Verba volant, scripta manent!

  • Λαμπρή απρόσμενη (ηθογραφικό διήγημα)

    Λαμπρή απρόσμενη

    Λαμπρή απρόσμενη

    (ηθογραφικό διήγημα)

    Δημήτρης Χίλιος

    Κι είχαν ανθίσει τα γιασεμιά τα πλεγμένα στο φράχτη που μαζί με τ’ αγιόκλημα και τ’ απριλιάτικο αεράκι, φέρνανε το Θεό δίπλα σου∙ και κάνανε τον κόσμο λιγότερο σκληρό, πιο αγνό, πιο ουράνιο. Η καρδερίνα του Φαναρά, αχάραγο, πριν ακόμα ο παπα-Αντρέας ανηφορίσει το καλντερίμι του άϊ-Νικόλα για τις Ώρες και την Αποκαθήλωση, τραγούδαγε ασταμάτητα την ομορφιά της φύσης τώρα που τα πάντα ξαναγεννιούνταν και που τα πάθη του Θεανθρώπου καταλαγιάζουν και κείνα τα ανθρώπινα.

    «Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ∙ ψευδή πορφύραν περιβάλλεται ο περιβάλων τον ουρανόν εν νεφέλαις∙ ράπισμα καταδέξατο ο νυμφίος της εκκλησίας∙ λόγχη εκεντήθη ο υιός της Παρθένου…»

    Ο ήλιος κρυβόταν ακόμα πίσω από το βουνό του Πάπαρη κι ο Αυγερινός τρεμόσβηνε έτοιμος να πέσει κάτω χαμηλά κατά τη Μαιρκήνια.

    «Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνιους εξοδίους προσήσωμεν τω κτίστη».

    Η Κατίνα του Σαραλέκα άσπριζε τις πεζούλες της αυλής σιγοψέλνοντας «Ω γλυκειά μου έαρ, γλυκύτερό μου τέκνο, πού είδα σου τα κάλλια» κι η Μαγκασού με το καλάθι στον αγκώνα κρεμασμένο, μάζευε λουλούδια στις γειτονιές για να στολίσει η καλόγρια η Νεκταρία τον Επιτάφιο του μοναστηριού της Παναγίας της Αγουλινιτσιώτισσας. Το απόγιομα θ’ ανέβαινε εκεί ο παπα-Αντρέας να κάνει μαζί ακολουθία Αποκαθήλωσης και Επιταφίου. Είχε καθιερωθεί πια, ο παπα-Αντρέας, είτε γιατί το ’θελε ο ίδιος, είτε γιατί δεν μπορούσε να κάμει κι αλλιώς, ν’ ανεβαίνει με το γαϊδούρι κάθε απόγιομα Μεγάλης Παρασκευής μετά το μεσημεριανό του, ψηλά στην κορυφή της Ντάρντιζας, που ήτανε το μοναστήρι. Κι εκεί, μαζί με τις καλόγριες, που ήσαν χρόνια τώρα οι ίδιες η αδελφότητα της μονής, τους ανθρώπους του μόχθου, κάτι κυρίες φιλακόλουθες που ανηφόριζαν τακτικά κι ένα μπουλούκι παιδιά, να ζήσουνε το μέγεθος της θυσίας του Ναζωραίου.

    «Έρραναν τον τάφον αι μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι».

    Το λιβάνι άφθονο κι έντονη η μυρωδιά του πεύκου. Οι φωνές αφτιασίδωτες.

    ***

    Εκείνο το πρωϊνό της Μεγάλης Παρασκευής η Ανθή της χήρας της Νταΐνας, κορίτσι παραγινομένο που σαράντα περίπου Μάϊοι βάραιναν τους κυρτούς της ώμους, χρόνια τώρα περίμενε το πριγκιπόπουλο χωρίς να απελπίζεται κι ας είχε αργήσει τόσο να φανεί, αφού τάϊσε τις κότες και ξεπέταξε βιαστικά κάτι δουλίτσες του σπιτιού, πλύθηκε, ντύθηκε τη φουστόμπλουζα και το μαντώ της απέξω, έβαλε κι από την πούδρα που της έφερε δώρο από την Αθήνα ο μπάρμπας της ο Βενέτης, κίνησε για τον άϊ-Νικόλα. Στα χέρια το καλό της δαντελωτό σεντόνι, το καμάρι της προίκας της, που είκοσι πέντε χρόνια κάθε τέτοια μέρα το πήγαινε στον παπα-Αντρέα να τυλίξει με αυτό το Σώμα του Σταυρωμένου στην Αποκαθήλωση, για να ευλογηθεί έτσι η προίκα της και να ’ρθουνε σύντομα οι χαρές της.

    Γιατί δεν είχε καθόλου απογοητευτεί η Ανθούλα!

    Και γιατί να απογοητευτεί σε παρακαλώ; Εδώ παντρεύονταν σαρανταπεντάρες, κι αυτή που ’τανε μόλις σαράντα; Α!

    Σαράντα δυο ήταν, αλλά τα χαρτιά στη Δημαρχεία για σαράντα την κάνανε, έτσι τη δήλωσαν τότε και καθόλου τούτο δεν τη στεναχωρούσε. Εξάλλου διατηρείται ακμαία. Μόνο να∙ ο λαιμός της τελευταία πάει να κρεμάσει κάτι προγούλια και τα πόδια της παραχοντρύνανε λιγάκι απ’ το φλεβίτη, κατά τ’ άλλα μια χαρά. Είχε και τα προικιά της που θα τα ζήλευε αρχοντοπούλα. Τόσα χρόνια δεν σήκωνε από το κέντημα κεφάλι, άσε η μάνα της. Πρώτη τεχνίτρα του αργαλειού. Μόνο με τ’ ασπρόρουχά της κοίμιζε ολάκερο χωριό. Μήτε και τ’ όνομά της ακούστηκε ποτέ στο παραμικρό. Λύσσαξε κείνη η γλωσοκοπάνα η φθονερή, η Ευτυμία, μα τίποτα δεν κατάφερε. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται. Τόσα χρόνια αν κι ορφανή, χωρίς προστασία, στάθηκε βράχος. Καθαρή σαν το αυγό, κορίτσι του σπιτιού και της εκκλησίας!

    Ανηφόριζε τα σκαλιά του άϊ-Νικόλα και μπροστά στην αυλόπορτα του Νάκη του Λαμπρούλια σταμάτησε, λαχανιασμένη, να καμαρώσει τις ντάλιες και τις ορτανσίες αλλά και να ξεκουράσει τα πόδια της, τα παραμορφωμένα από τον φλεβίτη. Μόλις μπήκε στην εκκλησία, ο παπάς είχε ξεκινήσει το τρισάγιο για το διάβασμα υπέρ αναπαύσεως μπροστά στον Σταυρωμένο.

    Το κουβούκλιο του Επιταφίου καλοστολισμένο, όλο γαρύφαλλο, τριαντάφυλλο και βιολέτα, πάνω στην εξέδρα του με αψίδες από φοίνικες γύρω, ήταν παραδομένο στον θαυμασμό των γυναικών από τα στασίδια.

    «Βοήθειά τους κεινώνε που τόνε φκιάσανε» μουρμούριζαν μεταξύ τους και δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν, «γεια στα χέρια τους». Να ’χανε άραγε καλύτερο οι αϊ-χαραλαμπίτες; Α, μπα! Κάθε χρόνο τους τρώγανε αυτοί. Το ’χε, παιδί μου, η ενορία τους να είναι νοικοκυρεμένοι και με γούστο.

    Έβαλε το κερί της η Ανθή, λαμπάδα ταληρίσια μάλιστα κι ασπάστηκε τον Σταυρωμένο αφήνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στη βάση του Σταυρού, κατόπιν έδωσε το χαρτάκι με τους πεθαμένους στη Βανθία του Σουλελέ που κράταγε το καλαθάκι κι έδινε ένα ένα στον παπά να τα διαβάζει υπέρ αναπαύσεως. Κι αφού έριξε το δίφραγκό της στον δίσκο που κράταγε η Φροσύνη η νεοκώρυσα, το έριξε μάλιστα κρυφά, να μην φανεί γιατί έβλεπε όλο τάλιρα και δεκάρικα στο δίσκο, τράβηξε για το στασίδι της μάνας της.

    Σαν τέλειωσε το τρισάγιο κι η Φροσύνη έμπασε στο ιερό το δίσκο γιομάτο τάληρα, δεκάρικα και στο βάθος κάτι λίγα πενηντάρια, ο παπα-Αντρέας διάβασε το Ευαγγέλιο της Αποκαθήλωσης «και λαβών ο Ιωσήφ το Σώμα ενετύλιξεν αυτώ σινδόνι καθαρά και έθηκεν αυτώ εν τω καινώ μνημείω». Τότε, μ’ ένα μακρόσυρτο «Δόξα σοι Κύριε, δόξα Σοι» του Γιώργη του Κοκόλα, κατέβηκε από την Ωραία Πύλη με την πένθιμη μωβ στολή του, δώρο του Δεσπότη Δαμασκηνού κι ήρθε θυμιατίζοντας μπροστά στον Σταυρωμένο, τον παραφορτωμένο με στεφάνια και περιτριγυρισμένο από καντήλια, λιβάνι και αρώματα. Για την Αποκαθήλωση.

    Έτρεξε τότε κι η Ανθούλα της χήρας της Νταΐνας με το σεντόνι όλο δαντέλα ξεδιπλωμένο, να δούνε την τέχνη της οι ενορίτισσες, να τυλίξει με αυτό τον Σταυρωμένο την ώρα που ο παπα-Αντρέας ως ο Ευσχήμων Ιωσήφ Τον κατέβαζε από τον Σταυρό. Κατόπιν γονάτισε σε μετάνοια με το κεφάλι στην ψάθα, πάνω από τις πλάκες, παρακαλώντας για την τύχη της, μέχρι που ο παπάς με το Σώμα στον ώμο αργά-αργά χάθηκε στο βάθος του ιερού κάτω από τα μάτια των πιστών και τα σταυροκοπήματα.

    Η ακολουθία συνεχιζόταν, σε λίγο ο Θεάνθρωπος κατέβαινε «εν τω καινώ αυτού μνημείω». Η πομπή φάνηκε στα σκαλιά της βόρειας πύλης.

    Ο Άλκης του Μπλέσσα και ο Σάκης του Ρούση, του επίτροπου, μπροστά με τα εξαπτέρυγα. Ο Νίκος ο Σπυράκης με τον Γιώργη τον Κοκόλα ακολουθούσαν ψέλνοντας «Ότε εν τω τάφω τω καινώ υπέρ του παντός κατετέθης, ο λυτρωτής του παντός…» Ο Δημητράκης του παπά με λευκή μακριά ποδιά και πένθιμες λωρίδες-ωράρια σταυρωτά στους ώμους, καμαρωτός θυμιάτιζε την πομπή. Ο Κωνσταντής ο Τσουκάλας, ο επίτροπος, άνοιγε δρόμο μεριάζοντας καρέκλες και γυναικόπαιδα.

    Η απεικόνιση της ταφής με το Σώμα του Χριστού χρυσοκεντημένο σε κόκκινο βελούδο, έβγαινε τώρα στο τέλος της πομπής από τη βόρεια πύλη κι αφού έκανε τρεις γύρους στην εκκλησία, τοποθετήθηκε στο κουβούκλιο του Επιταφίου.

    Η Φροσύνη η νεοκώρυσα έδενε ακόμα γύρω φιόγκους τις λευκές κορδέλες κάτω από τις ψαλμωδίες του Γιώργη του Κοκόλα «Σε, τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον» και τις οδηγίες της κυρα-Ευτέρπης του Κόκκινου, όταν οι γυναίκες ξεκίνησαν να προσκυνούν και τα παιδιά να μπουσουλάνε σταυρωτά κάτω από τον Επιτάφιο.

    «Ταις μυροφόροις γυναιξί παρά το μνήμα επιστάς ο άγγελος εβόα…»

    Ο παπα-Αντρέας υπενθύμισε τότε ότι τα ροδοπέταλα πάνω στο Σώμα του Χριστού δεν ήσαν ακόμα διαβασμένα κι έτσι δεν είχε νόημα να τα παίρνουν για φυλαχτό. Κατσάδιασε μάλιστα τη Βγενιά που γέμισε το πορτοφόλι της, τα ήθελε φάρμακο στα αρθριτικά της. Κι ο Κωνσταντής έβγαλε έξω από το αυτί την Ευταλίτσα του Γανωματή που βρέθηκε με τις χούφτες γιομάτες, έδωκε μάλιστα και κάτι σκαμπίλια στα παιδιά που, κοτζάμ μαντράχαλοι μπουσούλιζαν κάτω από τον Επιτάφιο και ξέστρωσαν τα απλαδόφυλλα της εξέδρας.

    Παρ’ όλα αυτά η Ανθή της χήρας της Νταΐνας έκρυψε βαθειά στον κόρφο της δυο ροζ ροδοπέταλα που πήρε κρυφά με το στόμα σαν ασπάστηκε. Τα ήθελε πάντα κοντά της.

    ***

     

    Κατηγορία: Πεζά
    Tags:

    1 Comment

One Response to “Λαμπρή απρόσμενη (ηθογραφικό διήγημα)”

  1. […] Γ. Κοτσάρω εδώ έναν σύνδεσμο που παραπέμπει σε ηθογραφικό διηγηματάκι, διαπραχθέν προ χρόνων. Ρίξτε του μια […]

Αφήστε ένα σχόλιο!


Προσαρμοσμένη αναζήτηση