτοντας και φιλώντας τα πόδια του. Αφού μπήκαν μέσα στο μοναστήρι μ’ αυτό τον πανηγυρικό τρόπο, η ηγουμένη έφερε μια μεγάλη λεκάνη, τη γέμισε με χλιαρό νερό και βότανα και χώρισε - τοποθέτησε τις αδελφές σε δυο ομάδες. Ύστερα έπλυνε τα πόδια του γέροντα και του μαθητή του και, φέρνοντας τις αδελφές, έπαιρνε από τη λεκάνη μ’ ένα κύπελλο κι έριχνε στα κεφάλια τους. Στη συνέχεια έριξε απ’ το υποτιθέμενο αγιασμένο νερό στον κόρφο της και το κεφάλι. Μπορούσε δε κανείς να τις δει όλες ακίνητες και αμίλητες σαν πετρωμένες απ’ την έκσταση, εξαίρετο δείγμα γυναικείας θρησκευτικότητας και δεισιδαιμονίας, ευλάβειας και προσωπολατρίας της εποχής τους. Όμως μόνο μια μοναχή δε συμμετείχε στην ιδιότυπη τελετουργία του «νιπτήρα»: η μέθυση μοναχή που φορώντας σχισμένα κουρέλια ήταν ξαπλωμένη στη μέση της αυλής, μπροστά στην είσοδο των αποχωρητηρίων, από υπερβολικό ζήλο ταπείνωσης. Πίσω όμως από ένα μικρό παραπέτασμα που χώριζε το κυρίως μοναστηριακό οικοδόμημα απ’ την αυλή, κατεβαίνει ο Αββάς με το μαθητή του και παρατηρούν ως λαθροθεατές την προσευχή της παράξενης μοναχής. Αυτή το κατάλαβε και πηγαίνει κρυφά όπου κοιμόταν ο γέροντας, παίρνει το ραβδί του και το μανδύα του και, χωρίς να την αντιληφθούν, ανοίγει τη θύρα του μοναστηριού και αφήνει ένα αποστομωτικά ευσεβές σημείωμα στην κλειδαριά.
Το επόμενο επεισόδιο της διήγησης επιγράφεται «η εξιλέωση του φόνου». Ο Αββάς Δανιήλ είχε πάει από παιδί στη Σκήτη κι έγινε μοναχός. Κάποτε που έκαναν επιδρομή οι βάρβαροι, τον αιχμαλώτισαν κι έμεινε μαζί τους δυο χρόνια. Κάποιος καλός χριστιανός, πλοιοκτήτης, τον λύτρωσε εξαγοράζοντάς τον. Ύστερα από λίγο καιρό πάλι ήρθαν οι βάρβαροι και τον έπιασαν. Έμεινε μαζί τους έξι μήνες και στο τέλος δραπέτευσε. Για τρίτη πάλι φορά επιτέθηκαν και τον συνέλαβαν. Κάποιος λοιπόν από αυτούς που τον αιχμαλώτισαν συνέβη να στραφεί προς σωματική του ανάγκη κι ο γέροντας πήρε μια πέτρα και χτύπησε τον αλλόφυλο, με αποτέλεσμα αυτός να μείνει στον τόπο. Στη συνέχεια μετανοημένος για το γεγονός του φόνου απευθύνθηκε στον αρχιεπίσκοπο Τιμόθεο, ο οποίος τον συμβούλευσε ως εξής: «Ο Θεός που σε λύτρωσε δυο φορές απ’ αυτούς μπορούσε να σε λυτρώσει πάλι και την τρίτη φορά. Παρ’ όλα αυτά δε διέπραξες φόνο, γιατί θηρίο σκότωσες». Πήγε λοιπόν με πλοίο ο Δανιήλ στη Ρώμη και ανέφερε πάλι την υπόθεση στον πάπα της Ρώμης. Αυτός του απάντησε τα ίδια με αυτά που άκουσε από τον πάπα Αλεξανδρείας Τιμόθεο. Μετά πήγε στην Κωνσταντινούπολη, την Έφεσο, τα Ιεροσόλυμα και την Αντιόχεια και ανέφερε τα σχετικά με το φόνο, όμως πήρε την ίδια απάντηση από όλους τους Πατριάρχες. Στο τέλος, και παρ’ όλη την επιείκεια των εκκλησιαστικών αρχών, επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια και παραδόθηκε στους γραφείς του Διοικητηρίου, δηλαδή στις κοσμικές αρχές της πόλης του. Αφού, όμως, τον απαλλάσσουν κι εκείνες ο ακριβοδίκαιος και συνειδητοποιημένος χριστιανός Αββάς Δανιήλ, μη επαφιόμενος ούτε στην εκκλησιαστική ούτε στην κοσμική αίσθηση περί δικαίου, αποφασίζει να υπηρετεί ένα λεπρό για όλες τις υπόλοιπες ημέρες της ζωής του, προκειμένου να εξιλεωθεί για το φόνο που έκανε. Ο λεπρός που επέλεξε να υπηρετεί ήταν καταφαγωμένος απ’ τα πολλά έλκη. Μόλις ο Δανιήλ τέλειωσε το λουτρό και την περιποίηση προς τον καταπληγιασμένο λεπρό, μπήκε στο κελί του, έφερε σιμιγδάλι και τον τάιζε μ’ αυτό, επειδή δεν είχε χέρια και δεν μπορούσε να καταπιεί το φαγητό του, καθώς το στόμα του ήταν καταφαγωμένο από τη λέπρα. Κι ο γέροντας Δανιήλ, σύμφωνα με τη γλαφυρή και τόσο παραστατική διήγηση, μάζευε με τα ίδια του τα χέρια από το στόμα του λεπρού όσες τροφές ξεχείλιζαν και τις έριχνε στο δικό του στόμα, φτάνοντας έτσι στο έσχατο σημείο ταύτισης με τη δυστυχία του συνανθρώπου του και παράλληλα αυτοτιμωρούμενος για την πράξη του.
Στο επεισόδιο με τον Ευλόγιο το Λατόμο, κάποιος γέροντας τρέφει τα σκυλιά του χωριού με τα περισσεύματα του τραπεζιού των φιλοξενουμένων του. Αυτός ο γέροντας ήταν ο Ευλόγιος ο Λατόμος, ο οποίος απ’ την ημερήσια εργασία του κέρδιζε ένα κεράτιο (1/24 του χρυσού νομίσματος) και μέχρι το απόγευμα δεν έτρωγε τίποτε. Επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά του στο χωριό, έπαιρνε όσους ξένους έβρισκε στο σπίτι του, τους έδινε τροφή και τα περισσεύματα, όπως ειπώθηκε λίγο παραπάνω, τα έριχνε στα σκυλιά. Κάποια μέρα, καθώς πήγαινε στην εργασία του, χτύπησε σε κάποια πέτρα, ακούγοντας υπόκωφο θόρυβο, και βρίσκει μια ρωγμή. Πάλι χτυπά και βρίσκει ένα κοίλωμα γεμάτο χρήματα. Έκθαμβος τότε λέει στον εαυτό του: «Τα χρήματα αυτά είναι των Ισραηλιτών - Εβραίων. Τι να κάνω; Αν τα πάρω στο χωριό, θα το ακούσει ο άρχοντας, θα τα πάρει κι εγώ θα κινδυνέψω. Καλύτερα να τα φυγαδεύσω μακριά από το χωριό όπου κανένας δε με γνωρίζει». Μίσθωσε λοιπόν ζώα για να μεταφέρει δήθεν πέτρες, και μετέφερε τα χρήματα κατά τη διάρκεια της νύχτας κοντά στο ποτάμι. Και αφήνοντας το καλό διακόνημα της φιλοξενίας που έκανε κάθε ημέρα, τα έβαλε σε πλοίο και πήγε στο Βυζάντιο.
Τότε ήταν βασιλιάς ο Ιουστίνος, ο θείος του Ιουστινιανού. Δίνει λοιπόν πολλά χρήματα στο βασιλιά και στους άρχοντές του και παίρνει, εξαγοράζοντάς το, το αξίωμα του επάρχου των ιερών πραιτωρίων. Αγόρασε και ένα μεγάλο κτήμα, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «τα Αιγύπτου». Και βλέποντας ο Θεός τα έργα του, του έδωσε χάρη και έγινε πατρίκιος.
Τον βλέπει λοιπόν ο αφηγητής του επεισοδίου μας να περνά με φανταχτερή μεγαλοπρέπεια και του φωνάζει. Δε τον πρόσεξε, κι επιπλέον οι συνοδοί του τον χτυπούσαν. Πάλι λοιπόν άφησα τη συνοδεία του και τον προλάβαινα, και πάλι με χτυπούσαν. «Δε φεύγω από την πύλη του Ευλογίου». Καθώς αυτός περνούσε, φώναξε. Τρέχει όμως ο θυρωρός και τον χτυπά τόσο που τσάκισε όλο του το σώμα.
Ύστερα από τρεις μήνες μαθαίνω ότι πέθανε ο βασιλιάς Ιουστίνος κι έγινε βασιλιάς ο Ιουστινιανός, και ότι επαναστάτησαν εναντίον του ο Υπάτης, ο Δεξικραίτης, ο Πόμπιος και ο έπαρχος Ευλόγιος. Και ότι οι μεν τρεις θανατώθηκαν και δημεύθηκε όλη η περιουσία τους, καθώς και του Ευλογίου, ο δε Ευλόγιος έφυγε νύχτα από την Κωνσταντινούπολη. Και διατάζει ο βασιλιάς, όπου βρεθεί ο Ευλόγιος να εκτελεστεί. Τότε φεύγοντας έρχεται στο χωριό του και φορά ρούχα χωρικών.
Συγκεντρώθηκε όλο το χωριό για να τον δουν και του λένε. «Ακούσαμε ότι έγινες πατρίκιος». Και τους απαντά. «Ναι, αν γινόμουν πατρίκιος, εσάς θα έβλεπα; Όχι, άλλος Ευλόγιος είναι εκείνος, που κατάγεται από αυτή τη χώρα. Εγώ ήμουν στους Αγίους Τόπους». Και, φυσικώ τω τρόπω, ακολουθεί το επιμύθιο της διδακτικής αυτής ιστορίας: «Αυτός, ο Θεός σηκώνει το φτωχό που είναι πεσμένος στη γη και ανυψώνει τον άπορο που κάθεται σε σωρό κοπριάς».
Aκολουθεί το επεισόδιο με πρωταγωνιστές τον αργυροχόο Ανδρόνικο και τη γυναίκα του Αθανασία. Στην Αντιόχεια τη μεγάλη ζούσε κάποιος νεαρός αργυροχόος που ονομαζόταν Ανδρόνικος. Αυτός πήρε για γυναίκα του τη θυγατέρα κάποιου άλλου αργυροχόου, την Αθανασία. Το ζευγάρι διακρινόταν για την ευλάβειά του και τα καλά έργα που επιτελούσε καθώς επίσης και για τον πλούτο του. Ο τρόπος ζωής τους είχε ως εξής: τα κέρδη από το αργυροχοείο και την περιουσία τους τα διαιρούσαν σε τρία μέρη, το ένα για τους φτωχούς, το άλλο για τους μοναχούς και το τρίτο για την οικογένεια και το εργαστήριο. Μετά τη δεύτερη εγκυμοσύνη της γυναίκας του και την απόκτηση του δεύτερου παιδιού τους, ο Ανδρόνικος διέκοψε τις ερωτικές σχέσεις με τη γυναίκα του και το ζευγάρι αφοσιώθηκε στην πνευματική ζωή μαζί με άλλους φιλοχρίστους, όπως μας πληροφορεί η διήγηση. Κάθε Κυριακή, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ο Ανδρόνικος πήγαινε στα λουτρά των αδελφών και η γυναίκα του Αθανασία στα λουτρά των γυναικών. Τα «λούσματα» ήταν λουτρά για ασθενείς καθώς εκείνη την εποχή το λουτρό λειτουργούσε ως ένα θεραπευτικό μέσο. Σ’ αυτά ο Ανδρόνικος και η Αθανασία υπηρετούσαν ταπεινά τους αρρώστους. Κάποια μέρα ο Ανδρόνικος, αφού προηγουμένως επισκέφθηκε το ναό του αγίου Ιουλιανού έξω απ’ την πόλη, όπου ήταν ενταφιασμένοι οι γονείς του, αποφασίζει να παραδώσει όλη του την περιουσία στο γαμπρό του και να μετοικήσει στους Αγίους Τόπους. Συγκεκριμένα του λέει: «Θα πάμε στους αγίους Τόπους να προσευχηθούμε. Αν συμβεί και μας βρει ο θάνατος, θα είσαι υπεύθυνος ενώπιον του Θεού για τον τρόπο που θα διαχειριστείς αυτή την περιουσία. Σε παρακαλώ λοιπόν να τη χρησιμοποιήσεις καλά, σύμφωνα με τη συνείδησή σου, και να οικοδομήσεις εδώ νοσοκομείο και ξενοδοχείο για μοναχούς». Ύστερα απελευθέρωσε τους δούλους του, δίνοντας τους και χρήματα. Και παίρνοντας λίγα τρόφιμα, βγήκαν από την πόλη αυτός και η γυναίκα του μόνοι. Φτάνοντας στην αιγυπτιακή έρημο συναντούν τον Αββά Δανιήλ να διαπληκτίζεται με ένα λαϊκό, του οποίου το ζώο είχε μισθώσει για να ταξιδέψει στη Σκήτη. Ο λαϊκός του πρότεινε να ταξιδέψουν όλη τη νύχτα για να φτάσουν νωρίς το πρωί πριν απ’ τον καύσωνα αλλά ο Δανιήλ διαφωνούσε. Μετά από παρέμβαση του Ανδρόνικου η διαφωνία τους λήγει επιτυχώς και ο Αββάς Δανιήλ προτείνει στον Ανδρόνικο να φέρει τη γυναίκα του για να της δώσει συστατικές επιστολές, προκειμένου να γίνει δεκτή στη Θηβαίδα στο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών, μιας και η Σκήτη λειτουργούσε αποκλειστικά ως ανδρικό κοινόβιο. Και η διήγησή μας συνεχίζεται σαν αφήγηση παραμυθιού, στο οποίο τα κενά και οι αντιφάσεις καλύπτονται ως εκ θαύματος κατά θεία οικονομία: «η γυναίκα του πλησίαζε με ανδρική ενδυμασία, πηγαίνοντας κι αυτή στους αγίους Τόπους. Αφού αλληλοασπάστηκαν, η περιστέρα γνώρισε το σύζυγό της. Αυτός όμως πώς να γνωρίσει τόση ωραιότητα μαραμένη, που φαινόταν σαν Αιθίοπας»; Έτσι λοιπόν η γυναίκα του βρίσκει αφορμή να θέσει σε εφαρμογή το παλιό τέχνασμα - μοτίβο της μεταμφίεσης γυναίκας σε άνδρα, προκειμένου να πετύχει την πνευματική και ηθική της εξίσωση με το αρσενικό φύλο: του συστήνεται ως Αββάς Αθανάσιος και του προτείνει να συγκατοικήσουν σε κελί ως συνασκητές. Πραγματικά οι δύο τους συνασκούνται για δώδεκα χρόνια χωρίς ο Ανδρόνικος να αναγνωρίσει τη θηλυκή φύση της Αθανασίας. Όταν ο Αββάς Αθανάσιος - Αθανασία προαισθάνθηκε το τέλος του, προσευχήθηκε, κοινώνησε και κοιμήθηκε εν Κυρίω. Και όταν πήγαν να τον κηδέψουν, αποκαλύφθηκε ότι ήταν γυναίκα, και ακούστηκε σ’ όλη τη λαύρα. Έστειλε τότε ο γέροντας και κάλεσε όλη τη Σκήτη και τη βαθύτερη έρημο. Και όλες οι λαύρες της Αλεξάνδρειας ήρθαν και συγκεντρώθηκε όλη η πόλη και οι Σκητιώτες φορώντας λευκά, γιατί αυτή η συνήθεια υπάρχει στη Σκήτη. Με κλάδους και βάγια κήδεψαν το τίμιο λείψανο της μακαρίας Αθανασίας, δοξολογώντας το Θεό που έδωσε τόση υπομονή στη γυναίκα.
Στο επεισόδιο για τον Αββά Δουλά καταγράφεται περιστατικό κλοπής ιερών σκευών κεντρικού ναού κοινοβίου από κάποιον «αδελφό». Όταν τον συνέλαβαν οι υπόλοιποι αδελφοί τον έδεσαν με σίδερα, τον παρέδωσαν στον οικονόμο της λαύρας και εκείνος τον έγδυσε και τον χτύπησε με νεύρα βοδιών, ρωτώντας τον παράλληλα για την κλοπή που διέπραξε. Στη συνέχεια διατάζει να τον βάλουν στη φυλακή, αφού ασφάλισε τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο, και στέλνει γραφή στον άρχοντα του τόπου για την υπόθεση. Ο άρχοντας λαμβάνει πρόνοια και στέλνει φύλακες, οι οποίοι πήραν τον ιερόσυλο μοναχό και, αφού τον ανέβασαν σε ζώο χωρίς σέλα, έχοντας στον τράχηλό του βαριά σίδερα, τον έσυραν μέσα στην πόλη. Τον οδήγησαν στο δικαστή κι αυτός τον ρώτησε πως λέγεται, από πού είναι και για ποιο λόγο έγινε μοναχός. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ο νόμος θανατώνει τους ιερόσυλους και συνήθως ως ποινή ορίζεται ο αποκεφαλισμός. Την τελευταία στιγμή, όμως, ο πραγματικός ένοχος ομολόγησε την κλοπή και ο αδίκως ταλαιπωρημένος μοναχός σώθηκε.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. Browning, Robert. “The ‘Low Level’ Saint’s Life in the Early Byzantine World”. In The Byzantine Saint Ed. Sergei Hackel. University of Birmingham, 14th Spring Symposium of Byzantine Studies. Studies Supplementary to Sobornost 5. San Bernardino, Calif.: Borgo, 1983, pp. 117-27.
2. Clark, Elizabeth A. “Ascetic Renunciation and Feminine Advancement: A Paradox of Late Ancient Christianity”. Anglican Theological Review 63 (1981): 240-57.
3. Claude, Dietrich. Die byzantinische Stadt im 6. Jahrhundert. Byzantinisches Archiv 13. Munich: Beck, 1969.
4. Delehaye, Hippolyte. Les Passions des martyrs et les genres litteraires. Subsidia Hagiographica 13B.Brussels : Societe des Bollandistes, 1966.
5. Delehaye, Hippolyte. Synaxaires byzantins, menologes, typica. London : Variorum, 1977.
6. Elliot, Alison Goddard. Roads to Paradise: Reading the Lives of the Early Saints. Hanover, N.H.: University Press of New England, 1987.
7. Goehring, James. “The Encroaching Desert: Literary Production and Ascetic Space in Early Christian Egypt”. JECS 1 (1993): 281-96.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη

 
Το παραπάνω κείμενο είναι της, Φιλολόγου και Ιστορικού (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας), Αμαλίας Κ. Ηλιάδη. Δημοσιεύεται στην Ματιά με την άδεια της συγγραφέως του, την οποία και ευχαριστούμε θερμά.
Για να μάθετε για την Αμαλία Κ. Ηλιάδη κάντε κλικ εδώ.
 
 
 
Όλοι οι Βίοι των Αγίων
 
Δείτε:
Ύμνοι και Προσευχές
Διάφορα
Βίοι Αγίων
Μεγάλες Εορτές
Ναοί και Μονές
Ορθόδοξα χριστιανικά βιβλία
 
Δείτε επίσης:
Αγία Μαρίνα η Παρθενομάρτυς
Άγιος Σάββας ο στρατηλάτης
Άγιος Βαρλαάμ
Άγιος Χριστόφορος ο Μεγαλομάρτυρας
Αγία Άννα η προφήτις
Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς ο Νεομάρτυς
Άγιος Ιωάννης της Καρπάθου
Άγιος Συμεών, ο Σαλός
Οσία Μακρίνα
O Αββάς Δανιήλ της Σκήτεως
Άγιος Δανιήλ ο Στυλίτης
Άγιος Μηνάς
 
 
Αναζήτηση
 
 
 
 
Up
 
 
 
Επικοινωνία | Όροι Χρήσης | Πλοηγηθείτε | Λάβετε Μέρος | Δημιουργία και Ανάπτυξη ΆΡΚΕΣΙΣ