Το ρίξιμο του καραβιού

Το ρίξιμο του καραβιού

Είναι Κυριακή του Φεβρουαρίου, μια ωραία ημέρα.
Ο Καπετάν Μαλάμος βαπτίζει σήμερα το μπρίκι του και έχει καλεσμένο όλο το νησί.
Το Ναυπηγείο – ο ταρσανάς, που το λέγουν στο νησί – γεμάτος μαδέρια, κατάρτια, σανίδες, πελεκούδια, ροκανίδια. Ο αέρας γεμάτος από την άρμη του νερού, τη μυρωδιά του κατραμιού, της πίσσας, των σχοινιών…
Όλα του ναυτόκοσμου τα σύνεργα, οι απλοί πόθοι και οι μεγάλες ελπίδες, στέκονται ξυλόκτιστες στην αμμουδιά. Οι καλεσμένοι γιορτινοντυμένοι γυρίζουν στα σκαριά.
Πηδούν μέσα τα παιδιά, τα ψηλαφούν οι άνδρες, τα καμαρώνουν και τους μιλούν πολλές φορές – λέγουν την αξία των, λογαριάζουν τη γοργάδα των, συμβουλεύουν τον πρωτομάστορα για το κάθε τι.
Το μπρίκι του καπετάν Μαλάμου επάνω στη σκάρα του με την πλώρη σπαθωτή, στεφανοζωμένη την πρύμνη, με τα μποντίλια του απλωτά ζερβόδεξα, ομοιάζει σαρανταποδαρούσα κρεμάμενη στην αμμουδιά.
Ολογάλαζη η θάλασσα αστράφτει και παιχνιδίζει και φτάνει γλώσσες – γλωσσίτσες στα πόδια του καραβιού, το ραντίζει με τον αφρό της, και του κελαηδεί μυστικά, ωσάν να του λέγει:
-Έλα! Έλα! Να σε πλαγιάσω στον κόρφο μου. Τί κάθεσαι άψυχο ξύλο και βάρυπνο; Δεν εβαρέθηκες τη νάρκη του δάσους και την άβουλη ζωή; Ντροπή σου! Έβγα να παλέψεις με το κύμα! Όρμησε στηθάτο να κουρελιάσεις το άνεμο! Έλα να γίνεις ζήλεια της φάλαινας, σύντροφος στο δελφίνι, του γλάρου ανάπαυση, τραγούδι των ναυτών, καύχημα του καπετάνιου. Έλα, χρυσό μου έλα!
Και εκείνο το άπραγο, ωσάν να νιώθει τα λόγια της αρχίζει και τριζοβολά έτοιμο να αφήσει το κλινάρι του.
Ο καπετάν Μαλάμος, φρεσκοξυρισμένος, γελαστός, με την τσόχινη βράκα και το πλατύ ζωνάρι, ανυπόμονα περιμένει. Δίπλα του η καπετάνισσα, ντυμένη στα μεταξωτά. Και το βιολί και το λαγούτο λαλαγούν τη χαρά και των δυο των στα τετραπέρατα.
Ο παπάς, ντυμένος τ άμφια, διαβάζει την ευχή στο πλεούμενο.
Ο πρωτομάστορας αρχίζει τα προστάγματα:
-Φόρα το πλώριο!
-Φόρα σκόντρα και σκαρί!
Ένα μετά το άλλο φεύγουν τα στηρίγματα από τη σκάρα και το μπρίκι αρχίζει να τραμπαλίζεται, μουδιασμένο, θαρρείς, από το καθησιό, άτολμο στη νέα του ζωή. Τα παιδιά που είναι ανεβασμένα στο κατάστρωμα, τρέχουν από την πρύμνη στην πλώρη, από πλευρό σε πλευρό, μαζί όλα, με την κρυφή ποδοβολή κοπαδιού…
-Γιούργια, κράζει τότε ο καπετάνιος.
Στενάζει το πλοίο με το σπρώξιμο των καλεσμένων, γλιστρά στα νερά ωσάν πάπια, μαζί με το αμούστακο πλήρωμά του.
-Καλοτάξιδο, καπετάν Μαλάμο, καλοτάξιδο! Και το καρφί το μάλαμα, φωνάζει ο ναυτόκοσμος, βρέχοντας το ανδρόγυνο με θάλασσα.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment