Αρχική Ματιά
Νέο στη Ματιά
Β  Β 
Β 
Β 
Β 
E-books...
Αρχική Βιβλιοθήκης
...Αδόλφος Χίτλερ:
ο ηγέτης και η εποχή του!
Για να επιστρέψετε στα e-books πατήστε εδώ! Για να επιστρέψετε στην Βιβλιοθήκη πατήστε στην εικόνα της Βιβλιοθήκης!
Β 
Β 

Αδόλφος Χίτλερ: ο ηγέτης και η εποχή του
ή
Το ατομικό ως έκφραση του συλλογικού και το αντίστροφο

Β 

προηγούμενη σελίδα
Σελίδα 13 από 31
επόμενη σελίδα

ΙΑ΄) Στο μέτωπο

«Σύνδεσμος του συντάγματος»- Ο Χίτλερ πρωτομαθαίνει γαλλικά σ’ ένα καμπαρέ- Ένας στρατιώτης που δεν μοιάζει με τους άλλους- 7 Οκτωβρίου 1916- Ο πρώτος τραυματισμός-Στα μετόπισθεν- Ο Χίτλερ αγανακτεί- Στο Βερολίνο- Η ηττοπάθεια και η στάση του Χίτλερ απέναντί της.

Κατά τη διάρκεια της τετραήμερης μάχης που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Χίτλερ έδειξε εξαιρετική αντοχή και γενναιότητα. Για ανταμοιβή του, μάλιστα, ορίστηκε απ’ το συνταγματάρχη Λιστ «σύνδεσμος του συντάγματος».
«Επί πολλές βδομάδες του φθινοπώρου και του χειμώνα -γράφει ο Μπέκλερ-, με τον σάκο του γεμάτο από έγγραφα, βέβαιος ότι κρατούσε στα χέρια του την τύχη του γερμανικού στρατού, με πρόσωπο χλωμό, με την κάσκα του βυθισμένη ως τα φρύδια, με βλέμμα ζωηρό, με το μανδύα του γεμάτο λάσπες, πηδούσε τους λάκκους που άνοιγαν οι οβίδες, έπεφτε κάτω πρηνηδόν όταν καμμιά σφύριζε πάνω απ’ το κεφάλι του, έπαιζε το κρυφτούλι τις νύχτες με τις φωτοβολίδες. Δηλαδή, πάντα προσπαθούσε να κάνει πιστά το καθήκον του. Πολλές φορές, όταν ζητούσαν οι ανώτεροί του εθελοντές για επικίνδυνες αποστολές, ο Χίτλερ προσφερόταν απ’ τους πρώτους.
Στο μέτωπο, και μάλιστα σ’ ένα καμπαρέ από εκείνα που ακολουθούσαν το στρατό, πρωτόμαθε μερικές γαλλικές λέξεις. Δεν προχωρούσε όμως περισσότερο. Ήταν ένας «πραγματικός» Γερμανός στρατιώτης που πίστευε ότι δε θα του δινόταν ποτέ η αφορμή να μιλήσει μ’ έναν εχθρό, ούτε καν για να ρωτήσει το δρόμο π.χ. μέσα απ’ τα ερείπια των κατεστραμμένων γαλλικών χωριών που ακόμη κάπνιζαν. Άλλωστε, τους Γάλλους και τους Βέλγους στρατιώτες τους μισούσε. Εν τούτοις, όμως, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως κανείς δεν αναφέρει καμμιά του πράξη βιαιότητας εναντίον τους.
Στο μέτωπο λάμβανε γνώση, φυσικά όπως και οι άλλοι στρατιώτες, των ανακοινωθέντων του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου που καθημερινά ανήγγειλαν νίκες και θριάμβους του στρατού σε Ανατολή και Δύση. Ωστόσο, ο ίδιος δεν ενθουσιαζόταν. Απεναντίας μάλιστα, βρισκόταν σε μια διαρκή κατάσταση θυμού, γιατί έβρισκε ότι τα ανακοινωθέντα αυτά ήταν συντεταγμένα στο γνωστό, ξερό ύφος των στρατιωτικών. Είχε βαλθεί, λοιπόν, όχι μόνο να τα κριτικάρει, αλλά και να τα «διορθώνει» και κατόπιν να τα απαγγέλλει στους συμπολεμιστές του «στολισμένα και παραγεμισμένα» με διάφορες πομπώδεις φράσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να επιβληθεί στους άλλους στρατιώτες, πράγμα που το κατόρθωσε. Οι απλοϊκοί τύποι των γερμανών αγροτών τον θαύμαζαν αλλά δεν τον αγαπούσαν. Το ύφος και η υπερηφάνεια του τον έκαναν κάπως αντιπαθητικό. Στο μέτωπο, λοιπόν ο Χίτλερ είχε θαυμαστές, φίλους όχι.
Συνήθως έτρωγε μόνος, καθισμένος στον κορμό ενός κομμένου δέντρου. Δεν περίμενε κανένα γράμμα. Δεν είχε να γράψει σε κανένα. Ούτε, άλλωστε, ζητούσε άδεια ποτέ, όπως οι άλλοι στρατιώτες. Όταν τον ρωτούσαν πως δεν τύχαινε να θέλει κι αυτός να πεταχτεί για λίγες μέρες στο χωριό του, απαντούσε πως δεν είχε κανένα στον κόσμο για να πάει να τον επισκεφθεί. Και έδινε πάντα τη σειρά του σε κάποιον άλλο. Παρ’ όλη αυτή την απομόνωση, οι συστρατιώτες του δεν τον είχαν μεν φίλο, δεν τον συμπαθούσαν, αλλά τον εκτιμούσαν εξαιρετικά.
Και πώς να μην εκτιμήσουν οι γερμανοί στρατιώτες, με τις πρωσσικές περί πολέμου αντιλήψεις τους, τον άνθρωπο αυτό που υποστήριζε ότι ο πόλεμος δεν είχε προσλάβει όση επισημότητα θα έπρεπε;
Ο Βάγκνερ, οι μπροσούρες, οι συνεδριάσεις της Βουλής της Βιέννης άρχιζαν να αποδίδουν τ’ αποτελέσματά τους. Ο Χίτλερ δεν έμοιαζε με τους άλλους στρατιώτες. Ποτέ δεν τον καλούσαν οι συνάδελφοί του να παίξει μια παρτίδα χαρτιά μαζί τους, ή να γλεντήσει και αυτός με την παρέα τους σε καμιά διασκέδαση που είχαν οργανώσει σε κανένα χωριό των «μετόπισθεν».
Στο Μεσσέν, γνωρίστηκε με τον επιλοχία Αμάν, ο οποίος ύστερα από μερικά χρόνια, είχε την τύχη να γίνει μεγάλος εκδότης χάρη στην εκτύπωση των βιβλίων και γενικώς των εντύπων του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος που είχε αναλάβει. Διηγούνται ακόμη ότι σε κάποια μάχη στο ίδιο εκείνο σημείο, εξέθεσε σε φοβερό κίνδυνο τη ζωή του, λες και επιζητούσε τον θάνατο. Ήθελε άραγε να πεθάνει πολεμώντας υπέρ της Γερμανίας; Ίσως να είχε λάβει μια τέτοια απόφαση, κανένα βράδυ γιορτής που έβλεπε τους άλλους ν’ ανοίγουν τα πακέτα με τα γλυκά και άλλα δώρα που τους είχαν στείλει από τα σπίτια τους, ενώ αυτός επρόκειτο να γιορτάσει πίνοντας ένα φλιτζάνι τσάι. Ποιος ξέρει αν σε μια στιγμή ψυχικής ερημιάς δεν ένιωσε τη ματαιότητα της υπάρξεως του, κι αν δεν αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει ως προσφορά θυσίας στον βωμό της Πατρίδας του.
Λένε ακόμη ότι στη Μεσσίν, ένα βράδυ, σε μια στρατιωτική καντίνα, βρήκε για πρώτη φορά την ευκαιρία να διατυπώσει σε μερικούς στρατιώτες τις αντιλήψεις του για τους μασώνους και τους εβραίους. Φαίνεται όμως ότι ανάμεσα στους ακροατές του υπήρχε και κάποιος σοσιαλιστής που δεν τον άφησε να γίνει «κύριος του πεδίου». Από λόγο σε λόγο, ο Χίτλερ κι ο σοσιαλιστής-φαντάρος, παρά τρίχα να έρθουν στα χέρια. Χρειάστηκε να επέμβουν οι ψυχραιμότεροι. Πάντως το ρητορικό ταλέντο του Χίτλερ έκανε μεγάλη εντύπωση.
Στις 7 Οκτωβρίου του 1916 έλαβε χώρα η μάχη του Σόμ - η τρομερή αυτή μάχη που υπήρξε τόσο φονική, ώστε κάποιος Γερμανός συγγραφέας περιγράφοντάς την πρόσθεσε ότι «οι νεκροί πεθαίνουν δυο φορές». Ένας από τους απλούς και άγνωστους γερμανούς στρατιώτες που χάραξαν με το αίμα τους την εποποιία αυτή, υπήρξε και ο Χίτλερ. Γιατί εκεί, αφού πολέμησε λιονταρίσια σωριάστηκε κάτω, τραυματισμένος.
Η κατάστασή του ήταν απελπιστική. Όταν μετά τη μάχη τον μάζεψαν οι τραυματιοφορείς, στην αρχή τον νόμισαν για ετοιμοθάνατο. Ανέπνεε τόσο ασθενικά. Τον μετέφεραν, ωστόσο, σ’ ένα νοσοκομείο των μετόπισθεν και με τις πρώτες ιατρικές βοήθειες ξαναήρθε στη ζωή. Καθώς διηγούταν αργότερα ο ίδιος, ένιωσε να τον πλένουν, να του βγάζουν τα λασπωμένα ρούχα του. Με το μυαλό θολωμένο, ζαλισμένος καθώς ήταν ακόμη, χωρίς να έχει πλήρη συναίσθηση που βρισκόταν και τι είχε πάθει, άκουσε εν τούτοις να μιλάνε γύρω του γερμανικά. Γερμανικά όμως όχι σαν και εκείνα τα τραχιά των χαρακωμάτων. Μια γλώσσα γλυκειά, απαλή. Προς στιγμή φοβήθηκε μήπως είχε χάσει το λογικό του. Με μεγάλο κόπο, κατόρθωσε ν’ ανοίξει τα μάτια του. και τότε αντίκρυσε μπροστά του μια γλυκειά – τόσο γλυκειά – νέα γυναίκα που τον κοίταζε με στοργή, με συμπόνια. Ο βρόντος των κανονιών ακουγόταν από μακριά, από πολύ μακριά.
- Θεέ μου , ψιθύρισε ο Χίτλερ.
Έβλεπε κανένα όνειρο; Ήταν πραγματικότητα; Μα ήταν δυνατή, λοιπόν, τόση ευτυχία; Μια γερμανίδα να τον περιποιείται, να του μιλάει γερμανικά; Πόσο καιρό είχε ν’ ακούσει γυναικεία χείλη να μιλούν τη μητρική του γλώσσα... Της χαμογέλασε κι αυτός τρυφερά.
Το τραύμα του, ευτυχώς, δεν ήταν και τόσο σοβαρό όσο είχε φανεί στην αρχή. Όταν πέρασαν μερικές μέρες μπήκε στην ανάρρωση. Και οι γιατροί βρήκαν ότι μπορούσε να ταξιδέψει. Πήρε λοιπόν, «εξιτήριο» από το νοσοκομείο όπου βρισκόταν. Τον έστειλαν στο νοσοκομείο του Μπέλιτζ, κοντά στο Βερολίνο, για ν’ αποθεραπευτεί. Πέρασε πάλι από τη Λιέγη, από το Χέρβεντελ, τράβηξε κατόπιν για την Κολωνία, διέσχισε το Ρήνο. Έφθασε τέλος και στο Μπέλιτζ, μπήκε στο νοσοκομείο. Εκεί πλέον ανέπνευσε. Για πρώτη φορά έπειτα από τόσο καιρό κοιμήθηκε σε καθαρά σεντόνια, σε λευκά μαξιλάρια.
Αλλά μια παράξενη ατμόσφαιρα βασίλευε μέσα στο νοσοκομείο αυτό. Οι άλλοι νοσηλευόμενοι, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους ή σε κομψές κινητές πολυθρόνες, κουβέντιαζαν μεταξύ τους μ’ ένα ύφος ξέγνοιαστο, κοροϊδεύοντας εκείνους που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή, μιλώντας για τον πόλεμο με ελαφρότητα, σα να τον θεωρούσαν μια «ιλαροτραγική υπόθεση που κρατούσε αρκετά». Οι περισσότεροι προχωρούσαν ακόμη περισσότερο:
Καπνίζοντας με νωχέλεια –παρ’ όλη την απαγόρευση του καπνίσματος – μιλούσαν μα νοσταλγία για τις δουλειές τους που θα τις ξανάβρισκαν μετά τον πόλεμο, και λέγανε πως η δειλία δεν ήταν δειλία αλλά εξυπνάδα, μια εξυπνάδα που ήταν χίλιες φορές προτιμότερη από το να σκοτώνεται κανείς στον πόλεμο, που πάλι, ήταν η μεγαλύτερη κουταμάρα του κόσμου. Κανένας δεν αγανακτούσε ακούγοντας τα λόγια αυτά. Απεναντίας μάλιστα, όλοι συμφωνούσαν πέρα ως πέρα με τις ιδέες αυτές και σχημάτιζαν κύκλο με μερικούς άλλους, ακόμη πιο τολμηρούς, που μοίραζαν ελεύθερα συνταγές χάρη στις οποίες θα μπορούσε κανείς να έχει πυρετό κατά βούληση ή να αρρωστήσει από μεταδοτικό νόσημα χωρίς να προϋποτίθενται σχέσεις με γυναίκες.
Σε άλλες στιγμές, οι τραυματίες διηγόντουσαν με ποιο τρόπο ο καθένας τους είχε πληγωθεί στο μέτωπο. Διηγόντουσαν σκηνές φρίκης, σκηνές αποτροπιασμού. Όλοι μισούσαν το μέτωπο. Είχαν τη χειρότερη ιδέα για τη ζωή που περνούσαν οι στρατιώτες εκεί. Ενώ στα μετόπισθεν ήταν πολύ καλύτερα. Οι «ήρωες» -και πως γελούσαν περιφρονητικά όταν πρόφεραν τη λέξη αυτή- απολάμβαναν τα «αγαθά» της λάσπης, του χιονιού, του κινδύνου, των στερήσεων, του θανάτου. Ενώ οι «δειλοί» -και έκλειναν το μάτι ο ένας στον άλλο- προτιμούσαν τα νοσοκομεία, με τη ζεστασιά τους, με το καλό τους φαΐ, και με τις τόσο περιποιητικές, δροσερές νοσοκόμες. Και πως γελούσαν όλοι τρανταχτά, όταν κανείς τους εύρισκε καμιά έξυπνη έκφραση, καμιά πετυχημένη κοροϊδία για τους ηλίθιους «ήρωες» που σπαταλούσαν έτσι ανόητα ό,τι πολυτιμότερο είχαν στον κόσμο: το πετσί τους.
Ο Χίτλερ τα είχε χαμένα. Στην αρχή, βλέποντας πως αν φερόταν διαφορετικά από τους άλλους θ’ αποτελούσε μια χτυπητή παραφωνία, προσπάθησε να γελά κι αυτός μαζί τους. Σκεφτόταν ότι σε μια αίθουσα νοσοκομείου, η παλικαριά και οι ηρωισμοί δεν είχαν ασφαλώς καμιά θέση. Όμως η κατάσταση αυτή παρατραβούσε. Όλο τα ίδια αστεία, όλο οι ίδιες ειρωνείες. Και η καρδιά και η συνείδηση του Χίτλερ άρχισαν να επαναστατούν. Όταν προπαντός, οι τραυματίες έπιαναν στο στόμα τους τη «Μεγάλη Γερμανία», το ιδανικό του, και άρχιζαν να τη στολίζουν με διαφόρους σαρκασμούς, ο Χίτλερ, όσο κι αν προσπαθούσε να μη το δείξει, εκνευριζόταν. Δεν έβλεπε την ώρα, πλέον, πότε να φύγει απ’ το νοσοκομείο.
Έφτασε, τέλος πάντων, κάποτε και γι’ αυτόν αυτή η στιγμή. Με μεγάλη ανακούφιση άκουσε ένα πρωί τον γιατρό να του λέει πως είχε αποθεραπευτεί. Το ίδιο μεσημέρι τον κάλεσε ο Διευθυντής -ένας γέρος αρχίατρος- στο γραφείο του, και του είπε πως μπορούσε να βγει απ’ το νοσοκομείο και να επισκεφθεί το Βερολίνο.
Στο Βερολίνο! Το μεγάλο όνειρο της ζωής του, τέλος πάντων, θα εκπληρωνόταν. Θα έβλεπε το Βερολίνο, θα ανέπνεε την ατμόσφαιρά του, θα γνώριζε την πρωτεύουσα της Γερμανίας - της πατρίδας του. Και σε ποια εποχή, μάλιστα! Τη στιγμή που το Βερολίνο θα βρισκόταν, βέβαια, σ’ έναν πατριωτικό συναγερμό.
Με πόση χαρά πήρε το τρένο. Και με πόση λαχτάρα, όταν πήδησε στο σταθμό του Βερολίνου έτρεξε ν’ αγοράσει μερικές εφημερίδες. Γιατί αυτή ήταν η πρώτη του φροντίδα μόλις πάτησε το πόδι του στο Βερολίνο: ήθελε να διαβάσει μερικά άρθρα ενθουσιαστικά, μερικές ειδήσεις που θα τον γέμιζαν πατριωτική χαρά, ήθελε ν’ απολυτρωθεί από την απαίσια ατμόσφαιρα της ηττοπάθειας που βασίλευε στο νοσοκομείο.
Με την πρώτη ματιά όμως που έριξε στις εφημερίδες που αγόρασε, αμέσως κατσούφιασε. Τις βρήκε πολύ απαισιόδοξες στις κρίσεις τους. Όταν διάβασε μάλιστα στο κύριο άρθρο κάποιας απ’ αυτές ότι ήταν καιρός ν’ αρχίσουν διαπραγματεύσεις για την ειρήνη έγινε έξω φρενών. Μα ήταν δυνατόν Γερμανοί δημοσιογράφοι να γράφουν τέτοια πράγματα και να τα δημοσιεύουν, έτσι, ελεύθερα;
Αφού του πέρασε η πρώτη εντύπωση, ο Χίτλερ έμεινε συλλογισμένος. Ώστε η ηττοπάθεια είχε ρίζες βαθύτερες στην γερμανική ψυχή απ’ ότι είχε φανταστεί. Για ν’ αντιληφθεί κανείς την ψυχική κατάσταση του Χίτλερ εκείνο το απόγευμα, θα έπρεπε να ξέρει την αναστάτωση που επικρατούσε στη Γερμανία την εποχή εκείνη.
«Παντού, στα καφενεία, σε οποιοδήποτε δημόσιο μέρος, ως και στα τράμ ακόμη -γράφει ένας ιστορικός- στρατιωτικοί που βρίσκονταν σε άδεια ή έφεδροι με τα πολιτικά τους, έδιναν «τον τόνο» στην ειρηνιστική αυτή κίνηση. Κανένας, ωστόσο, δεν σκεπτόταν να εξεγερθεί εναντίον τους. Ο όχλος, άλλωστε, κουρασμένος, τσακισμένος απ’ τις ταλαιπωρίες και πεινασμένος από την έλλειψη τροφίμων, εκδήλωσε κι αυτός την επιθυμία του να γίνει κάποιος συμβιβασμός με τον εχθρό. Κι αναρωτιόταν ο Χίτλερ: Αφού, λοιπόν πρόκειται να γίνει ειρήνη, αφού δεν είχε κανένα ιδανικό αυτός ο πόλεμος, τότε σε τι είχαν χρησιμεύσει, άραγε, οι ανθρώπινες εκατόμβες της Φλάνδρας και του Σόμ;
Ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν βαθύτατα τη σημασία της ντεφετιστικής (ηττοπαθούς) προπαγάνδας, που εμπνέανε και υποστήριζαν οι ίδιοι οι εχθροί της Γερμανίας. Και, νομίζοντας ότι έτσι θα αντιδρούσε στους κινδύνους του ντεφετισμού (ηττοπάθειας), ο Χίτλερ αρνιόταν να επιτρέψει στον εαυτό του να χαρεί την αναρρωτική άδεια που είχε πάρει. Δεν πήγαινε στους κινηματογράφους, ούτε στα θέατρα. Απέφευγε ως και να κοιτάζει ακόμη στο δρόμο τις ωραίες γερμανίδες που ζούσαν χωρίς να υποψιάζονται, ή αδιαφορώντας για το δράμα που παιζόταν στο μέτωπο. Ζούσε σε μια φρικτή απομόνωση που άγγιζε τα όρια της παραφροσύνης. Άλλος, στη θέση του, θα είχε ασφαλώς τρελαθεί. Η κοσμοπολίτικη ζωή του Βερολίνου του βάραινε την ψυχή».
Κι έτσι, ενώ είχε φύγει τόσο χαρούμενος εκείνο το απόγευμα για το Βερολίνο, το βράδυ γύρισε με την ψυχή βαριά, γεμάτη μελαγχολία, στο νοσοκομείο του...

Αδόλφος Χίτλερ: ο ηγέτης και η εποχή του

ΙΒ΄) Ήρωας.

Επιστροφή στη Βαυαρία.- Φτώχεια και απελπισία.- Μόνος...1917.- Ηρωισμοί, παράσημα και φαντασία.- Στις 13 Οκτωβρίου τραυματίζεται για δεύτερη φορά.- Τυφλός.- Ο γερμανικός λαός επαναστατεί.- «Χάσαμε τον πόλεμο!».

Την άλλη μέρα, ο διευθυντής του νοσοκομείου τον κάλεσε, και τον ειδοποίησε ότι θα έφευγε για τη Βαυαρία. Του έδωσε μάλιστα και το «εξιτήριό» του, καθώς και μια διαταγή για να πάει σ’ ένα νοσοκομείο κοντά στο Μόναχο, και να περάσει εκεί την άδειά του.
Ο Χίτλερ αναστέναξε με ανακούφιση όταν μπήκε στον σταθμό του Άνχαλτ, απ’ όπου θα έφευγε. «Είχε την εντύπωση -όπως γράφει ο Μπεκλέρ- ότι άφηνε πίσω του ένα μεγάλο φρενοκομείο!». Το μόνο που τον έκανε να μελαγχολεί, ήταν όταν θυμόταν τα λόγια που του είχε πει ο Διευθυντής όταν του έδινε το εξιτήριό του:
- Είναι περιττό, του είχε πει να μένεις εδώ, στο Βερολίνο, αφού δεν έχεις συγγενείς. Καλύτερα να πας στο Μόναχο όπου βρίσκονται λιγότεροι τραυματίες.
Ώστε θα ήταν πάντα μόνος κι έρημος, χωρίς κανένα δικό του άνθρωπο; Ας είναι όμως. Παρηγορούταν με την ιδέα ότι στο Μόναχο, τουλάχιστον, δεν θα είχε εισχωρήσει το μικρόβιο του «ντεφετισμού» (ηττοπάθειας, απ’ την αγγλική λέξη defeat=ήττα). Οι Βαυαροί ήταν πατριώτες. Θα μπορούσε να βρει, τέλος πάντων, ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσε να συνεννοηθεί, ανθρώπους που θα δονούνταν με τα ίδια αισθήματα όπως και αυτός.
Αλίμονο, όμως. Μόλις έφτασε στο Μόναχο, αντελήφθη πως και εκεί η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη από το Βερολίνο. Η «ηττοπάθεια» βρισκόταν κι εκεί στην ημερήσια διάταξη. Το ηθικό του πληθυσμού δεν ήταν όπως το είχε αφήσει, πριν φύγει για το μέτωπο. Είχε πάθει μια τρομαχτική κατάπτωση. Οι κάτοικοι της Βαυαρικής πρωτεύουσας, που ανήκαν ως επί το πλείστον στην ανώτερη κοινωνική τάξη, στην τάξη των ευγενών, δήλωναν ορθά κοφτά όπου και αν βρισκόντουσαν, ότι είχαν πια κουραστεί από την αοριστία στην οποία ζούσαν, απ’ την αφόρητη αυτή παράταση του πολέμου και ζητούσαν ειρήνη. Σ’ όλα τα κέντρα: στα σαλόνια, στα καφενεία, στους κινηματογράφους, στα θέατρα, παντού, δεν γινόταν λόγος για τίποτε άλλο παρά για την ειρήνη. Ο κόσμος είχε κουραστεί. Η γερμανική ψυχή είχε λυγίσει. Αυτό ήταν φανερό. Οι στερήσεις, η έλλειψη τροφίμων, όλα αυτά είχαν σκορπίσει την απελπισία. Το πλήθος σχημάτιζε «ουρές» έξω από τα μπακάλικα, από τα κρεοπωλεία, από τους φούρνους. Όλα αυτά τα είδη αγοραζόντουσαν μόνο με δελτία και σε ποσότητες που, μέρα με την ημέρα, λιγόστευαν. Όλα αυτά έκαναν τον κόσμο να κοιτάζει τη δική του την «κατάντια» και ν’ αδιαφορεί τελείως για το τι γινόταν στο μέτωπο. Και σ’ όλων τα στόματα υπήρχε μια φράση μόνο:
- Αρκετά πιά!
Ο Χίτλερ, μπρος στην αφόρητη αυτή κατάσταση που του πίεζε την ψυχή και του γκρέμιζε τα ιδανικά του, δεν έβλεπε παρά μια διέξοδο μονάχα: Την απομόνωση. Δεν υπήρχε παρά ένα μέσο μόνο για να κρατήσει αυτός τουλάχιστον αγνή την ψυχή του, αμόλυντη από το σκορπισμένο παντού, γύρω στην ατμόσφαιρα, δηλητήριο του αντιπατριωτικού «ντεφετισμού» (ηττοπάθειας, απ’ την αγγλική λέξη defeat=ήττα): Να απομακρύνεται απ’ τον κόσμο, όλο και πιο πολύ, όπως κάνουν οι ποιητές. Έτσι, ξαναβρέθηκε πάλι μόνος, αλλά όχι εντελώς αφού είχε τη συντροφιά των μεγάλων φιλοσόφων: του Νίτσε, του Καντ. Γιατί, την εποχή εκείνη, ρίχτηκε πάλι «με τα μούτρα» στη μελέτη. Εκεί εύρισκε μονάχα παρηγοριά. Προσπαθούσε ακόμη να μάθει και καμιά ξένη γλώσσα.
Η στρατιωτική ζωή όμως, δυστυχώς, δεν τον άφηνε να αποξενώνεται, όσο θα ήθελε αυτός, από τον κόσμο. Ήταν αναγκασμένος να κάνει παρέα με τους άλλους «αναρρωνύοντες». Κι έτσι περίμενε με ανυπομονησία, πότε θα ξαναέφευγε για το μέτωπο. Εκεί, τουλάχιστον, θα ξεχνιόταν στον κίνδυνο, στη φωτιά.
Και μια μέρα, εντελώς αναρρωμένος πια, ξανάφευγε με χαρά για το μέτωπο. Εκεί θα ανέπνεε ελεύθερα.
Αρχίζει μια νέα περίοδος ηρωισμών για τον στρατιώτη Χίτλερ. Τα καινούργια του κατορθώματα μας διηγείται ένας από τους καλύτερους βιογράφους του, ο Μπέκλερ, ως εξής:
- «Τον Μάρτιο του 1917, ο Χίτλερ φθάνει επιτέλους στο Γαλλικό μέτωπο. Το σύνταγμα Λίντ, στο οποίο ανήκει, κατά το διάστημα της απουσίας του έχει σχεδόν αποδεκατιστεί. Πολλούς από τους παλιούς του συμπολεμιστές δεν τους βρίσκει πια: έχουν ξεψυχήσει στα πεδία των μαχών. Ο Χίτλερ αναστενάζει. Τόσες πολλές θυσίες, λοιπόν, χρειάζονται για τη νίκη;»
- «Ευτυχώς, τουλάχιστον, σκέπτεται, που στο τέλος θα νικήσει η Γερμανία. Γιατί δεν είναι δυνατόν να μη νικήσει!».
Στο βάθος είναι ευχαριστημένος, ωστόσο, γιατί κατά την περίοδο εκείνη γίνονται δύο «καλά» για τη Γερμανία: εφ’ ενός η ρωσική μεταπολίτευση, και εφ’ ετέρου η συντριβή της Ιταλίας. Οι Γερμανοί, για ακόμη μία φορά, ελπίζουν στη νίκη. Κι ο Χίτλερ, νιώθει πάλι τον ενθουσιασμό του να γιγαντώνεται μέσα στα στήθη του, γιατί πιστεύει πως θα μπορέσει κι αυτός να συμβάλει στη νίκη με τις μικρές του δυνάμεις. Για να το κατορθώσει αυτό, ξαναρχίζει το παλιό του σύστημα: να διορθώνει, δηλαδή, τα κείμενα των επίσημων ανακοινωθέντων, και να τα διαβάζει μεγαλόφωνα στους συναδέλφους του.
Ωστόσο του μέλλεται να δοκιμάσει νέα απογοήτευση. Τον καιρό που είχε πρωτο εφαρμόσει αυτό το σύστημα -πριν πληγωθεί- οι στρατιώτες τον άκουγαν με κέφι. Τώρα όμως έχουν χάσει και το κέφι τους και τη διάθεσή τους. Δεν έχουν καμιά όρεξη να τον ακούνε. Τρία χρόνια μετώπου, τρία χρόνια πολέμου και φρίκης, ήταν αρκετά για να τους κάνουν να θεωρούνε εκείνον τον ενθουσιώδη τύπο ως τρελό. Έτσι, μόλις άρχισε να διαβάζει τα «παραγεμισμένα» με πατριωτικές εξάρσεις ανακοινωθέντα, του γύριζαν τις πλάτες σκάζοντας στα γέλια.
- Αν νομίζεις, του είπε ένας από τους «ακροατές» μια μέρα, πώς έχεις τόσο πολύ μυαλό, γιατί δεν πηγαίνεις στο Βερολίνο, να τα πεις όλα αυτά στους πολιτικούς που μας έχουν εδώ και μας σκοτώνουν;
- Το καλό που σου θέλω, πρόσθεσε κάποιος άλλος, εδώ στο μέτωπο να τ’ αφήσεις. Και να κοιτάζεις να κάνεις μόνο τη δουλειά σου, χωρίς να προσπαθείς να δίνεις μαθήματα στους άλλους!
Κάποτε, αποπειράθηκε να εκθέσει τις σκέψεις του για τον πόλεμο στον ανθυπολοχαγό Ροδόλφο Ές, τον κατόπιν υπαρχηγό του. Ο ανθυπολοχαγός, όμως, δεν του έδωσε καμιά σημασία. Άλλωστε, κατά τους κανονισμούς της στρατιωτικής πειθαρχίας δεν μπορούσε να υφίσταται καμιά σχέση μεταξύ ενός ανθυπολοχαγού κι ενός απλού στρατιώτη. Ο Χίτλερ ήταν μοιραίο να τραβήξει την προσοχή των ανωτέρων του μονάχα με την στρατιωτική του συμπεριφορά.
Σχετικά με αυτό διηγούνται μια ιστορία, που όσο κι αν φαίνεται απίθανη, αξίζει να αναφερθεί εδώ, γιατί είναι πάρα πολύ γνωστή στη Γερμανία. Μια μέρα -λένε οι βιογράφοι του Φύρερ- είχε αποσταλεί ως στρατιώτης-σύνδεσμος με κάτι έγγραφα σ’ ένα γειτονικό σύνταγμα. Μόλις απομακρύνθηκε λίγο από το χαράκωμα, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια γαλλική περίπολο που αποτελούνταν από καμιά δωδεκαριά στρατιώτες. Ο Χίτλερ τους πρότεινε αμέσως το όπλο του, και χωρίς να πυροβολήσει, με μεγάλη καθώς λένε ψυχραιμία, τους εξήγησε -σε ποια γλώσσα, άραγε; Αυτό δεν μας το εξηγούν οι βιογράφοι του- ότι αν δεν δέχονται να τον ακολουθήσουν, θα καλούσε σε βοήθεια τους Γερμανούς στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί κοντά, και θα τους έσφαζαν όλους. Οι Γάλλοι, στο άκουσμα της απειλής αυτής, τα χρειάστηκαν! Αναγκάστηκαν να παραδοθούν και οδηγήθηκαν, δώδεκα αυτοί από τον Χίτλερ μόνο, στον συνταγματάρχη Λίντ, που παρασημοφόρησε αμέσως με τον «σιδηρούν πολεμικό σταυρό» τον ήρωα.
Πάντως, γεγονός είναι ότι ο Χίτλερ, την εποχή εκείνη, πρόσθεσε άλλο ένα παράσημο σε μερικά άλλα που στόλιζαν το στήθος του. Οι ίδιοι βιογράφοι του Χίτλερ αφηγούνται όμως και κάτι άλλο ακόμη: Σε κάποια μάχη, και σε μια στιγμή όπου το σύνταγμα αποδεκατισμένο έχασε και τους αρχηγούς του, ο Χίτλερ δεν δίστασε ν’ αναλάβει την αρχηγία και να οδηγήσει τους λίγους φαντάρους που απέμειναν, στη νίκη.
Ο ίδιος ο Μπέκλερ, διηγείται παρακάτω:
«Ας σημειωθεί ότι οι βιογράφοι του Χίτλερ δεν είναι και πολύ αξιόπιστοι. Είτε εκ παραδρομής και επιπολαιότητας, είτε και από σκοπού, συγχέουν τις ημερομηνίες και τα γεγονότα. Πάντως η προσπάθειά τους συνίσταται στο να μπορέσουν να παρουσιάσουν τον Χίτλερ ως ένα ασύγκριτο ήρωα των μαχών- θαύμα ψυχικής και σωματικής αντοχής, τέρας θεληματικότητας».
Αν στηριχτούμε στα λεγόμενα του ίδιου, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι ο Χίτλερ πολέμησε μόνο στο μέτωπο της Φλάνδρας.
«Κατά τον Ιούλιο του 1917 -διηγείται ο Φύρερ στ’ Απομνημονεύματά του- ανασκάψαμε με το πυροβολικό μας, το έδαφος εκείνο που είχε γίνει πλέον ιερό για εμάς. Στα 1918, για τρίτη φορά βρεθήκαμε στο αρχικό πεδίο επιθέσεως του 1914. Το χωριό Κομμίν, που μας είχε χρησιμεύσει άλλοτε ως βάση ανεφοδιασμού, είχε μεταβληθεί τώρα σε πεδίο μάχης».
Δεν είχαν αλλάξει όμως μόνο τα πεδία των μαχών, την εποχή εκείνη. Είχε αλλάξει και ο γερμανικός στρατός, που είχε πάψει να είναι ο καλύτερος στρατός του κόσμου. Οι στρατιώτες είχαν αρχίσει να ενδιαφέρονται για την πολιτική. Το γερμανικό μέτωπο είχε αρχίσει να «κάμπτεται» σ’ όλα του τα σημεία. Κάθε άμυνα ήταν ανώφελη. Ο Χίτλερ, που παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή την εξέλιξη των πραγμάτων, είχε προβλέψει την καταστροφή.
Υπήρξε, όμως και... τυχερός σ’ ένα σημείο: Στις 13 Οκτωβρίου 1918 τραυματίστηκε για δεύτερη φορά. Κι έτσι δεν παρευρέθη στην τραγική υποχώρηση του Γερμανικού στρατού.
«Τη νύχτα της 13ης προς την 14η Οκτωβρίου -γράφει στ’ απομνημονεύματά του- το σύνταγμά μας υπέστη επίθεση εκ μέρους των άγγλων με ασφυξιογόνα αέρια στο Ύπρ. Τα αέρια αυτά ήταν πραγματικά σατανικά. Ήταν τα περίφημα αέρια του «κίτρινου σταυρού», που δεν μπορούσαμε να μαντέψουμε την εμφάνισή του, παρά μόλις άρχιζαν να εκδηλώνουν στον οργανισμό μας τα αποτελέσματά τους. Εκείνη τη νύχτα ήταν μοιραίο να τα δοκιμάσω κι εγώ. Το βράδυ της 13ης κατά το σούρουπο, βρεθήκαμε σ’ ένα λόφο, δυτικά του Βερβίκ. Ξαφνικά άρχισε εναντίον μας ένας αδιάκοπος καταιγισμός οβίδων. Ο βομβαρδισμός κράτησε όλη τη νύχτα, με την ίδια σχεδόν ένταση. Τα μεσάνυχτα, το μεγαλύτερο μέρος του τμήματός μας άρχισε να υποχωρεί, αφήνοντας πίσω του αρκετούς συμπολεμιστές μας, που είχαν κλείσει τα μάτια τους για πάντα. Το πρωί άρχισα να νιώθω σ’ όλο μου το κορμί έναν πόνο, που ολοένα και δυνάμωνε. Άρχισα να σέρνομαι προς τα μετόπισθεν, όπου έφθασα κατά τις εννιά. Λίγες στιγμές αργότερα, ένιωσα τα μάτια μου να με καίνε, σα να είχα στη θέση τους αναμμένα κάρβουνα. Γύρω μου είχαν γίνει όλα σκοτεινά...».
Ας διαβάσουμε τώρα τι λέει σχετικά με τους ηρωισμούς του Χίτλερ, και ο λοχαγός Ρέμ, στ’ Απομνημονεύματά του: «Ο Χίτλερ αναφέρει ευχαρίστως, ή αφήνει τους άλλους ν’ αναφέρουν, τις ημερομηνίες των τραυματισμών του, των αποστολών και των μαχών στις οποίες έλαβε μέρος, καθώς και τις τιμητικές διακρίσεις που του έγιναν. Δεν μας λέει όμως μερικά άλλα σπουδαιότατα πράγματα: υπό ποιες συνθήκες, κυρίως, έλαβε τον «Σιδηρούν Σταυρό Α΄ τάξεως», που απένειμαν πολύ σπανίως στη Γερμανία. Πολλές εξηγήσεις έχουν δοθεί σ’ αυτό το μυστήριο. Υπάρχουν μάλιστα μερικοί που ισχυρίζονται ότι ο Χίτλερ δεν είχε δικαίωμα να φέρει αυτό το παράσημο».
Μια άλλη έρευνα για τον τρόπο της αποκτήσεως του Σιδηρού Σταυρού Α΄ τάξεως από τον Χίτλερ, αποκαλύπτει τα εξής:
Στα 1918, κατόπιν διαταγής του Γενικού Γερμανικού Επιτελείου, τα Επιτελεία των διαφόρων μονάδων μάχης είχαν δικαίωμα ν’ απονείμουν σ’ όσους σκοτώνονταν στον πόλεμο το παράσημο αυτό. Ο Χίτλερ είχε νομιστεί σκοτωμένος. Του έδωσαν λοιπόν το παράσημο. Κι όταν αποδείχτηκε ότι δεν είχε σκοτωθεί, δεν μπορούσαν να του το πάρουν, πλέον, πίσω. Το φυσικότερο ήταν να το κρατήσει.
Ύστερα απ’ τον δεύτερο τραυματισμό του, ωστόσο, ο Χίτλερ απεστάλη στο νοσοκομείο του Πάζεβαλκ, στην Πομμερανία. Εκεί, όπως θα δούμε παρακάτω, ήταν μοιραίο να παρευρεθεί στην έκρηξη της επανάστασης. Παρασημοφορημένος, αλλά δυστυχισμένος, τραυματισμένος στην ψυχή και στο κορμί, με το σκοτάδι απλωμένο μπρος τα μάτια του, σέρνοντας τα βήματά του ανάμεσα σ’ έναν κόσμο γερμανών τρομοκρατημένων και άχρηστων, ο Χίτλερ ένιωσε τον πιο μεγάλο πόνο για το κατάντημα της θετής του πατρίδας.
Κατά την εποχή εκείνη, όπως εξομολογείται ο ίδιος, αισθάνθηκε έντονα πλέον την «εξ ουρανού επιφοίτηση» ν’ αναλάβει αυτός ν’ αντιμετωπίσει τα δυστυχήματα της Γερμανίας!
Στο Πάζεβαλκ, κάποια νύχτα αγρύπνιας και αγωνίας για τη μελλοντική τύχη του παγγερμανισμού, μέσα σε μια αίθουσα νοσοκομείου γεμάτη από αναθυμιάσεις φαρμάκων και όπου αντηχούσαν τα βογγητά των πληγωμένων στρατιωτών, αποφάσισε τελειωτικά πια ν’ αναμιχθεί στην πολιτική.
Στις 16 Νοεμβρίου, γιατρεμένος τελειωτικά, ήταν έτοιμος ν’ αρχίσει τη δράση. «Κι έτσι -όπως γράφει ο Ρέμ- η παρ’ ολίγο τύφλωση του Χίτλερ εξ αιτίας των «κίτρινων αερίων» δεν κράτησε παρά τέσσερις εβδομάδες. Γεγονός είναι, ωστόσο, πως λίγο έλειψε να χάσει το φως του».
Είναι αποδειγμένο ότι ο Χίτλερ από την εποχή που λίγο έλειψε να τυφλωθεί, δεν ξαναέφυγε από τη Γερμανία.
Άλλοι υποστηρίζουν πως ένας τέτοιος άνθρωπος, σαν τον μέλλοντα Φύρερ, δεν ήταν δυνατό να μην έλαβε μέρος στην υπογραφή της ανακωχής, και τον τοποθετούν σε ένα σημείο έξω από το Βερολίνο, απ’ όπου πέρασαν οι γερμανοί απεσταλμένοι για να πάνε να συναντήσουν τον στρατάρχη Φός και να υπογράψουν την Ανακωχή.
Γεγονός είναι πάντως, ότι ο Χίτλερ στον πόλεμο έδειξε καλή διαγωγή. Αποδείχτηκε, άλλωστε, αυτό στα 1932, κατά τη δίκη που κίνησε ο ίδιος εναντίον της «Ηχούς του Αμβούργου». Κάποιος άγνωστος εργάτης, ο Μιχαήλ Σλεχούμπερ, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας και κατέθεσε ότι κατά τον μεγάλο πόλεμο ήταν συμπολεμιστής του Χίτλερ και του δόθηκε πολλές φορές η αφορμή να εκτιμήσει τις πολεμικές αρετές του επί του πεδίου της μάχης.
Αλλά και οι χειρότεροι ακόμη εχθροί του Εθνικοσοσιαλισμού, πιστοποιούν πως ο Χίτλερ, ως στρατιώτης, υπήρξε πρότυπο αρετής και ανδρείας. Η πιστοποίηση, βέβαια, αυτή διαφέρει κάπως από τους υπερβολικούς επαίνους με τους οποίους τον κοσμούν οι διάφοροι πληρωμένοι κόλακες του δικτάτορα, οι οποίοι με τις συγκεχυμένες τους πληροφορίες θα βάλουν σε πολύ δύσκολη θέση τον ιστορικό του μέλλοντος. Η θέση του ιστορικού αυτού θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη από την καταστροφή των αρχείων, ή την παραποίηση των εγγράφων των σχετικών με τη στρατιωτική ζωή του Χίτλερ. Είτε με την ιδέα ότι του προσφέρουν υπηρεσία, είτε και κατ’ εντολή του ιδίου, την παραποίηση αυτή την έκαναν οι φίλοι του αμέσως μετά τη νίκη του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν ο Χίτλερ, όταν, σαν βόμβα εξερράγη η επανάσταση στη Γερμανία. Όσο κι αν ο πρώτος κίνδυνος της τυφλώσεως είχε περάσει, τα μάτια του τον πονούσαν πάντα. Ο Χίτλερ διέκρινε τώρα πλέον τα εξωτερικά σχήματα των αντικειμένων, αλλά, όπως του είχαν πει οι γιατροί, έπρεπε να χάσει κάθε ελπίδα πως θα μπορούσε ποτέ να γίνει ζωγράφος. Και τότε ακριβώς, ακαθόριστα στην αρχή, πιο συγκεκριμένα κατόπιν, άρχισαν να φθάνουν διάφορες διαδόσεις. Ο λαός είχε επαναστατήσει. Ο στρατός θα έκλεινε όπως-όπως ειρήνη. Ο Χίτλερ δεν ήθελε να πιστέψει πως η γερμανική ψυχή είχε καμφθεί σε τέτοιο σημείο.
- Θα είναι συκοφαντίες, συλλογιζόταν.
Ένα πρωί όμως, στις 10 Νοεμβρίου, ο πάστορας έφθασε στο νοσοκομείο, αναστατωμένος, συγχυσμένος. Οι στρατιώτες τον τριγύρισαν αμέσως ανήσυχοι. Κατάλαβαν πως έφερνε νέα. Ο πάστορας, τότε, με φωνή τρεμουλιαστή, τους ανήγγειλε ότι οι Χοεντζόλλερν είχαν εγκαταλείψει τον θρόνο, ότι είχε ανακηρυχθεί Δημοκρατία.
- Πρέπει όλοι μας να παρακαλέσουμε τον Παντοδύναμο, πρόσθεσε, να μην αρνηθεί τις ευλογίες του στη μεταβολή αυτή, και να μην εγκαταλείψει τον γερμανικό λαό.
Τα μάτια του γέρο-πάστορα είχαν γεμίσει δάκρυα και άθελά του άρχισε να πλέκει το εγκώμιο της αυτοκρατορικής οικογένειας της Γερμανίας. Οι άρρωστοι, οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, όλοι, είχαν πέσει σε βαθιά μελαγχολία.
- Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό, εξακολούθησε ο γέρος ιερέας με φωνή μισοσβυσμένη από τη συγκίνηση.
Ο Χίτλερ μάντευε ποιο θα μπορούσε να ήταν το χειρότερο κι ένιωσε την καρδιά του να παύει να χτυπά.
- Το χειρότερο, συνέχισε ο πάστορας, είναι ότι οι Γερμανοί βρίσκονται τώρα υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν την πάλη. Χάσαμε τον πόλεμο! Η σωτηρία του έθνους εξαρτάται τώρα πια από τον οίκτο των εχθρών.
Ο Χίτλερ πνιγόταν. Η ισχυρή συγκίνηση είχε ξαναβυθίσει τα άρρωστα μάτια του, προς στιγμή, μέσα στο σκοτάδι. Τρεκλίζοντας γύρισε στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα, κι έχωσε το κεφάλι του που έκαιγε μέσα στο μαξιλάρι, για να κρύψει τους λυγμούς του.
Το Χειμώνα του 1918, οπωσδήποτε, ο Χίτλερ πήρε εξιτήριο και από το νοσοκομείο του Πάζεβαλκ, γιατί είχε γιατρευτεί εντελώς από τις πληγές και από τις τοξινώσεις του πολέμου. Στάλθηκε στο εφεδρικό σύνταγμα του Λίστ, που στρατωνιζόταν στην αρχή στο Μόναχο και κατόπιν στο Τρασινστάιν, πενήντα χιλιόμετρα δηλαδή ακριβώς μακριά από το Μπραουνάου, όπου είχε γεννηθεί ο Χίτλερ.

Αδόλφος Χίτλερ: ο ηγέτης και η εποχή του

ΙΓ΄) Επανάσταση στη Γερμανία!

Ο Χίτλερ κόβει το πιοτό και τα τσιγάρα.- Μερικά μυστήρια.- Μέλος ανακριτικής επιτροπής.- Οι θεωρίες του Φέντερ.- Ο Χίτλερ αποφασίζει να δράσει.

Δεν έμοιαζε καθόλου τώρα ο Χίτλερ με τον ωραίο Αδόλφο που είχε ξεκινήσει μια μέρα, χαρούμενος και γεμάτος όνειρα για το μέτωπο. Ο πόλεμος τον είχε κυριολεκτικά τσακίσει. Αν και δεν ήταν πάνω από 29 χρόνων, μια χλωμάδα νεκρική εν τούτοις είχε απλωθεί στο πρόσωπό του. Τα νεύρα του είχαν γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητα. Στην ιατρική εξέταση που του έκαναν στο νοσοκομείο, του βρήκαν διάφορα συμπτώματα υστερισμού. Το πιο περίεργο είναι ότι είχε αλλάξει και η φωνή του ακόμη: είχε γίνει αδύναμη και αντιπαθητική. Οι γιατροί τον υπέβαλλαν σε αυστηρή δίαιτα. Αυτό που του κόστισε πιο πολύ όμως απ’ όλα ήταν ότι τον ανάγκασαν να κόψει το ποτό και τα τσιγάρα. Οι επίσημοι βιογράφοι του ισχυρίζονται ότι ο Φύρερ δεν έκανε τη θυσία αυτή επειδή τον πίεσαν οι γιατροί του, αλλά για λόγους φιλοσοφίας. Επειδή, για την ακρίβεια, είχε υποσχεθεί πως, αν ο Θεός ξαναπατούσε στο Βαυαρικό έδαφος, θα θυσίαζε και το τσιγάρο και τη μπύρα του. Το γεγονός ωστόσο είναι ότι ο Χίτλερ, στην περίσταση αυτή, έδειξε μεγάλο ψυχικό σθένος. Από την εποχή εκείνη, δεν ξανάβαλε στο στόμα του ούτε τσιγάρο ούτε ποτό. Ακόμη και αργότερα, στη λέσχη των Εθνικοσοσιαλιστών του Βερολίνου, όπου σύχναζε σχεδόν κάθε βράδυ, ενώ η παρέα του παρήγγελνε διάφορα ποτά, αυτός αρκούνταν στο να πίνει λίγο μεταλλικό νερό.
Ιδού πως διηγείται ο ίδιος ο Χίτλερ την επιστροφή του στη Βαυαρία: «Όταν έφθασα -γράφει- στο Μόναχο, στην αρχή του Νοεμβρίου του 1918, η πρώτη μου δουλειά ήταν να πάω στο σύνταγμά μου, που βρισκόταν στην εξουσία των «συμβουλίων των στρατιωτών». Η οργάνωση αυτή μου έκανε τόσο κακή εντύπωση από την πρώτη στιγμή, ώστε ζήτησα αμέσως να φύγω από κει, και πήγα στο Τράσινστάιν μαζί μ’ έναν πιστό μου συμπολεμιστή, τον Σμίθ Έρνστ. Έμεινα εκεί μέχρι της διαλύσεως του στρατοπέδου. Τον Μάρτιο του 1919 γυρίσαμε στο Μόναχο.
Στο σημείο αυτό τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Από πολύ νωρίτερα, από την εποχή που ήταν απλός εργάτης, ο Χίτλερ είχε ήδη εκδηλώσει τι αισθήματα έτρεφε προς τον σοσιαλισμό και τον μαρξισμό. Την εποχή εκείνη, εντούτοις, με την καταπληκτική μαρτυρία ενός εργάτη, ο Χίτλερ έδειξε προς στιγμή ότι είχε αλλάξει γνώμη. Ότι δεν θεωρούσε πια τον σοσιαλισμό ως μια επικίνδυνη ουτοπία ούτε τον μαρξισμό ως ένα σύστημα που θα προκαλούσε την καταστροφή της Γερμανίας. Στον εργάτη αυτό -όπως ισχυρίζεται ο ίδιος- είχε πει απλούστατα ότι βρισκόταν σ’ επαφή με τον γραμματέα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Βαυαρίας με σκοπό να κατορθώσει να μπει στην υπηρεσία της προπαγάνδας του κόμματος αυτού. Και κατά την «Εργατική Εφημερίδα της Δυτικής Γερμανίας» που δημοσίευσε την μαρτυρία αυτή, οι διαπραγματεύσεις με τον γραμματέα του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος κόπηκαν απότομα, και τότε μόνο ο Χίτλερ ξαναθυμήθηκε τις παλιές του δοξασίες και ξαναγύρισε προς τα κόμματα της δεξιάς.
Όλα τα παραπάνω, όμως, είναι αόριστα και ανεξακρίβωτα. Το μόνο ύποπτο είναι ότι ο Χίτλερ δεν έδωσε ποτέ καμιά εξήγηση πάνω στο σημείο αυτό της ζωής του.
Επίσης, ένα ερώτημα στο οποίο κανένας βιογράφος του, δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει είναι το εξής:
- Ποιά στάση, άραγε, τήρησε ο Χίτλερ κατά τα δραματικά γεγονότα της Βαυαρικής Επαναστάσεως του 1919;
Είναι γνωστές οι τραγικές συνθήκες υπό τις οποίες εξερράγη η Επανάσταση αυτή- ή μάλλον η μοναδική αυτή κομμουνιστική απόπειρα επανάστασης της Γερμανίας. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1919 δολοφονήθηκε ο αρχηγός των Σοσιαλιστών, ο περίφημος Κούρτ Άϊσνερ, από κάποιο νεαρό φοιτητή του Πανεπιστημίου του Μονάχου, τον κόμητα Άρκο Βάλλεϋ. Λίγες ώρες αργότερα, η ψυχή της αντεπαναστάσεως, ο υπουργός Άουερ δολοφονήθηκε κι αυτός από κάποιον φανατικό μέσα στον περίβολο της Βαυαρικής Διαίτης. Την ίδια μέρα έπεσε νεκρός από τις σφαίρες κάποιου άλλου δολοφόνου κι ο βουλευτής Όζελ. Κι από τη στιγμή εκείνη, το Μόναχο βρέθηκε σε πλήρη αναρχία. Άρχισαν οι συλλήψεις, οι τουφεκισμοί, οι δολοφονίες.
Το υπουργείο Χόρμαν, που αν και σοσιαλιστικών αρχών, εθεωρείτο εν τούτοις ως αντιδραστικό, αποδείχτηκε ανίκανο να κρατήσει την εξουσία. Αθλιότητα και πείνα επικρατούσε σ’ ολόκληρη τη χώρα. Άρχισε να γίνεται λόγος για την οργάνωση τακτικού ερυθρού στρατού. Τα πανίσχυρα μέλη των Στρατιωτικών Συμβουλίων δήλωσαν το ένα ύστερα από το άλλο, ότι αποδοκίμαζαν την κυβέρνηση κι ότι κηρύσσονταν υπέρ της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Τα σοβιέτ δεν άργησαν πράγματι να γίνουν κύρια του Μονάχου, και η Κομμουνιστική Δημοκρατία κηρύχτηκε εκεί στις 7 Απριλίου. Κι επί ένα μήνα το νέο αυτό καθεστώς έσπειρε τον τρόμο σ’ ολόκληρη τη Βαυαρία.
Τι έκανε, λοιπόν, ο Χίτλερ σ’ όλο αυτό το διάστημα; Πώς ζούσε; Ήταν κομμουνιστής; Σοσιαλδημοκράτης; Κατάσκοπος μήπως; Τρομοκράτης, τέλος πάντων; Άγνωστο, μυστήριο. Και σήμερα ακόμη, μέσα στο ίδιο το Μόναχο, κανείς δεν μπορεί να δώσει μια ακριβή απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ο Χίτλερ πάλι αναφέρει στ’ Απομνημονεύματά του απλώς και μόνον ότι συνελήφθη δύο μήνες μετά τη δολοφονία του Άϊσνερ. Κατά την ίδια ημέρα που ισχυρίζεται ο Χίτλερ ότι συνελήφθη, συνελήφθη και η κόμισσα Βεστάρη, η οποία και τουφεκίστηκε μερικές μέρες αργότερα αφού προηγουμένως την βίασαν κατά πρωτοφανή άγριο τρόπο οι φύλακές της, καθώς και ο πρίγκιπας του Τόρν, ο πρόεδρος της Εταιρίας των ξενοδοχείων, ο βαρώνος Σάϊντλιτζ, ο εκδότης του «Λαϊκού Παρατηρητή» -του μετέπειτα επισήμου δημοσιογραφικού οργάνου του Χίτλερ και μερικά άλλα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν ότι είχαν συνωμοτήσει κατά του Κομμουνιστικού Καθεστώτος. Για όλες αυτές τις συλλήψεις υπάρχουν αποδείξεις, μαρτυρίες. Για τη σύλληψη όμως του Χίτλερ δεν υπάρχει ούτε μαρτυρία ούτε καμιά απόδειξη.
Πρώτα ίχνη δράσεως του Χίτλερ αναφαίνονται κατά την καταστολή της Κομμουνιστικής Επαναστάσεως- όσο και άν, κατά την έκρηξή της ήταν αναποφάσιστος για την πολιτική που όφειλε ν’ ακολουθήσει.
Ως παλαίμαχος αγωνιστής, που ήταν, ωστόσο – τραυματισμένος δύο φορές μάλιστα, και τιμημένος με τον Σιδηρούν Σταυρό – κατετάγη σ’ ένα σώμα εθελοντών, κι έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Μονάχου από τους τρομοκράτες του κομμουνισμού. Για ανταμοιβή της υπηρεσίας του αυτής, ο Χίτλερ εξελέγη μέλος μιας επιτροπής του 2ου Πεζικού Συντάγματος του Μονάχου, που είχε ως έργο να ερευνήσει και να καταλογίσει τις ευθύνες των διαφόρων στελεχών της, για τη συμμετοχή της στρατιωτικής αυτής μονάδας στο κομμουνιστικό κίνημα. Θα μπορούσε τώρα να αφήσει όλη την έχθρα του εναντίον των αντιπάλων των αστικών κομμάτων να εκδηλωθεί. Άρχισε αμέσως τις ανακρίσεις. Δεν πολυεξέταζε αν οι κατηγορούμενοι που του έφερναν ήταν αθώοι ή ένοχοι. Τον ενδιέφερε μόνο άν ήσαν Εβραίοι, κομμουνιστές ή και φιλελεύθεροι ακόμα. Είχε αποφασίσει να φανεί τόσο σκληρός στους τρομοκράτες όσο είχαν φανεί άγριοι αυτοί, τον καιρό που κατακρατούσαν την εξουσία.
«Για πρώτη φορά στηρίχθηκε στην Ράϊχσβερ, στον γερμανικό στρατό, που τον είχε αναδείξει σε δικαστή- γράφει ο Μπεκλέρ. Ο χτίστης, είχε γίνει ανακριτής, κατάσκοπος και βοηθός δημίων. Θαυμάσια σχολή, που επρόκειτο να του διδάξει πολλά για την κατόπιν σταδιοδρομία του και για τη συμπεριφορά του απέναντι στους αντιπάλους του. Για να συντάξει μια απόφαση θανατικής καταδίκης, έβαζε όλες τις φιλολογικές του γνώσεις. Εννοούσε να κάνει εντύπωση. Για τον ίδιο ίσως λόγο άφησε και μούσι, που διατήρησε αρκετό καιρό. Δεν υπάρχει όμως καμιά φωτογραφία του Χίτλερ εκείνης της εποχής.
Το πάθος, ωστόσο, της αποκτήσεως γνώσεων, δεν είχε εγκαταλείψει τον Χίτλερ. Η Ράϊχσβερ, θέλοντας να μορφώσει τους άνδρες της, και ν’ αναπληρώσει κάπως τις ελλείψεις που είχε αφήσει ο πόλεμος, είχε ιδρύσει ειδικά φροντιστήρια ποινικού και αστικού δικαίου καθώς και Δικονομίας. Σ’ αυτά τα φροντιστήρια άρχισε να φοιτά ο Χίτλερ - κι αυτή υπήρξε μία σοβαρή μορφωτική προσπάθεια, που τον ωφέλησε πολύ στην μετέπειτα σταδιοδρομία του. Εκεί δεν διδάχτηκε μόνο νομικά αλλά και οικονομικές επιστήμες. Μάλιστα ένας από τους καθηγητές του στον κλάδο αυτό ήταν και ο Γκόντφρηντ Φέντερ, ο οποίος αργότερα έγινε οικονομολόγος σύμβουλος των Εθνικοσοσιαλιστών.
Ο Φέντερ -όπως ομολογεί ο ίδιος ο Χίτλερ- υπήρξε εκείνος που, χωρίς να το ξέρει φυσικά, έθεσε πρώτος τις βάσεις του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.
Να πώς συνέβη το γεγονός αυτό:
Ο Φέντερ, σε κάποια διάλεξή του στους στρατιώτες-μαθητές του, ανέπτυξε μερικές θεωρίες του και ιδιαιτέρως εκείνη που χωρίζει το κεφάλαιο σε κεφάλαιο παραγωγικό και κεφάλαιο κερδοσκοπικό, ή, όπως λέει ο συγγραφέας του «Μάϊν Κάμπφ» σε διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο και σε δανειστικό κεφάλαιο. Αυτή η διάκριση άφησε σκεφτικό τον Χίτλερ, και τον εμπόδισε να κοιμηθεί μια ολόκληρη νύχτα. Σ’ αυτή τη διάκριση σκέφτηκε να στηριχτεί, για να ιδρύσει ένα νέο κόμμα.
«Όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να ιδρύσει αυτό το νέο κόμμα -γράφει ένας βιογράφος του- δεν ήταν παρά ένα θύμα της μόδας. Γιατί δεν υπήρξε γερμανός, στα 1919 που να μην ονειρεύτηκε την ίδρυση ενός νέου κόμματος. Για να σωθεί η Γερμανική τιμή, γίνονταν διαρκείς προσπάθειες».
Στα μεγάλα κέντρα, όπως το Βερολίνο, στο Μόναχο, κ.τ.λ., ιδρύονται διάφορες οργανώσεις εθνικιστικές, καθολικές, σοσιαλιστικές, στρατιωτικές, αλλά ως επί το πλείστον οι οργανώσεις αυτές ήταν κομμουνιστικές, στις οποίες μετείχε κυρίως η νεολαία. Δεν υπήρχε ούτε ένας πολεμιστής που να μην έχει λάβει μέρος σε μία από τις οργανώσεις αυτές, ούτε ένας αξιωματικός που να μην ανήκε σε κάποια παράταξη.
Ο Χίτλερ, είχε τη γνώμη ότι για να σωθεί η Γερμανία ήταν απαραίτητο να ιδρυθεί, αμέσως, ένα κόμμα εντελώς νέο, με νέους ανθρώπους και νέα συνθήματα. Ένα κόμμα, δηλαδή, που να μην έχει καμιά σχέση με τα παλιά κόμματα ούτε της άκρας δεξιάς ούτε της άκρας αριστεράς. Ένα κόμμα, πάντως, που θα χτυπούσε αμείλικτα τους Εβραίους. Το τί θα επεδίωκε το κόμμα αυτό, δεν το γνώριζε καλά-καλά στην αρχή. Οι ιδέες και οι παλιές εντυπώσεις του από τα βιβλία που είχε άλλοτε διαβάσει, από τα μαθήματα του Φέντερ, και κυρίως από την πολεμική του ζωή, στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό του.
Ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει, να βρει ένα ακροατήριο στο οποίο να εκθέσει τις ιδέες του αυτές. Τέλος μια μέρα, μέσα στο μάθημα, σηκώθηκε και έλαβε το λόγο. Προηγουμένως, κάποιος είχε μιλήσει υπέρ των Εβραίων. Ο Χίτλερ με μερικές ζωηρές λέξεις τον γελοιοποίησε και τότε άκουσε από πολλά μέρη της αίθουσας ψιθύρους αποδοκιμασίας. Οι αρχηγοί της ομάδας της Ραϊχσβερ, στην οποία ανήκε ο Αδόλφος, τον συνεχάρησαν θερμότατα. Ήταν η πρώτη φορά που αναγνωριζόταν, κάπως επίσημα, η ρητορική του δεινότητα.
Μερικές μέρες αργότερα, υπό συνθήκες που παραμένουν σκοτεινές, -φαίνεται ότι είχε κάνει εντύπωση η ευγλωττία του- ο στρατιώτης Χίτλερ προήχθη σε αξιωματικό εκπαιδευτή του 4ου Συντάγματος των Βαυαρικών Κυνηγών. Το σύνταγμα αυτό ήταν από τα πλέον δραστήρια κατά την λιγόχρονη επικράτηση του κομμουνισμού στη Γερμανία. Γι’ αυτό, πολλοί εχθροί του Χίτλερ ισχυρίζονται πως την ξαφνική αυτή προαγωγή του την όφειλε στα πτώματα που είχε θάψει ως δημόσιος κατήγορος, δικαστής ή ανακριτής στην μετεπαναστατική περίοδο.
Η νέα αποστολή του Χίτλερ συνίστατο στο να συντελέσει στη μεταβολή της ψυχολογίας των στρατιωτών του συντάγματος αυτού. Βρισκόταν επιτέλους στο στοιχείο του. Έβλεπε να πραγματοποιείται το όνειρό του. Να κάνει, δηλαδή, διαλέξεις πολιτικού περιεχομένου στους στρατιώτες, και να τους μαθαίνει να σκέπτονται και να αισθάνονται γερμανικά!
Οι στρατιώτες στην αρχή δεν καταλάβαιναν -γράφει βιογράφος του- την πολιτική θέση του δασκάλου τους, που ήταν αντισοσιαλιστής αλλά, συγχρόνως, και αντικαπιταλιστής. Αυτά που τους έλεγε ο Χίτλερ τα ένιωθαν σαν ένα επαναστατικό κήρυγμα, και από την άποψη αυτή ο ρήτορας τους γινόταν συμπαθής. Έτσι, ο Χίτλερ κατόρθωσε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να επιδείξει όλες τις πολιτικές του γνώσεις. Συγχρόνως συνδέθηκε με τον Φέντερ, που εκτίμησε την φιλομάθεια και τον ζήλο του. Η φιλοδοξία του Χίτλερ ήταν άπειρη. Σ’ αυτήν και στην αγάπη του για την Γερμανία στηρίχτηκαν οι προϊστάμενοί του και του διεύρυναν τον κύκλο της δράσης του.

Αδόλφος Χίτλερ: ο ηγέτης και η εποχή του


προηγούμενη σελίδα
Σελίδα 13 από 31
επόμενη σελίδα
Β 
Up
Β 

Β 

Αυτό το ebook είναι της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη και δημοσιεύεται στην Ματιά με την άδεια της. Εμείς από αυτές τις γραμμές θέλουμε να ευχαριστήσουμε θερμά την συγγραφέα του για την άδεια δημοσίευσης που μας έδωσε.
Τα πνευματικά δικαιώματα του ανήκουν στην συγγραφέα του, Αμαλία Κ. Ηλιάδη. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική ή μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου της έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης, ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα. (Νόμος 2121/1993 & διεθνής σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με τον Ν.100/1975).
Για να μάθετε για την Αμαλία Κ. Ηλιάδη κάντε κλικ εδώ.

Β 
Β 
Περιεχόμενα Βιβλίου
Β 
Δείτε:
Διάφορα
Θρησκεία
Πρόσωπα
Ημέρες
Έγραψαν
Λέξεις
Τόποι
Έθιμα
e-books
Β 
Δείτε επίσης:
Οι Τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου - Μέρος Α
Οι Τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου - Μέρος Β
Σημειώσεις στο μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης
Αδόλφος Χίτλερ: ο ηγέτης και η εποχή του
Ο θρύλος του θανάτου των Μοναχών
Μαρτυρολόγια και Συναξάρια απ’ τα πρωτοχριστιανικά χρόνια έως τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών
Σχέσεις μητέρας - γιου στο πρώιμο Βυζάντιο
Μουσειοπαιδαγωγική - Μουσείο και Αγωγή
Βερολίνο
Οι Τέχνες ως παράγοντας διατήρησης και ανάκτησης της ψυχικής υγείας του ανθρώπου (Μέρος Γ)
Μετέωρα
Το γυμνό στην Τέχνη
Αρχαιότητα
Το σχολείο ως πολυδύναμος πολιτιστικός οργανισμός
Παλιννόστηση στις γλυκές πατρίδες 1918 - 1922
Οι κανονισμοί των ορφανοτροφείων ΑΡΡΕΝΩΝ-ΠΡΙΓΚΗΠΟΥ και ΘΗΛΕΩΝ-ΧΑΛΚΗΣ 1921
Στοιχεία θεατρικής παιδείας
Γιορτές αγλύκαντες
Αρχαία Ελληνική Μυθολογία
Η ακάνθινη απειλή
Β 
Β 
Β 
Αναζήτηση
Β 
Β 
Β 
Β 
Β 
Β 
Β 
Επικοινωνία | Όροι Χρήσης | Πλοηγηθείτε | Λάβετε Μέρος | Δημιουργία και Ανάπτυξη ΆΡΚΕΣΙΣ
Β 
Β