Μα πού τους βρίσκουν;

Μα πού τους βρίσκουν;

Όχι δεν βούτηξα για τον Σταυρό, είχε θύελλα. Νόμιζες τώρα θα σε αρπάξει ο αέρας και θα σε πετάξει πάνω στη βάρκα που περίμενε δεμένη στη μικρή προβλήτα. Ένας νεαρός παπάς παληκάρι θαλασοδάρθηκε, μούσκεψε ολόκληρος, αλλά δεν έκανε πίσω. Κόσμος μουδιασμένος, απελπισμένος, σταυροκοπιόταν, έχουμε τόσο ανάγκη την ελπίδα. Πολιτικούς όχι δεν είχε εκεί που πήγα, δεν καταδέχτηκαν λαϊκές παραλίες, δεν είναι του στυλ τους. Κατόπιν ήπιαμε καφέ μετά γλυκισμάτων πίσω από μια τζαμαρία απέναντι από την αντερεμένη θάλασσα, το τζάκι έκαιγε στο πλάι. Λάτρεις θαλασσίων σπορ θαλασσοδέρνονταν μπροστά μας κι ύστερα κουβαλούσαν τις σανίδες ξυπόλητοι, με κείνες τις φόρμες, πα πα πα! Ήθελα να πετάξω τα κασκόλ, να ξαμολυθώ και να κάνω τα ίδια, πλην το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ… άστα. Προμήθειες κατά την επιστροφή, βεβαίως. Ένα ταψί φανταστικό γαλακτομπούρεκο, ένα σακί πατάτες, χόρτα, τα απαραίτητα. Στις ειδήσεις είδα και τα ευχάριστα, γιουχάρισαν τους εκπροσώπους της πολιτείας, βούτηξε ο Γκλέτσος για τον Σταυρό, στα υπόλοιπα την έκλεισα να μην χαλάσω τη γεύση. Α, μια παρατήρηση: Στην tv κάτι άσχετοι παρουσιαστές έλεγαν πως ψάλθηκε η καθιερωμένη δοξολογία. Άλλος έλεγε πως ο τάδε βούτηξε κι έπιασε τον τίμιο σταυρό. Άλλα αντ’ άλλα της χελιδονούς το γάλα. Μα πού τους βρίσκουν;

του Δημήτρη Χίλιου

Ο Δημήτρης Χίλιος είναι συγγραφέας και από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα του “Με το σφύριγμα του τραίνου” και “Χάρτινα φιλιά“.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment