Verba volant, scripta manent!

  • Ο Νίτσε

    Ο Νίτσε, ο μοναχικός φιλόσοφος που σαν κοράκι «ράμφισε» τον ψυχισμό του…

    Ο Νίτσε έχει καταγραφεί στην ιστορία ως ένας μηδενιστής, με την έννοια του ανθρώπου που δεν πιστεύει στην αξία της ηθικής ζωής. Κατ άλλους ερευνητές και φιλοσόφους ο Νίτσε υπήρξε ένας ριζοσπαστικός μεταρρυθμιστής, ένας επαναστάτης, που επιδίωξε να αναμορφώσει ριζικά την ηθική μορφή ζωής και όχι να την καταργήσει.

    Κατά τον Νίτσε, είναι γεγονός ότι οι ηθικές αξίες, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ζωή των ανθρώπων κατά το παρελθόν, χρεοκόπησαν. Αυτό τον έκανε να αισθανθεί την ανάγκη για μια μεταξίωση του ηθικού τρόπου διαβίωσής μας. Πίστεψε δηλαδή ότι νέες αξίες, διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν άλλοτε, θα πρέπει να διέπουν πλέον τη συμπεριφορά μας.

    Η μεταξίωση, που εισηγήθηκε ο Νίτσε, υπαγορεύθηκε από δύο βασικές ιδέες του: πρώτο, από την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει μια αντικειμενικά θεμελιωμένη αλήθεια και, δεύτερο, από την αμφισβήτησή του για την ύπαρξη του Θεού. Κατά το Νίτσε, δεν υπάρχει αντικειμενική τάξη πραγμάτων και γεγονότων, με συνέπεια η αλήθεια να είναι ανέφικτη. Για την ακρίβεια, η σημασία της αλήθειας είναι σχετική. Αληθινό είναι ό,τι ο καθένας μας ορίζει ως αληθινό ανάλογα με την εικόνα που έχει σχηματίσει μέσα του για την πραγματικότητα.

    Η σχετικότητα της αλήθειας μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντίληψη για τη ζωή δεν είναι κατ’ ανάγκην μία, ότι εκείνο που άλλοτε οι άνθρωποι πίστευαν γι’ αυτή δεν είναι υποχρεωτικά το ίδιο με αυτό που μπορούμε να πιστεύουμε εμείς σήμερα γι’ αυτήν. Άρα, στην προοπτική της αλλαγής της ζωής μας δεν υπάρχει κανένας φραγμός. Ακόμη και ο Θεός, στον οποίο θα ήμασταν αναγκασμένοι να υπακούουμε, για το Νίτσε, έχει πεθάνει. Και «αν», όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι, «ο Θεός δεν υπάρχει, τότε επιτρέπονται όλα».

    Ο Νίτσε, θέλοντας να δώσει μια συνολική εικόνα της ιστορίας της ηθικής ζωής του ανθρώπινου γένους, υποστήριξε ότι αυτή διαμορφώθηκε κάτω από δύο τύπους ηθικής διαβίωσης: την ηθική του δούλου και την ηθική του κυρίου. Καμιά από τις δύο αυτές μορφές ηθικής συμπεριφοράς δεν μπορούν να εμπνεύσουν πλέον τον άνθρωπο. Αυτός χρειάζεται ένα νέο ηθικό πρότυπο, που, κατά το Νίτσε, δεν μπορεί να είναι άλλο από εκείνο του υπερανθρώπου.

    Με τον όρο «κύριος» ο Νίτσε χαρακτηρίζει τον άνθρωπο εκείνο που έχει αναπτυγμένη την επιθετική διάθεση και την επιθυμία να επιβληθεί στους άλλους. Πρόσωπα του είδους αυτού, που εμφορούνται από πολεμοχαρή αισθήματα, τα αποκαλεί επίσης αριστοκράτες. Αντίθετα, τα ανθρώπινα πλάσματα που χαρακτηρίζονται από μετριοπάθεια, που είναι υποχωρητικά και διέπονται από το φόβο, τα ονομάζει δούλους.

    Ο δούλος, αν και -ως μέρος και αυτός της φύσης που διέπεται από τη βούληση για δύναμη- αισθάνεται τη ζωή να τον σπρώχνει να απλωθεί προς τα έξω, εντούτοις υπηρετώντας την ηθική του, περιορίζεται μοιρολατρικά στον εαυτό του. Μοιάζει με τον άνθρωπο που, «θέλοντας να σκίσει κάποιον, χτυπά πάνω στα σίδερα του κλουβιού του». Η ηθική του δούλου, σημειώνει ο Νίτσε, είναι η «μεγαλύτερη και πιο καταστρεπτική αρρώστια, από την οποία το ανθρώπινο γένος μέχρι σήμερα δεν έχει θεραπευτεί: η αρρώστια του ανθρώπου που υποφέρει από τον εαυτό του μέσα στον εαυτό του».

    Το πρότυπο, επομένως, της ηθικής συμπεριφοράς το οποίο ταιριάζει στον άνθρωπο δεν είναι άλλο, κατά τον Νίτσε, από εκείνο του υπερανθρώπου. Αν και η ιδέα του υπερανθρώπου είναι κορυφαία στην ηθική φιλοσοφία του Νίτσε, εντούτοις το περιεχόμενό της δεν είναι σαφές. Σε κάποιο σημείο, λόγου χάρη, ο Νίτσε λέει για τον υπεράνθρωπο: «θερμή καρδιά και ψυχρό κεφάλι -όταν τα δύο αυτά πράγματα ενωθούν μαζί, τότε ο βρυχώμενος αέρας τινάζεται προς τα πάνω, ο Λυτρωτής». Το εγχείρημά του αυτό, έστω κι αν δε μας κατέστησε σαφή τον ηθικό κώδικα του υπερανθρώπου που οφείλουμε να ακολουθούμε, δείχνει εντούτοις ότι ο Νίτσε δεν ήταν ένας στείρος αρνητής απέναντι στην προσπάθεια για την αναζήτηση μιας πληρέστερης ηθικής ζωής, όπως ορισμένοι θέλουν να τον εμφανίζουν.

    Ο Αδόλφος Χίτλερ βασίστηκε στα νιτσεϊκά έργα για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού ή ναζισμού. Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και των αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

    Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων: Ο Νίτσε, ο μοναχικός φιλόσοφος που σαν κοράκι «ράμφισε» τον ψυχισμό του…

    Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: «Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε Κατάρα του Τροβαδούρου;»

    Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

    Αποφθέγματα του Φρίντριχ Νίτσε:
    • «Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, όπως και τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, ακόμα κι όταν αναγκάζεται να καταπιεί μερικά σκληρά κομμάτια.»
    • «Η κοιλιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος δεν νομίζει εύκολα πως είναι θεός.»
    • «Κι αν ακόμα ένας άνθρωπος έχει ακλόνητη πίστη, μπορεί να εμπλακεί στη γοητεία της αμφιβολίας.»
    • «Μια μικρή εκδίκηση είναι ανθρωπινότερη από καθόλου εκδίκηση.»
    • «Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.»
    • «Όταν χαιρετώ έναν θρησκομανή, αισθάνομαι την ανάγκη να πλύνω τα χέρια μου.»
    • «Πεθαίνοντας θα προσφέρω στους ανθρώπους τα πιο πλούσια δώρα μου. Αυτό έμαθα απ τον ήλιο, που όταν δύει είναι τόσο λαμπρός και με τους ανεξάντλητους θησαυρούς του βυθίζεται στη θάλασσα, έτσι που κάνει το φτωχό ψαρά να κωπηλατεί με χρυσωμένα κουπιά.»
    • «Το χρυσό θηκάρι της συμπόνιας κρύβει κάποτε το λεπίδι της ζηλοφθονίας.»
    • «Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας […] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»

    Ενδεικτική βιβλιογραφία:
    • Τζαβάρας Γιάννης, «Ο Ζαρατούστρα του Νίτσε ως κήρυκας του ολέθρου». Φιλοσοφία 15-16 (1985-86), 398-442
    • Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Φρειδερίκος Νίτσε: Η ποίηση ως ρήξη και ως υπέρβαση. Το πρόσωπο και το έργο». Διαβάζω 91 (1984), 18-23.
    • Μπουντό, Πιερ, «Αναγνώσεις του Νίτσε». Μετάφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος. Διαβάζω 91 (1984), 24-33.
    • Κασιούρας, Δημήτρης, «Ο Φρειδερίκος Νίτσε και η φιλοσοφία του». Επιστημονική σκέψη 18 (1984), 45-53.
    • Γκριζονί Ντομινίκ, «Ο φιλόσοφος καλλιτέχνης [:Φρειδ. Νίτσε]», Μετάφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος. Διαβάζω 91 (1984), 41-47.
    • Χρίστου Ιάκωβος, «Βασικές έννοιες στη φιλοσοφία του Νίτσε». Ζήνων 4-5 (1983-84), 177-180.
    • Μπουγάς, Τάσος, «Ο Nietzsche και η εκκοσμίκευση του κόσμου». Φιλοσοφία 13-14 (1983-84), 382-403.
    • Μούκανος, Δημήτριος, «Η αρχαία ελληνική τραγωδία κατά τον Νίτσε και η καταξίωση του Θεού Διονύσου. (Επισήμανση καιρικών στιγμών στο διονυσιακό και απολλώνιο πνεύμα)». Θρακικά Γ΄(Αθ. 1980-1981), 139-144.
    • Birault, Henri, «Nietzsche . Ἡ εὐδαιμονία στὸ ἔργο του» , Ἐποχές [τεύχη 15-25], 24 (1965), σσ. 85-100

    Αμαλία Κ. Ηλιάδη
    Φιλόλογος-Ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ το Α.Π.Θ.)
    Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

     

    Κατηγορία: Άρθρα - Μελέτες
    Tags:

    No Comments

Αφήστε ένα σχόλιο!


Προσαρμοσμένη αναζήτηση