«Γέρση. Είσαι το κόκκινο στο αίμα μου», Αργυρώ Μαργαρίτη

Γέρση. Είσαι το κόκκινο στο αίμα μου

«Γέρση. Είσαι το κόκκινο στο αίμα μου», Αργυρώ Μαργαρίτη

Το βιβλίο αυτό μοιάζει με παραμύθι του Ρόδου της Ανατολής: Μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι τόσο όμορφο που ο ήλιος βιαζόταν να ανατείλει και δίσταζε να πάει να δύσει, μόνο και μόνο για να τηνε βλέπει όσο μπορούσε πιότερο.

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017
Σελ. 558

Σε αυτό το βιβλίο η συγγραφέας Αργυρώ Μαργαρίτη φύτεψε μνήμες: τα σουτζουκάκια, το μυρωμένο χαμάμ, τους τσέτες, το σαντούρι, τον ζουρνά, το ούτι, τον αμανέ, το ρόδινο κορδελάκι, τους λουλάδες, τους σορμπέδες, τα ομπρελίνα, τα τσιμπούκογλάν, την μαρτυρική Σμύρνη, το Γιοχάνεσμπουργκ, τα Βουρλά, το Κε, την Μπέλλα Βίστα, την μαντζουράνα, το κισμέτι, τον σεβντά, τον μοναχικό ασικλίδικο χορό του ζεϊμπέκη, τα σορόπια, τον καρά γκιαούρ, το κουρμπάνι, τα καφέ σαντάν, τους μπουλμέδες, το σκορπιδόχορτο, τον καρντάση, το χαρμάνι, το χάσικο ψωμί, τον κερχανά, τα σαλβάρια, τον οντά, τον ντουνιά, τον κερχαντζή, το σαχνισί, τα πολύχρωμα σαρίκια, κ.α.

Ανέφερε ιστορίες και παραμύθια, γητεμένη πάντα από εκείνα της Χαλιμάς. Μαγεύτηκε η συγγραφέας από την Γέρση την αρχοντοπούλα, κόρη του Λάζαρου Πασαλή και της Χρυσής, την ξιπασμένη, την ψιλομύτα, την ακατάδεχτη, την μοναχική, την απόμακρη, την καλομαθημένη, την εγωίστρια, με την παραμυθένια ομορφιά. Την ακολούθησε στα σοκάκια, στους μαχαλάδες στο Κε, στο χαμάμ, στους οντάδες. Η ομορφιά της, της σφήκας το κεντρί, κέντρισε την καρδιά του Γιώργη Καραδάμογλου και του Σελίμ, ανιψιό του πασά, και τους διέλυσε. Ένα κεράσι το στόμα της Γέρση, δυο μέλισσες τα μάτια της, που πέταξαν και απόθεσαν το βουτηγμένο σε όπιο κεντρί τους, η μια στην καρδιά του Σελίμ, η άλλη στα μηνίγγια του Γιώργη. Ο Σελίμ αντάλλαξε το αίμα του με τον Γιώργη, μόνο που το κεντρί της μικρής μάγισσας τον σακάτεψε, φέρνοντας αντιμέτωπο με την κτηνώδη πλευρά του απελπισμένου έρωτα. Ο Σελίμ ήταν παραπάνω από αδελφός, είχαν ορκιστεί τίποτε να μην τους χωρίσει με τον Γιώργη, έδινε τη ζωή του ο ένας για τον άλλον. Τόσα ήξεραν, τόσα λέγανε… Ο Σελίμ κοίταζε με λατρεία τη Γέρση. Πώς το έπαθε αυτό; Μάγισσα ήταν! Μεταμορφώθηκε σε σφήκα τον τρύπησε με φαρμακωμένο κεντρί, τον σακάτεψε. Ζήλευε όποιον την πλησίαζε, εχθρευόταν όποιον την άγγιζε, μισούσε τον Γιώργη που φύτρωσε σαν αγκάθι μπροστά του. Ο Γιώργης της είχε πει: «είσαι το κόκκινο στο αίμα μου», και μαγάρισε τα χέρια του με αίμα αλλωνώνε. Είσαι το κόκκινο στο αίμα μου, της είχε πει, κι αυτή το έδεσε κόμπο. Περίμενε την άνοιξη για να κόψει παπαρούνες, φορούσε ρουμπίνια για να ριγά στο φιλί του, έτρωγε κεράσια, κυλούσε ο χυμός στα λαιμά της και τρελαινόταν στα γέλια, έπινε μόνο νάμα και με την πρώτη γουλιά μεθούσε. Ήθελε άλικα ρόδα στα βάζα της…


book coverΓια να αγοράσετε το βιβλίο

κάντε κλικ εδώ!


Η Βουντή η ερωμένη του Λάζαρου Πασαλή, που έσπειρε θύελλες και ανέμους, χωρίς να ξέρει τι θα θερίσει, οι άνθρωποι του αρχοντικού του Πασαλή και ο περίγυρος…

Το βιβλίο αυτό μοιάζει με παραμύθι του Ρόδου της Ανατολής: Μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι τόσο όμορφο που ο ήλιος βιαζόταν να ανατείλει και δίσταζε να πάει να δύσει, μόνο και μόνο για να τηνε βλέπει όσο μπορούσε πιότερο. Το δέρμα της αλάβαστρο, τα μαλλιά της έβενος, το στόμα της κεράσι, λουσού και ξιπασμένη, ραχατλού και αγριόχηνα, χουζούρευε σε χρυσοποίκιλτο οντά, ο ντουνιάς σερνότανε έξω από σαχνισί της. Κι ένα πρωί, καθώς λουζότανε στο χαμάμ, πετούσαν ένας αϊτός κι ένας γύπας, τα ράμφη τους στάζαν φιλιά από γυναίκες που σπαράζανε για πάρτη τους, γραπώθηκαν στον τρούλο να πάρουν ανάσα, ένα γυαλί σπασμένο, σκύψανε να δουν και το κορμί τους σείστηκε, κουρσεύτηκε ο νους τους. Τα μάτια της κάρβουνα πυρακτωμένα, στο κορμί της η λυγεράδα της όχεντρας, στο κεμέρι της κεντρί σφήκας.

«Την είδα στον ύπνο μου» ούρλιαξε ο αετός.
«Είναι το κισμέτ μου», σκλήρυνε ο γύπας . «Αν δεν με θέλει, θα κρεμάσω το κορμί μου στο δέντρο του θανάτου».

Χωρίστηκε η γης στα δυο, χωρίσαν τα τσανάκια τους, γινήκανε οχτροί. Μεταμορφώθηκε ο γύπας σε μυρωδιά, έμπαινε στα ρουθούνια της να τη μεθύσει, γινόταν ο αϊτός βροχή να τηνε λούζει σαν γδυνότανε, κι εκείνη πέταλο παπαρούνας να κρατά μανταλωμένα τα φιλιά της. Γινόταν ο γύπας χρυσομπάμπουρας να βουίζει πίσω απ’ τ’ αυτί της να της μαγέψει τη βουή του νου, μεταμορφωνόταν ο αϊτός σε αράχνη να ντύσει με ιστό το πανέμορφο κορμί της να μην το χαίρονται τα μάτια κανενός, εκείνη σφήκα και έμπηγε το φαρμακερό κεντρί στα μηλίγγια του αϊτού, στην καρδιά του γύπα, να τους ξεκάνει.

Παλέψανε τα όρνεα για τούτο το λάφυρο, τσακίσαν τα φτερά, στραβώσαν τα ράμφη, νικάει ο αϊτός, αρπάει τη λεία του, να την πάει στην φωλιά του, στην αψηλότερη κορφή, να την έχει στα πούπουλα, να την ταΐσει των πουλιών το γάλα της έταξε. Γραπώθηκε το κορίτσι από τον λαιμό του, ο κόσμος όλος στα πόδια της , πίστευε.


book coverΓια να αγοράσετε το βιβλίο

κάντε κλικ εδώ!


Ο γύπας δεν το ‘βαλε κάτω. Έδωσε μάχες φονικές, ύπουλες, στον πόλεμο και στον έρωτα όλα επιτρέπονται, να την κερδίσει ήθελε ο ουρανός σκοτείνιαζε, ο σεβντάς του βαρύς, να πετάξει ανίκανος. Ανέβηκε ο αϊτός βουνά, ξερίζωνε ο γύπας βράχια απ’ τις χαράδρες να τον σκοτώσει. Βούτηξε ο αϊτός στη θάλασσα, διέταξε ο γύπας τα κύματα να γίνουν θεριά να τονε πνίξουν. Στο διάβα τους καήκανε χωριά, ρημάξανε πολιτείες.

Απλώθηκε το κορίτσι στον διαμαντόστικτο οντά, κακομαθημένη και μισμίζα, χατίρι δε χαλνούσε ο αϊτός στη σουλτάνα του. Γινόνταν τα σύννεφα ατμοί, να λουστούν στο χαμάμ τους κυρά και όρνεο, έστρωσαν χαλιά απ’ το Ουσάκ να κυλιστούνε τα κορμιά τους.

Κι ήρθαν δίσεκτοι καιροί, βουτήχτηκε εκείνος στο κατράμι, μαγεύτηκε σε κόρακα. Γέμισε η αϊτοφωλιά βροχή, αφέθηκε εκείνη στην μπόρα, φούσκωσε το νερό σε ποτάμι , τηνε ταξίδεψε. Κι έμεινε μονάχος ο κόρακας που πρώτα ήταν αϊτός…

Τα βράδια κάθεται στην άκρη των γκρεμνών, στις φτερούγες του μάρμαρο. Στο ράμφος του αγκίστρι, ρωτάει τα νυχτοπούλια, τα τσακάλια, ψάχνει σημάδια της. Φωλιάζει στις κερασιές για να βυζαίνει τα χείλια της, γρατσουνάει με τα νύχια του φιλντισένιες λαβές σπαθιών για να χαϊδεύει το δέρμα της, χώνεται σε μπαρουτιασμένα νέφη να τον αγγίξουν τα μαλλιά της. Κι όταν γέρνει αποκαμωμένος, την ονειρεύεται να κεντά προικιά μαζί με τις δούλες της.

Ίσα που ξημέρωνε εκείνο το πρωί, του φάνηκε πως την είδε στο βάθος του καιρού, εκεί στο σαχνισί της, να ψάχνει τον δρόμο. Άυλη, θαρρείς, ρούφηξε την εικόνα της, τα δικά της χρώματα, να σβήσει το μαύρο του. Κι όταν η ακριβή του γύρισε το κεφάλι μείναν να κοιτάζονται κάμποση ώρα. Ύστερα ο κόρακας, που κάποτε ήταν αϊτός άνοιξε τις φτερούγες και πέταξε να τηνε συναντήσει…

Πρόκειται για Αριστούργημα. Διαβάστε το.

Η ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία. Μεγάλωσε σε μια προσφυγική γειτονιά, τότε που το παιχνίδι στους δρόμους ήταν τρόπος ζωής. Σπούδασε γαλλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακό στη Σορβόννη, παρακολούθησε μαθήματα γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπεσανσόν, ιστορία της τέχνης στο Γαλλικό Ινστιτούτο και συμμετείχε για δύο χρόνια στα διεθνή προγράμματα Lingua. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στο Πειραματικό Λύκειο Αναβρύτων και τα τρία τελευταία χρόνια στο Ελληνικό Σχολείο των Βρυξελλών. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία, έχει επιμεληθεί δύο ντοκιμαντέρ και έχει γράψει τηλεοπτικά σενάρια. Άλλο έργο της είναι το μυθιστόρημα «VINSANTO. ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΗΣ ΛΑΒΑΣ».

Κώστας Τραχανάς


book coverΓια να αγοράσετε το βιβλίο

κάντε κλικ εδώ!