Verba volant, scripta manent!

  • Γεγονότα και Πρόσωπα στο «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα»

    Τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα και τα πρόσωπα στο έργο της Mαρούλας Κλιάφα: «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα»

    Πρωτότυπα κείμενα, «κατασκευασμένα» στο πλαίσιο του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής
    Συντονίστρια-υπεύθυνη: Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

    Το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ, με την ψήφο του γερμανικού λαού, πήρε στα χέρια του την εξουσία και έγινε δικτάτορας της Ναζιστικής Γερμανίας. Ήταν ένας υστερικός και ιδιόρρυθμος άνθρωπος με πολλά πάθη. Επηρεασμένος από το έργο του Νίτσε που ασχολούνταν με τον Υπεράνθρωπο, έβλεπε την ανθρωπότητα σαν μια μάζα την οποία ήθελε να συνθλίψει και μέσα απ’ αυτή να κτίσει τον δικό του Υπεράνθρωπο που θα καταγόταν από την Άρια φυλή. Θα ήταν ψηλός, λευκός, ξανθός με γαλανά μάτια και θα έμοιαζε στο Θεό.

    Το 1939 οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία και αργότερα στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και σε άλλα κράτη. Οι λαοί των κρατών αυτών υπέφεραν από την σκληρότητα των Γερμανών. Εκτός από τα σοβαρά προβλήματα επιβίωσής τους, η ψυχολογική βία ήταν εκείνο που τους πονούσε περισσότερο (Τους ανάγκαζαν εκτός των άλλων να χαιρετούν ναζιστικά τον κατακτητή τους).

    Το 1940 η Ιταλία κηρύσσει πόλεμο στην Ελλάδα.

    Ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος το 1936 εκλέχτηκε πρωθυπουργός της Ελλάδας και στη συνέχεια δικτάτορας (σε φωτογραφίες βλέπουμε τους στρατιωτικούς να τον χαιρετούν όπως οι Γερμανοί το Χίτλερ), απάντησε με ένα ηχηρό ΟΧΙ! Οι Έλληνες κοιμήθηκαν δούλοι και ξύπνησαν ελεύθεροι. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα και αποφασιστικά που άνοιξε μια καινούρια σελίδα στην Ιστορία της Ελλάδας. Έγινε επιστράτευση. Ο Ελληνικός στρατός κατάφερε πολλές νίκες στο μέτωπο του πολέμου και ανάγκασε τον εχθρό να οπισθοχωρήσει.

    Ένα χρόνο αργότερα οι Γερμανοί έκαναν επίθεση στην Ελλάδα και την κατέλαβαν. Ακολούθησε πείνα, δυστυχία, ανέχεια, ανασφάλεια και ό,τι άλλο μπορεί να επιφέρει η κατοχή. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκαν κάποιοι επίδοξοι πλούσιοι οι λεγόμενοι μαυραγορίτες που πλούτιζαν εις βάρος των πολιτών αγοράζοντας τις περιουσίες τους για ένα κομμάτι ψωμί. Οι πολίτες δεν άντεξαν, κάποια στιγμή αντέδρασαν. Βγήκαν στα βουνά και ίδρυσαν αντιστασιακές οργανώσεις, όπως το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), τον ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος), κ.ά. που ήταν οργανώσεις εναντίον των κατακτητών και του φασισμού.

    Δεν άργησαν όμως να έρθουν και οι καλές μέρες. Το 1943 οι σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Η είδηση αυτή, τους έκανε όλους πολύ χαρούμενους, τόσο που βγήκαν στους δρόμους και πανηγύριζαν. Ακόμη και οι αντάρτες παρ’ όλες τις στερήσεις και τις κακουχίες που πέρασαν, είχαν το κουράγιο να γλεντούν, παίζοντας μουσικά όργανα, τραγουδώντας και χορεύοντας μέσα στο χιόνι.

    Μέσα σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή του πολέμου, βρέθηκε και η Ρεβέκκα, μια εβραιοπούλα, που πέρασε την εφηβεία της κατά τη διάρκεια της κατοχής. Προέρχονταν από το μεικτό γάμο ενός Εβραίου και μιας Χριστιανής, γι’ αυτό ένιωθε λιγάκι ξεκρέμαστη. Ξεπεράστηκαν όμως τα όποια εμπόδια υπήρχαν, διότι, όπως και στην οικογένεια της Ρεβέκκας, όπου υπάρχει αγάπη και κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων, και οι οικογένειες κρατούν τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ τους, τότε και οι μεικτοί γάμοι γίνονται απλοί.

    Η έφηβη Ρεβέκκα είχε ανάγκη τη βοήθεια, την προστασία, και τη συμβουλή της οικογένειας, διότι ήταν άπειρη και είχε πολλά ερωτηματικά στα οποία κάποιος έπρεπε να της δώσει απάντηση. Έπρεπε να μάθει γράμματα, να μορφωθεί και μ’ αυτόν τον τρόπο να βοηθήσει την πατρίδα της να πάει μπροστά. Οι μορφωμένοι άνθρωποι βρίσκουν πολλούς και ποικίλους τρόπους για επιβίωση, ανάπτυξη, τεχνολογική πρόοδο και πετυχαίνουν καλύτερα αποτελέσματα λόγω των γνώσεών τους.

    Ο πατέρας της ήταν δημοκράτης, πατριώτης, αξιοπρεπής, προστατευτικός προς την οικογένειά του. Η μητέρα της, που ήταν τρυφερή μητέρα και σύζυγος, αγωνίστηκε πολύ για την επιβίωση της οικογένειάς της. Οι δυο παππούδες, ο υπεύθυνος και προστατευτικός παππούς Χριστόφορος και ο εργατικός, τυπικός, πιστός στην εβραϊκή παράδοση και χορατατζής, παππούς Οβαδίας, μαζί με την πανέξυπνη και προνοητική γιαγιά Σαρίνα, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βοηθήσουν την οικογένεια της Ρεβέκκας.

    Εκτός από τον κ. Εμμανουήλ, τον ανιψιό του παππού Χριστόφορου, που έγινε προδότης και καιροσκόπος, υπήρχαν και φιλικά πρόσωπα, εξίσου σημαντικά για τη Ρεβέκκα, όπως ο Αντρίκος που ήταν πατριώτης, αγωνιστής, αντάρτης, μέλος της ΕΠΟΝ, που ερωτεύτηκε τη Ρεβέκκα και εκείνη ανταποκρίθηκε. Ήταν ένας έρωτας βαθύς, αμοιβαίος, αγνός, σε αντίθεση με τον έρωτα των σημερινών νέων που είναι επιπόλαιος και επιφανειακός.

    Η Αύρα, η καλύτερή της φίλη, η κολλητή της, που ζήσανε πολλά μαζί, αλλά κάποια στιγμή, όταν οι Γερμανοί «μάζευαν» τους Εβραίους, φοβήθηκε για τον εαυτό της και ζήτησε από τη Ρεβέκκα να μη βλέπονται πια… Δεν είναι έτσι η φιλία! Οι αληθινοί φίλοι μοιράζονται τις χαρές και τις λύπες. Υπάρχει ανάμεσά τους αμοιβαίος σεβασμός, ειλικρίνεια, ευθύτητα, εχεμύθεια, πιστότητα και προσφορά. Φαίνεται πως η Αύρα δεν τα είχε όλα αυτά.

    Η κυρία Αυγούστα, μια καπάτσα Γερμανίδα που ξέχασε την πατρίδα της και έγινε ένα με τους Έλληνες χωρικούς. Έδειξε ανθρωπιά και αλληλεγγύη, όταν προτίμησε να βοηθήσει και να προστατέψει την οικογένεια της Ρεβέκκας παρά να εξυπηρετήσει τους συμπατριώτες της Γερμανούς.

    Ο κ. Μάγγος, χωρικός, προστάτεψε και φιλοξένησε τη Ρεβέκκα αρκετό καιρό στη σοφίτα του νερόμυλου που διέθετε στο χωριό.

    Ο Κωνσταντίνος, ο ευαίσθητος μουσικός, με τη σημαντική μουσική παιδεία, που ήρθε από την Αθήνα στο χωριό των παππούδων του. Εκεί, στην κλειστή αυτή κοινωνία, με τις λίγες ανέσεις και τα ελάχιστα ενδιαφέροντα, απολάμβανε τη φύση, την ηρεμία και τη συντροφιά της Ρεβέκκας, η οποία απέφευγε να θυμάται το παρελθόν της διότι της δημιουργούσε ανάμεικτα συναισθήματα ελπίδας και φόβου, καλών και κακών αναμνήσεων που εξίσου τη στενοχωρούσαν. Ο Κωνσταντίνος ήξερε τον τρόπο να την ηρεμεί και να τη γαληνεύει. Όταν εκείνη έφυγε από το χωριό, της έγραψε μια μπαλάντα, για να βρίσκεται έστω κι έτσι κοντά της. Η μπαλάντα αυτή γέμισε το κενό που υπήρχε στην καρδιά της Ρεβέκκας, για τα ανέμελα εφηβικά χρόνια που δεν έζησε, για τα απραγματοποίητα όνειρά της και για τη διάλυση της οικογένειάς της. Παίζοντας τη μπαλάντα του Κωνσταντίνου στο πιάνο της μητέρας της, μια υπέροχη μελωδία ξεχύθηκε μέσα της και εκείνη τη στιγμή η Ρεβέκκα αισθάνθηκε πως είναι έτοιμη ν’ αρχίσει μια καινούρια ζωή.

    Ηλίας Σδόγκος
    Μαθητής Α Τάξης του 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

     

    Κατηγορία: Άρθρα - Μελέτες
    Tags:

    No Comments

Αφήστε ένα σχόλιο!


Προσαρμοσμένη αναζήτηση