Ματιά

«Άσε με να σε δέρνω κάπου-κάπου», Σπύρος Καρυδάκης

O Σπύρος Καρυδάκης μας έμαθε πως μπορείς να διαβάζεις κάτι βαθιά ανθρώπινο και μαζί μπορεί να κλαις και να γελάς, πως το αστείο δεν είναι το αντίθετο του σκληρού, του ακραίου, του απάνθρωπου, αλλά συχνά είναι ο μόνος τρόπος που έχεις για να τα μιλήσεις…

«Άσε με να σε δέρνω κάπου-κάπου», Σπύρος Καρυδάκης

Νουβέλα
Εκδόσεις Πάπυρος, 2017
Σελ. 173 (Τρίτη έκδοση)

Η αγγελία έλεγε: «Κυρία ζητάει γελωτοποιό. Μισθός ικανοποιητικός.» Ο νεαρός Γιάννης, ένα φτωχόπαιδο, παιδί των φτωχών συνοικιών, ήταν άνεργος και αμέσως τηλεφώνησε για την αγγελία, έκλεισε ραντεβού και πήγε στη βίλα της κυρίας, για συνέντευξη.

Ακολούθησαν σουρεαλιστικές, εύστοχες, τρελές και απρόσμενες ερωτήσεις από την κυρία Δωροθέα και έξυπνες και πρωτότυπες απαντήσεις από τον Γιάννη. Μετά από αρκετή ώρα ο Γιάννης, αφού έδειξε στην κυρία Δωροθέα ότι: ήταν μισάνθρωπος, απαίσιος, χυδαίος, μοχθηρός, ανήθικος, ακόλαστος, κυνικός, αυνανιζόταν, ήταν άφυλλο όν, μισούσε την αγάπη, ηδονιζόταν με τον πόνο των ανθρώπων, ήξερε πολλά ερωτικά κόλπα, χρησιμοποιούσε λεκτική και ενίοτε φυσική βιαιότητα στις γυναίκες που τον αγάπησαν, ήταν εκμεταλλευτής γυναικών, είχε δοκιμάσει ναρκωτικά, είχε διαρρήξει πολλές ψυχές, έκανε βρόμικα σεξουαλικά αστεία για τους άλλους, γδυνόταν εύκολα, ηδονιζόταν εύκολα, τον καύλωνε η διαλεκτική, τελικά προσλαμβάνεται, να κάνει τον γελωτοποιό, στην αυλή της κυρίας.

Αν και περίμενε η κυρία Δωροθέα να συναντήσει ένα νάνο και καμπούρη. Δεν της ήταν συμπαθής ο Γιάννης, δεν ήθελε κωλοπετσωμένο άτομο, ήθελε πάντα οι υπάλληλοί της να έχουν πρόσημο αθωότητας, είδε ότι ήταν ένας αλαζόνας και δοκησίσοφος, αλλά τον προσλαμβάνει γιατί διακρίνει σε αυτόν μια ευστροφία και χιούμορ.

Πριν από αυτόν, περίπου τριάντα άτομα κοπήκανε, διότι θεωρούσανε ότι η κυρία ζητούσε συνοδό, ζιγκολό, αρσενική πόρνη ή κάτι παρεμφερές. Η Δωροθέα ήταν μια γυναίκα που χρειαζόταν γελωτοποιό κι όχι εραστή. Από πρόσκαιρους εραστές είχε πάρα πολλούς.

Η κυρία Δωροθέα ζητούσε από τον Γιάννη να την συνοδεύει στα πάρτι, στις συγκεντρώσεις, να την διασκεδάζει και για να μην της πέφτουν οι άνδρες, όταν βλέπουν γυναίκα μόνη και να διασκεδάζει και τους φίλους της. Λόγω της φυσικής του εμφάνισης, αλλά και του γεγονότος ότι σαν γελωτοποιός ενδέχεται να φαίνεται εύχρηστος, ίσως οι φίλες της να τον παρενοχλήσουν σεξουαλικά, δεν έπρεπε επ’ ουδενί να ανταποκριθεί, θα ανήκε αποκλειστικά σε αυτή. Ως γελωτοποιός εννοείται.

Έτσι ο Γιάννης, νέος, ευφυέστατος, υγιής, όμορφος θα γίνει ένας Αρλεκίνος, θα κάνει το κλοτσοσκούφι σε μια παρέα γελοίων πλουσίων, θα κάνει τούμπες μπροστά τους, θα γίνει ένας χυδαίος τύπος, που θα διασκεδάζει τόσο τους εκλεπτυσμένους μεγαλοαστούς όσο η χοντροκοπιά.

Επειδή η κυρία του ήταν μάνατζερ και διευθύντρια στις επιχειρήσεις του πατέρα της και το επάγγελμα αυτό την τρέλαινε, έπρεπε ο Γιάννης να υποφέρει τα πάνδεινα μέχρι να σκάσει αυτή ένα χαμόγελο, να της έρθει το κέφι (κέφι όμως νευρωτικό), να χαλαρώσει χαστουκίζοντάς τον. Ο λόγος που προσέλαβε τον Γιάννη κι όχι κάποιον άχρωμο κλόουν ήταν: το πνεύμα και η οργή που μαλακώνει τους κόμπους της ψυχής. Ήταν ο σκουπιδοφάγος της…

Αλλά η Δωροθέα δεν της αρκούσε μόνο το γέλιο στη ζωή της, θα ήθελε να έχει και κάποιον, άνδρα οπωσδήποτε, που θα μπορούσε να τον βασανίζει κάπου-κάπου, για να ξεσκάσει. Να τον γρατσουνάει με τα νύχια, να τον μαστιγώνει, να τον κόβει με το ξυράφι…

Θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα δύσκολα καθήκοντά του ο Γιάννης;
Θα ερωτευτεί ο Γιάννης την αφεντικίνα του;
Θα παρασυρθούν και οι δύο σε ένα αδιέξοδο παράφορο σαδομαζοχιστικό πάθος;

Κρύβει μεγάλη θλίψη και διάχυτη μελαγχολική ατμόσφαιρα, η αποφυγή της αυθεντικής, της ζωντανής ζωής. Πρόκειται για ταξίδια στο ημίφως της διαστροφής. Οι δυο ήρωες της νουβέλας βουλιάζουν στον εαυτό τους «σαν σε βάλτο της αμαρτίας». Οι δύο πρωταγωνιστές ξεγυμνώνουν την ψυχή τους σε διαλογικά ταξίδια στη σκέψη, σε προσωπικούς κόσμους, σε οδυνηρές ενδοσκοπήσεις, σε δαιδαλώδεις ψυχολογικές και νοητικές ερωτικές διαδρομές. Με ματιά λοξή και διεστραμμένη, κάποτε με ιδιόρρυθμες και χυδαίες διατυπώσεις και φράσεις, οι δυο αφηγητές χάνονται σε επιθυμίες και σε ερωτικές φαντασιώσεις και σε σκέψεις καταπνιγμένες και καταχωνιασμένες στα βάθη της ψυχής τους, που ξεπηδάνε, ξεχύνονται, πολλές φορές στρεβλές και παραμορφωμένες, δημιουργώντας καταστάσεις όπου το έκκεντρο αιφνιδιαστικά ενώνεται με το «κανονικό» για να το υπονομεύσει και να το αποσυνθέσει.

O Σπύρος Καρυδάκης μας έμαθε πως μπορείς να διαβάζεις κάτι βαθιά ανθρώπινο και μαζί μπορεί να κλαις και να γελάς, πως το αστείο δεν είναι το αντίθετο του σκληρού, του ακραίου, του απάνθρωπου, αλλά συχνά είναι ο μόνος τρόπος που έχεις για να τα μιλήσεις…

Διαβάστε το.

O Σπύρος Καρυδάκης γεννήθηκε το 1961. Εργάστηκε ως αγρότης, εργάτης, ναυτικός, ψήστης, επιμελητής ύλης σε περιοδικό, ανθοπώλης, βιβλιοϋπάλληλος, μάγειρας, επιμελητής βιβλίων κ.α.

Τραχανάς Κώστας

Σχετικά άρθρα