Ματιά

«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», Τέσυ Μπάιλα

Η ιστορία αυτή της Τέσυ Μπάιλα δεν είναι μόνο μυθιστορηματική είναι και ιστορία της ζωγραφικής. Πρόκειται για ένα είδος ευχάριστης μύησης στον μαγικό κόσμο της ζωγραφικής. Έτσι προέκυψε το βιβλίο. Έγραφε η Τέσυ Μπάιλα, για να θεραπεύσει και να θεραπευτεί.

«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», Τέσυ Μπάιλα

Εκδόσεις Ψυχογιός, 2019
Σελ. 383

Η σπουδαία συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα περιγράφει με τρόπο εκστατικό την απόλυτη ομορφιά και ευτυχία: ένας χαρισματικός άνθρωπος, ο Ανέστης, μέσα από το πέτρινο πατρικό του σπίτι παρατηρεί την πανέμορφη κρητική φύση γύρω του, ρουφά με όλες τις αισθήσεις του την υγρή αλμύρα της βαθυγάλανης θάλασσας, βλέπει το πρωινό μελτέμι να αλλάζει τη ρότα της, το νερό της απέραντης θάλασσας να χρυσίζει στο φως του ήλιου, τις νύχτες άκουγε τα κύματα να υμνούν την αθανασία, τα λίγα σύννεφα στον ουρανό να είναι ολόλευκα, τα χρώματα της αυγής να εναλλάσσονται στον ουρανό, την ηχηρή σιωπή κοντά στο χειμωνιάτικο ακρογιάλι, το γοργοβασίλευμα του ήλιου και η αμφιλύκη του φθινοπώρου έδινε στο σμίξιμο του ουρανού με τη θάλασσα μια σκοτεινή μπλε μελαγχολία. Δεν υπάρχει κανένας άλλος εκεί, όλα είναι ήσυχα. Εκεί είναι μόνος με τον Θεό. Και τις παλέτες ζωγραφικής και την γέρικη ελιά και τη δύναμη της αγάπης και την καθαρή συνείδηση και την λήθη και τις σκιές του και τον προσωπικό του όλεθρο και τα όνειρά του… Ο Αντώνης πέθανε όπως γεννήθηκε. Κάηκε σαν καλαμιά.

Ο Ανέστης με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι παίζει με τις σκιές του, τους φόβους του και τις ερινύες του. Βλέπει όλη του τη ζωή. Ένας στροβιλισμός από γεγονότα και πρόσωπα: Η παιδική του ηλικία στην Αμμουδάρα του Μεγάλου Κάστρου Κρήτης, το πέτρινο σπίτι δίπλα στην μπλε σκούρα, σχεδόν μαβιά θάλασσα, οι μυρωδιές της θάλασσας, η μητέρα που δεν γνώρισε, ο δύσκολος χαρακτήρας του πατέρα του, ο παππούς Λεωνίδας, η θεια–Λουλουδιά, η «αδελφή» του η Μυρσίνη, το αλογάκι της Δάφνης, ο λυγμός του γκιώνη που κλαίει τον σκοτωμένο του αδελφό, η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, ο Βενιζέλος, η Κρητική Πολιτεία, της αμύνης τα παιδιά, τα Χανιά, η Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, ο Πειραιάς, το μοντέλο της σχολής, η Χριστίνα και η ερωτική τους σχέση, η σπιτονοικοκυρά του η κυρά-Ευτέρπη, το ταβερνάκι στην ακτή του Πειραιά, ο Μεγάλος Πόλεμος, η επιστροφή από τον πόλεμο, η ζωή μετά, η ζωγραφική, τα σχέδιά του από τον πόλεμο, ο φίλος-«αμίκο» ο Μικέλε, ο Μικέλε και το γέλιο του, ο Μικέλε και τα χαρακώματα, ο Μικέλε και το ποτάμι, ο Μικέλε με το ποδήλατο και την Αργυρώ στην αγκαλιά του, η Αργυρώ και το νοσοκομείο, η οβίδα, η πείνα, ο πόνος, η νοσταλγία, η θλίψη, η στενοχώρια, η πυρετική σαγήνη, η ηχηρή σιγή, ο ζόφος της απελπισίας, οι θύμησες, τα άγρια ένστικτα, η βαριά σήψη του πολέμου, ο παραλογισμός του πολέμου, η κτηνωδία και η φρίκη του πολέμου, οι σκοτωμένοι και οι σακατεμένοι, οι χυμένες ζωές, οι σκιές της νύχτας, οι σκιές των ονείρων, η σκιά που είναι ο φόβος, η οσμή της σιωπής, η μυρωδιά της μνήμης, οι ανάσες, οι ψιθυρισμοί της βροχής, η εποχή των ονείρων, το ματωμένο παραμύθι, το μυστικό των χρωμάτων, τα χρώματα πάνω στα αυτοσχέδια τελάρα, οι ζωγραφιές, τα σχέδια, το μεγάλο του έργο, η σωτηρία της τέχνης, η πραγματική φιλία, ο αληθινός του εαυτός, όλα όσα έζησε και όλα όσα ήθελε να ζήσει, αλλά η ζωή δεν τον άφησε …και τέλος ο Μικέλε και η πανέμορφη μητριά του η Ισιδώρα. Η Ισιδώρα με τον σκύλο τον Μόρτη, με τον άντρα της, να πλένει ρούχα στη σκάφη, να ανασηκώνει τα φουστάνια της να μην βραχούν, να χαμογελά, να ξεχνιέται σ΄ ένα μοναδικό φιλί. Κι ο Μικέλε να τους κοιτά και να σκάει στα γέλια. Να του φωνάζει: «Σ΄ τα΄ λεγα εγώ, αμίκο!» Πάντα δίπλα του ο Μικέλε! Πάντα μπροστά του. Έτριψε τα μάτια του ο Ανέστης. Όταν κοιτάς κατάματα τις σκιές της ζωής, τότε σιγά σιγά τα μάτια σου αρχίζουν να πονάνε. Τσούζουν μέσα στο σκοτάδι. Δακρύζουν από την οδύνη…

Ο Ανέστης θαύμαζε την αψεγάδιαστη ομορφιά της Ισιδώρας. Με τον μεγάλο και διάσημο πίνακά του αποτυπώνει τον πόθο που νιώθει για το μοντέλο του. Ο πίνακας αυτός μας φέρνει πιο κοντά στο προσωπικό στοιχείο του ζωγράφου-Ανέστη. Το προσωπικό στοιχείο συμβαδίζει με τη μυστικότητα.

Στο βιβλίο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» μέσα από πεζολογικά στοιχεία αναβλασταίνει μια ποίηση γνήσια, με εκφραστική δύναμη και λυρική ποιότητα. Αναδύεται ένα ήθος αυτοκυριαρχίας. Διαύγεια και ποιητικές εικόνες, ειλικρίνεια και ζωγραφικές εικόνες, όλα δένονται εσωτερικά, οργανικά, σε μια δραματική αφομοίωση.

Η ιστορία αυτή της Τέσυ Μπάιλα δεν είναι μόνο μυθιστορηματική είναι και ιστορία της ζωγραφικής. Πρόκειται για ένα είδος ευχάριστης μύησης στον μαγικό κόσμο της ζωγραφικής. Έτσι προέκυψε το βιβλίο. Έγραφε η Τέσυ Μπάιλα, για να θεραπεύσει και να θεραπευτεί.

Οι αναμνήσεις, είναι αυτές που παρακινούν τον ήρωα του μυθιστορήματος,, να ξεκινήσει ένα ταξίδι γύρω του, εκτός του και, κυρίως, εντός του, στο παρελθόν και στα μπερδεμένα νήματα που το συνδέουν με το παρόν. Ένα παρόν ντυμένο με ανασφάλεια και απόγνωση, κρίσεις πανικού και φόβου, και ανεπούλωτες πληγές των παιδικών χρόνων, που ταλανίζουν τον Ανέστη.

Η προβληματική σχέση πατέρα και γιού, η αποξένωσή τους, η δύσκολη και συντηρητική ζωή της επαρχίας, η τέχνη και η ζωγραφική, τα όνειρα και οι επιθυμίες, η μοναξιά και η μετανάστευση, η νέα ζωή σαν θαμπό τζάμι, οι σκόρπιες ματαιώσεις και επιθυμίες, η επιστροφή σε μια «ευθεία γραμμή του αίματος», η ζωή και ο θάνατος, η Άνοιξη και ο Χειμώνας, το μεγαλύτερο φαρμάκι της ζωής που είναι ο χρόνος, το φως και οι μελαγχολικές σκιές, τα καλά κρυμμένα μυστικά, η μνήμη… που μια χάνεται και μια γυρίζει σαν ομίχλη, είναι τα θέματα που η Τέσυ Μπάιλα βάζει στο μικροσκόπιο και, μέσα από τον πρωταγωνιστή της, τα χειρίζεται με χειρουργική ακρίβεια, τα παρουσιάζει και τα στήνει μπροστά μας σαν μικρούς καθρέφτες για να αντικρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας, τη ζωή μας, το πολλαπλό μας είδωλο…

Το βιβλίο: δείχνει ότι μέσα από το πέρασμα του χρόνου όλα αλλάζουν, τίποτα δεν μένει σταθερό και οι ήρωες πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους και την ίδια τους τη ζωή συνεχώς, δείχνει επίσης ότι η ευτυχία και η αισιοδοξία κρύβονται ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες του πολέμου και τέλος δείχνει ότι το πιο δύσκολο απ΄ όλα είναι να καταλάβεις και να αντέξεις τον ίδιο σου τον εαυτό, σε αυτή η φράση συμπυκνώνεται το νόημα της ζωής και το πώς η τέχνη προσπαθεί να το εκφράσει.

Σαγηνευτικό μυθιστόρημα από την αρχή ως το τέλος. Ένα βιβλίο για να μπορεί ο αναγνώστης να στοχαστεί, να ονειρευτεί και να ξύνει την επιφάνεια και να αναζητά την ουσία και την καταγωγή των πραγμάτων και των συναισθημάτων. Ένα έργο λυρικό, γεμάτο ανθρωπιά, διανθισμένο με λεπτή μελαγχολία αλλά και βαθιά αισιόδοξο. Ένα έργο που απαντά στο δύσκολο ερώτημα: «Κι αν σου έλεγε κάποιος με μια ζωγραφιά μονάχα να δείξεις όλα όσα ζούμε τι θα ζωγράφιζες, αμίκο;»

Ένα μυθιστόρημα αξιώσεων που αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση για την μοίρα του ανθρώπου, για την φρικτή πραγματικότητα που καταφέρνει πάντα να απλώνει βαθιές ρίζες στη μνήμη, για μια διχασμένη συνείδηση, βυθιζόμενη στο γεμάτο φωνές και σκιές πηγάδι της μνήμης, για τις ερινύες και τις σκιές που κουβαλάει ο άνθρωπος στα εσώτερα φύλλα της ψυχής του, για την ομορφιά της ζωής, για το φως και τα σκοτάδια της, για τη ζωή που μόνο στο φως λογιάζεται ζωή, για τις χαρές και τις πίκρες μιας ζωής, για τη ζωή που είναι τόσο μπερδεμένη, για την τέχνη που πρέπει να μένει κοντά στον άνθρωπο, για την σταύρωση και την λύτρωση, για το άλικο χρώμα του αίματος και τα ίχνη του παρελθόντος, για τους ψιθυρισμούς της βροχής και τις ατέλειωτες σιωπές, για την ματωμένη συνείδηση και την ψυχή που είναι γεμάτη ραγισματιές, για την χαρισματική τέχνη και την τελετουργία της ζωγραφικής, για τον κόσμο της τέχνης και την ηδονή της δημιουργίας, για την σιωπηλή ποίηση και την απελευθερωτική ζωγραφική, για την φρίκη του πολέμου και την σειρά των ζωγραφικών έργων που δείχνουν μια γυναίκα, για τον έρωτα που μεταλαμβάνει χαράς και πόνου, τον έρωτα που κοινωνεί των μυστηρίων του θανάτου, τον έρωτα που ματαιώνεται σχεδόν εν τη γενέσει του, για την άδολη αγάπη και τον ερωτικό ίμερο, για τον χρόνο που φεύγει και τις θύμησες, για τις σκιές και τις ερινύες της νύχτας, για τις νύχτες που παίζει με τις σκιές των φόβων μας, για να τους ξεπεράσει, για τις ανομολόγητες επιθυμίες και τα όνειρα, για τον φόβο του θανάτου και τον θάνατο μέσα στη ζωή, για τις αναμνήσεις και τη θεραπεία τους… «για όσους ακόμα θυμούνται»…

Πρόκειται για Αριστούργημα.

Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2009. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Διατηρεί στήλες λογοτεχνικής αρθρογραφίας και βιβλιοκριτικής σε έγκριτα διαδικτυακά περιοδικά. Είναι επίσης συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα και αρχισυντάκτρια του περιοδικού Literature.gr. Άλλα έργα της είναι: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ, ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ και ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ.

Τραχανάς Κώστας

Σχετικά άρθρα

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Ελληνική Λογοτεχνία

γιορτάζειΠοιος γιορτάζει σήμερα γιορτάζειποιος γιορτάζει αύριο γιορτάζειμεθαύριο γιορτάζειΠοιος γιόρταζε χτες;