Ματιά

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Ογδόντα πέντε χρόνια διήρκεσε η πορεία του Αγίου Πορφυρίου πάνω στη Γη. Μια πορεία γεμάτη λατρεία για τον Θεό και αγάπη για τον συνάνθρωπο! Μια πορεία παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για όλους εμάς. Ο Άγιος Πορφύριος αποτελεί έναν από τους φωτεινότερους φάρους της πίστης μας και βρίσκεται πάντα δίπλα σε όποιον το θελήσει, για να φωτίσει τα βήματά του.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Βίος

Τα παιδικά χρόνια του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη (1906-1918)

Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 1906, στο χωριό Άγιος Ιωάννης κοντά στο Αλιβέρι Ευβοίας. Πατέρας του ήταν ο Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης που ήταν ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Το πατρικό σπίτι του Αγίου ήταν ακριβώς απέναντι από την εκκλησία αυτή. Η οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά από την γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο Άγιος Πορφύριος ήταν το τέταρτο παιδί από τα πέντε και το όνομα που του δόθηκε στη βάπτισή του ήταν Ευάγγελος. Οι γονείς ήταν ευσεβείς αλλά αυστηροί· ιδιαίτερα η μητέρα του η Ελένη.

Όπως συνηθίζονταν τότε, τα παιδιά από μικρά ηλικία βοηθούσαν ουσιαστικά στον βιοπορισμό της κάθε οικογένειας, παραλείποντας πολλές φορές ακόμα και το σχολειό τους. Έτσι και ο Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, κατάφερε να βγάλει μόνο τις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού. Ήταν πολλές οι φορές που μικρό παιδάκι ακόμα ανέβαινε μόνος του στο βουνό για να βοσκήσει τα πρόβατα της οικογένειας. Εκεί διάβαζε χριστιανικά φυλλάδια με βίους Αγίων. Έτσι γεννήθηκε ο πόθος μέσα του να μονάσει και να μοιάσει στους Αγίους που διάβαζε.

Μόλις επτά ετών άρχισε να εργάζεται σε ένα ανθρακωρυχείο, στον Άγιο Λουκά, 2 χιλιόμετρα μακρυά από το χωριό του. Εκεί έμπαινε μέσα στις γαλαρίες, φόρτωνε με κάρβουνο το βαγόνι και το έβγαζε έξω. Μήνες αργότερα, άλλαξε επάγγελμα και πήγε στην Χαλκίδα όπου ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα παντοπωλείο. Δύο χρόνια αργότερα, το 1915, και σε ηλικία εννέα ετών, έφυγε για τον Πειραιά όπου θα εργαζόταν στη μπακαλοταβέρνα του νονού του.

Στο νέο αυτό χώρο εργασίας άκουσε για το Άγιο Όρος και το σχέδιο να γίνει μοναχός άρχισε να παίρνει μορφή. Δύο φορές προσπάθησε ανεπιτυχώς να φύγει για το Άγιο Όρος και τελικά τα κατάφερε την τρίτη φορά το 1918 σε ηλικία δώδεκα μόλις ετών. Ήταν Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 1918 όταν έφτασε στο Περιβόλι της Παναγιάς, και πιο συγκεκριμένα στα Καυσοκαλύβια, μαζί με τον Γέροντα Παντελεήμονα που γνώρισε στο ταξίδι και ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του.

Μοναχός στο Άγιο Όρος (1918-1925)

Έτσι ξεκίνησε τον μοναστικό του βίο ως δόκιμος μοναχός στα Καυσοκαλύβια· στον πλέον ασκητικό οικισμό του Αγίου Όρους ανάμεσα σε απόκρημνους βράχους και χαμηλή βλάστηση. Υπό τη σκέπη της Παναγίας και με τη φροντίδα του παπά-Ιωαννίκιου και του γέροντα Παντελεήμονα άρχισε τα πρώτα του βήματα σε μια νέα ζωή.

Από τις πρώτες στιγμές προσαρμόστηκε άριστα στην μοναστική ζωή και μάλιστα -επειδή δεν ήξερε να διαβάζει άνετα- άρχισε μόνος του τα βράδια να εξασκείται στο Ψαλτήρι, στην Καινή Διαθήκη και στους Κανόνες. Έκανε απόλυτη υπακοή σε ότι κι αν του έλεγαν οι δυο γέροντές του και αγάπησε βαθιά τον Θεό, τους Αγίους, το Άγιο Όρος και τους άλλους μοναχούς.

Εκτός όμως από το να μαθαίνει να διαβάζει άνετα, έκανε και διάφορες άλλες δουλειές. Το να μαγειρεύει και για τους τρεις τους ήταν μία από αυτές που -όπως όλες άλλωστε- την έκανε με ζήλο, προσοχή και ταχύτητα. Πότιζε και φρόντιζε τον μικρό κήπο, τα λιγοστά δέντρα και λίγο αργότερα, άρχισε να βοηθά τους γέροντές του και στην ξυλογλυπτική! Έφτιαχναν ξύλινα κουτάλια που τα πουλούσαν και έτσι αγόραζαν τα απολύτως απαραίτητα για την διαβίωσή τους στην σκήτη.

Επιπλέον, μιας και είχε όμορφη φωνή, άρχισε να ψέλνει αλλά χωρίς να μάθει βυζαντινή μουσική, αν και το ήθελε, υπακούοντας στις υποδείξεις των δύο γερόντων. Φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο που του έδωσε ο Γέροντας Παντελεήμων, ταλαιπωρούσε καθημερινά το σώμα του, εξυψώνοντας ταυτόχρονα την ψυχή του!

Δυο χρόνια αργότερα, το 1920, ο δεκατετράχρονος δόκιμος μοναχός Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, έλαβε κατά την κουρά του το όνομα Νικήτας. Πέρασαν ακόμα δύο χρόνια και στα 1922 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός· ήταν μόλις 16 ετών. Η ζωή του ήταν γεμάτη χαρά παρ’ όλες τις δύσκολες συνθήκες.

Ο Θεός μάλιστα τον προίκισε με μια διευρυμένη αντίληψη του κόσμου γύρω του. Η ευφυΐα του αυξήθηκε καθώς και η ικανότητά του να μαθαίνει νέα πράγματα. Οι αισθήσεις του οξύνθηκαν και ναι, απέκτησε τότε το διορατικό χάρισμα· κι όπως είπαμε, ήταν μόλις 16 ετών!

Ο νεαρός μοναχός Νικήτας πίστευε και ήλπιζε ότι θα περάσει όλη του την ζωή στο Περιβόλι της Παναγίας. Όμως ο Θεός τα είχε οικονομήσει διαφορετικά. Το Σεπτέμβριο του 1924, μια μέρα με πολύ άσχημο καιρό, σε μία εξόρμηση του για να μαζέψει σαλιγκάρια, αρρώστησε και το κρυολόγημα αυτό οδήγησε σε υγρά πλευρίτιδα. Η υγεία του είχε κλονιστεί και η κακή διατροφή που έκανε, δεν τον βοηθούσε να αναρρώσει.

Έτσι, λίγο καιρό αργότερα, οι γέροντες του επέβαλαν να φύγει από το Άγιο Όρος και να πάει στο χωριό του, όπου θα μπορούσε να τρώει καλύτερα και να ζει μια λιγότερο σκληρή ζωή. Εκείνος φυσικά δεν ήθελε, αλλά του είπαν να κάνει υπακοή, μέχρι τουλάχιστον να επανέλθει ο οργανισμός του στην πρότερη κατάσταση και να μπορέσει να επιστρέψει κοντά τους.

Είμαστε πλέον στα 1925 και ο 19χρονος πια μοναχός Νικήτας φεύγει από το Άγιο Όρος ελπίζοντας πως θα επέστρεφε στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια και στους γέροντές του μετά από λίγο καιρό. Όμως τα πράγματα δεν έμελλε να εξελιχθούν έτσι. Ο Θεός είχε μια πολύ σημαντική αποστολή για να επιτελέσει μέσα στον κόσμο ο Άγιος Πορφύριος!

Στην Εύβοια (1925-1940)

Φτάνοντας στον Άγιο Ιωάννη, πήγε φυσικά να βρει τους γονείς του. Θέλοντας να τους κρυφτεί -ίσως προς χάριν αστείου- τους είπε ότι γνώριζε τον γιο τους Ευάγγελο στον Πειραιά και ότι είχε πεθάνει. Εκείνοι λυπημένοι του απάντησαν ότι το ίδιο είχαν μάθει και αυτοί και μάλιστα του είχαν κάνει και μνημόσυνο! Τότε, δεν κρατήθηκε άλλο και ο μοναχός Νικήτας -ο μετέπειτα Άγιος Πορφύριος- απεκάλυψε στους γονείς του ποιος ήταν στην πραγματικότητα.

Η υποδοχή τόσο από τους συγχωριανούς όσο όμως και από την ίδια τη μητέρα του (!) δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς. Θεωρώντας ότι είναι άρρωστος σε κάποια μεταδοτική ασθένεια και πιστεύοντας ο ένας τις φήμες που διέδιδε ο άλλος, δεν έγινε αποδεκτός ούτε στο ίδιο του το σπίτι! Τις πρώτες μέρες του στάθηκε μία θεία του και κατόπιν, μετά από παρέμβαση ενός ιερέα από το Αλιβέρι καθώς και του μητροπολίτη Καρυστίας, έγινε δεκτός στη Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών, κοντά στο Αυλωνάρι (περί των δεκαπέντε χιλιομέτρων βόρειο ανατολικά του χωριού του).

Τον Οκτώβριο του 1925 που πήγε στη μονή ο Άγιος Πορφύριος, διακονούσαν εκεί ένας ηγούμενος και τρεις ηλικιωμένοι μοναχοί. Με τις φροντίδες τους, μόλις ενάμισι μήνα αργότερα, άρχισε να καλυτερεύει αισθητά η υγεία του μοναχού Νικήτα από τα Καυσοκαλύβια! Μόλις έκλεισε δύο μήνες εκεί έφυγε για το Άγιο Όρος και τους γέροντές του. Η υγεία του όμως δεν είχε αποκατασταθεί εντελώς και έτσι επέστρεψε άρον άρον -κάνοντας υπακοή- στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους.

Οι εργασίες που έκανε εκεί είχαν να κάνουν με την φροντίδα του πολυπληθούς κοπαδιού γιδιών που ανήκαν στην μονή, με την τυροκομία καθώς και με κηπουρικές εργασίες. Αυτά βέβαια χωρίς να παραμελεί ούτε κατ’ ελάχιστο τα μοναστικά πνευματικά του καθήκοντα. Τα Καυσοκαλύβια υπήρξαν ένα άριστο σχολείο για τον νεαρό μοναχό!

Για το Άγιο Όρος έφυγε άλλες δύο φορές, μόλις ένιωθε γερός και δυνατός. Η ζωή όμως εκεί είναι σκληρή και η ασθένειά του δεν του επέτρεπε να ζήσει στο Περιβόλι της Παναγίας. Έτσι, λαμβάνοντας μόνιμη άδεια από τους γέροντες του, μαζί με την ευχή τους, επέστρεψε μόνιμα πια στον κόσμο και στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών.

Στις 26 Ιουλίου 1927, σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών, χειροτονήθηκε διάκονος και έλαβε το όνομα Πορφύριος! Την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 27 Ιουλίου, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Το θέλημα τριών επισκόπων έγινε έτσι πραγματικότητα, παρόλο που ο ίδιος δίσταζε θεωρώντας τον εαυτό του ανάξιο!

Η θέση που ευθύς αμέσως ανέλαβε ήταν εφημέριος της Μονής του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών με την δικαιοδοσία να εξυπηρετεί με τα λειτουργικά του καθήκοντα και τα γύρω χωριά. Η δράση και η γενικότερη στάση απέναντι στον κόσμο και στα προβλήματά του, μετέστρεψε εντελώς το κλίμα απέναντί του. Όλοι άρχισαν να τον σέβονται και να τον αγαπούν. Μέχρι και η ίδια η μητέρα του μετάνιωσε για όσες πίκρες του είχε δώσει και πλέον ένιωθε περήφανη για τον γιό της, τον πατέρα Πορφύριο! Ήταν μόλις είκοσι δύο ετών!

Στεκόταν στο πλευρό του ποιμνίου του με κάθε τρόπο χρησιμοποιώντας ακόμα και τον μισθό του για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Συνεχώς προσευχόταν για εκείνους και με το παράδειγμά του τους έδειχνε τον δρόμο της πίστης και της αγάπης. Μάλιστα, με την άδεια και τις ευλογίες της Εκκλησίας, ασκούσε και καθήκοντα εξομολόγου των πιστών. Χιλιάδες εξομολογήθηκαν στον Άγιο Πορφύριο και σε κάθε έναν από αυτούς είχε μια ωφέλιμη συμβουλή να δώσει.

Εκτός από το διορατικό χάρισμα, ο Θεός τον αξίωσε και με την ικανότητα να κάνει θαύματα, μέσω της προσευχής! Ο μητροπολίτης Καρυστίας, ως αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφερε στον λαό ο Άγιος Πορφύριος, στις αρχές του 1938, του απένειμε το “οφίκιο του Αρχιμανδρίτη”. Η ουσιαστική όμως αναγνώριση των υπηρεσιών του ήταν στις καρδιές και στα βλέμματα των χριστιανών της Ευβοίας που κυριολεκτικά τον λάτρευαν!

Την ίδια εποχή η Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών μετατράπηκε σε γυναικείο μοναστήρι, οπότε ο Άγιος Πορφύριος έφυγε από εκεί -μετά από δώδεκα χρόνια προσφοράς- αναζητώντας νέο τόπο διαμονής και περισυλλογής. Ο τόπος αυτός ήταν μια εγκαταλελειμμένη μονή στην Άνω Βάθεια Ευβοίας, αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί, ο Άγιος Πορφύριος παρέμεινε για τρία χρόνια, από το 1938 έως το 1940.

Στην Αθήνα (1940-1973)

Ο Άγιος Πορφύριος είχε δύο βαθιές επιθυμίες… να μονάσει και να βοηθήσει ανθρώπους στις δυσκολίες τους. Ο Θεός του εκπλήρωσε και τις δύο, αν και τα χρόνια του μοναστικού βίου ήταν πολύ λιγότερα από όσα ο ίδιος επιθυμούσε. Σχετικά με τη δεύτερη επιθυμία, η “τοποθέτησή” του στην Αθήνα, στα πολύ δύσκολα χρόνια από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τη Χούντα, θαρρώ πως ήταν καταλυτική τόσο για τον ίδιο όσο και για τις χιλιάδες Ελλήνων που βοήθησε κατά την διάρκεια όλης αυτής της σκοτεινής περιόδου!

Από τις 12 Οκτωβρίου του 1940, ανέλαβε τα καθήκοντα του εφημερίου στο εκκλησάκι του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών. Το μικρό εκκλησάκι έγινε πόλος έλξης ψυχών που δοκιμάζονταν σκληρά από τα όσα συνέβαιναν στην Αθήνα και στην Ελλάδα γενικότερα.

Σε όλα του τα καθήκοντα -τόσο τα τυπικά όσο κι εκείνα που ο ίδιος επέβαλε στον εαυτό του, πάντα για το καλό των συνανθρώπων του- επιδιδόταν με ζήλο, με αποτέλεσμα να μην έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο! Όλες οι ώρες του ήταν αφιερωμένες στην λατρεία του Θεού και στη βοήθεια των ανθρώπων! Ανάμεσα στο πλήθος πιστών που εξομολογούσε ο Άγιος Πορφύριος, ήταν και ο αγιογράφος Φώτης Κόντογλου!

Οι επισκέψεις του στους αρρώστους της Πολυκλινικής Αθηνών ήταν καθημερινές. Ενδιαφερόταν για την υγεία τους, τους μιλούσε, τους συμπαραστεκόταν, τους εξομολογούσε, τους κοινωνούσε και προσευχόταν για εκείνους συνεχώς! Όσοι τον γνώριζαν, ένιωθαν ότι ο παππούλης που ήρθε από το Άγιο Όρος ήταν ένας Άγιος!

Πολλοί ήταν οι γιατροί που ζητούσαν την ευλογία του πριν κάνουν κάποια εγχείρηση. Άλλοι ζητούσαν την γνώμη του πάνω σε ιατρικά θέματα και μερικές φορές τον καλούσαν και στο χειρουργείο. Αρκετοί ήταν δε αυτοί που τον είδαν σε χειρουργεία μετά την κοίμησή του! Τι είπαμε και πια πάνω; Ο Άγιος Πορφύριος βοηθούσε με πολλούς τρόπους τους συνανθρώπους του!

Τα θαυμαστά περιστατικά από την περίοδο αυτή της ζωής του Αγίου Πορφυρίου θα μπορούσαν να γεμίσουν τόμους επί τόμων βιβλίων. Αντί την έρημο του Αγίου Όρους, ο Θεός τον τοποθέτησε στην έρημο της Ομόνοιας. Χιλιάδες ανθρώπων ωφελήθηκαν από την επαφή τους με τον Άγιο! Χιλιάδες ψυχές άγγιξε με την καρδιά του! Και με τη συνταξιοδότησή του -τριάντα πέντε χρόνια μάχιμος ιερέας- αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα, αλλά όχι και από την Αττική.

Ο Άγιος Πορφύριος στα Καλλίσια της Πεντέλης (1973-1979)

Επόμενος σταθμός του ήταν τα Καλλίσια της Πεντέλης. Εκεί, στο μονύδριο του Αγίου Νικολάου -μετόχι της μονής Αγίας Τριάδας- που βρίσκεται στη Παλαιά Πεντέλη, εγκαταστάθηκε το 1973. Με προσωπικό μόχθο και ελάχιστη βοήθεια από άλλους, μεταμόρφωσε το μικρό μοναστηράκι σε έναν επίγειο παράδεισο. Χαρακτηριστικό είναι ότι φύτεψε στο γύρω χώρο 400 οπωροφόρα δέντρα!

Μαζί του, στο μοναστηράκι αυτό, είχε τους στενούς συγγενείς του. Όμως και μεγάλο πλήθος πιστών ανέβαινε μέχρι τον Άγιο Νικόλαο για να εκκλησιαστεί και να εξομολογηθεί στον γέροντα Πορφύριο! Ακόμα και πάνω από το βουνό, συνέχιζε να βοηθά -με όποιους τρόπους μπορούσε- τους ανθρώπους που κατέφευγαν σε αυτόν.

Τον Αύγουστο του 1978 έπαθε έμφραγμα του μυοκαρδίου, ενώ ήταν στα Καλλίσια, και κινδύνεψε η ζωή του. Πνευματικά του παιδιά τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Υγεία, όπου και νοσηλεύτηκε για είκοσι ημέρες. Κατόπιν φιλοξενήθηκε για ένα διάστημα σε σπίτια πνευματικών του παιδιών στην Αθήνα. Στα Καλλίσια δεν επέστρεψε, μιας και οι συνθήκες εκεί δεν ήταν κατάλληλες για την πολύ εύθραυστη υγεία του.

Τότε εντάθηκαν και οι προσπάθειές του να βρει ένα νέο μέρος για ησυχαστήριο. Η δημιουργία ενός ησυχαστηρίου -μιας μονής- από το μηδέν, ήταν όνειρο του Αγίου πολλών ετών. Είχε σκεφτεί και είχε σχεδιάσει και την παραμικρή λεπτομέρεια του χώρου εκείνου καθώς και των διαδικασιών-τυπικού λειτουργίας του.

Στο Μήλεσι Ωρωπού (1979-1991)

Μετά από μακρά και επίπονη αναζήτηση -ακόμα και σε νησιά- κατέληξε στο Μήλεσι Αττικής· σαράντα οκτώ χιλιόμετρα βορειανατολικά της Αθήνας. Αγόρασε ένα κτήμα που πωλούνταν εκεί και έτσι άρχισε ο διακαής πόθος του να υλοποιείται σιγά σιγά! Εκεί εγκαταστάθηκε το καλοκαίρι του 1979.

Τότε ο Άγιος Πορφύριος ήταν 74 ετών! Ήταν καταβεβλημένος από τις ασθένειες που τον ταλαιπωρούσαν για πολλά χρόνια και είχε χάσει την υψηλή ενεργητικότητα που τον χαρακτήριζε από τη νεαρή του ηλικία. Επιπλέον υποχρεώθηκε τουλάχιστον για ένα χρόνο, στην αρχή, να διαμείνει σε τροχόσπιτο, πράγμα που ιδιαίτερα τον χειμώνα ήταν πολύ επιζήμιο για τον οργανισμό του.

Επέβλεπε ο ίδιος τις εργασίες ανοικοδόμησης των κτηρίων του μοναστηριού. Οκτώ γυναίκες θα μόναζαν εκεί, όλες πνευματικά του τέκνα, μεταξύ των οποίων η αδερφή και η ανιψιά του. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της εγκατάστασης ήταν το νερό. Μέχρι το 1986 που λύθηκε το πρόβλημα -με μια γεώτρηση- αναγκάζονταν να αγοράζουν τόσο το νερό για τις καθημερινές τους ανάγκες όσο κι εκείνο με το οποίο πότιζαν τα δέντρα και τα φυτά.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν η αρνητική στάση που κρατούσε απέναντι στον Άγιο, ο μητροπολίτης Αττικής Δωρόθεος. Ο Άγιος έκανε υπομονή και με τη βοήθεια του Θεού, μετά από εννέα ολόκληρα χρόνια προσπαθειών και αναμονής, έλαβε την άδεια να αναγείρει την εκκλησία του ησυχαστηρίου. Οι εκσκαφές για τον ναό άρχισαν το 1989.

Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1987, ο γέροντας Πορφύριος είχε χάσει τελείως την όραση του. Αυτό ήταν ένα μοναχά από τα πάρα πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ο ίδιος προσευχόταν στο Θεό όχι να γίνει καλά, αλλά να γίνει καλός! Αυτό ζητούσε να κάνουν και οι οικείοι του στις προσευχές τους για εκείνον.

Για να τον δουν, να πάρουν την ευλογία του και όσα είχε να τους πει, πήγαιναν πιστοί από όλη την Ελλάδα· μέχρι και πούλμαν έβαζαν από διάφορα μέρη για να μετακινηθούν μαζικά στο Μήλεσι. Ακόμα και χριστιανοί από το εξωτερικό, που είχαν μάθει για τον Άγιο Πορφύριο, ταξίδευαν μέχρι την Ελλάδα με μοναδικό σκοπό να τον συναντήσουν. Κι εκείνος, με τις ελάχιστες δυνάμεις που του είχαν απομείνει, τους δεχόταν όλους, δεν έδιωχνε κανέναν!

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 άρχισαν να τον εγκαταλείπουν τελείως οι δυνάμεις του. Οι αρρώστιες από τις οποίες νοσούσε ήταν ήδη πολλές και σε αυτές προστίθεντο κι άλλες. Πονούσε σε όλο του το σώμα, μέρα και νύχτα! Το 1989 είχε καταλάβει ότι πλησίαζε το τέλος του και είχε αρχίσει τις προετοιμασίες.

Ο Άγιος Πορφύριος ήθελε να ζήσει ακόμα μία φορά -έστω και λίγο- στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια και εκεί να αφήσει την τελευταία του πνοή! Με στόχο αυτή του την επιθυμία, ξεκίνησε να “προπονεί” τον οργανισμό του. Βρήκε στην Αχλαδερή της Ευβοίας ένα μέρος όπου είχε το ίδιο υψόμετρο και το ίδιο κλίμα με τα Καυσοκαλύβια. Άρχισε λοιπόν να περνά εκεί όλο και περισσότερο από τον χρόνο του, ώστε να συνηθίσει το σώμα του σε αυτές τις συνθήκες!

Ο Άγιος Πορφύριος επιστρέφει στα Καυσοκαλύβια (1991)

Ήδη από το 1985, είχε αναλάβει τυπικά την καλύβη του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια, ως γέροντάς της. Εκεί ήταν όπου είχε ξεκινήσει τη μοναστική ζωή του, δώδεκα χρονών παιδάκι. Τον Μάιο του 1991 αναχώρησε για το Άγιο Όρος σχεδιάζοντας να μην επιστρέψει ξανά στο Μήλεσι.

Για τις ανάγκες όμως των πνευματικών του παιδιών επέστρεψε στον “κόσμο” δύο ακόμα φορές, από λίγες μέρες την κάθε φορά. Η οριστική επιστροφή του στο Περιβόλι της Παναγίας έγινε στις 2 Οκτωβρίου του 1991. Το τελευταίο αυτό διάστημα της ζωής του το πέρασε με προσευχή, οδηγίες στους μοναχούς και κάποιες πνευματικές συζητήσεις με μερικούς επισκέπτες της καλύβης.

Χαρακτηριστικό της χάρης που έλαβε από τον Κύριο, είναι -μεταξύ πολλών άλλων- και το γεγονός πως γνώριζε ακριβώς πότε θα κοιμηθεί. Έδωσε μάλιστα στους μοναχούς της καλύβης του, σαφής οδηγίες σχετικά με την εξόδιο ακολουθία και την ταφή του. Ήθελε να είναι όλα ταπεινά όπως υπήρξε ταπεινός σε όλο τον βίο του.

Την Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 1991, στις 4:31π.μ., η ψυχή του Αγίου Πορφυρίου διαχωρίστηκε από το αγιασμένο και πονεμένο του σώμα. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στο κυριακό της Αγίας Τριάδας της Σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Ο τάφος του -κατ’ επιθυμία του ιδίου- ανοίχτηκε πίσω από τον ναό. Ένας τάφος ταπεινός και απέριττος όπως ακριβώς τον ήθελε ο ίδιος.

Τα λείψανα του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

Τρία χρόνια αργότερα έγινε η εκταφή και η ανακομιδή των λειψάνων του. Κατά την δική του θέληση, τα λείψανα ενταφιάστηκαν από μοναχούς της σκήτης, σε νέο κρυφό μέρος μέσα στο δάσος της Κερασιάς. Δεν ήθελε να είναι γνωστός ο τάφος του στον κόσμο.

Για την εκταφή των λειψάνων του Αγίου Πορφυρίου έχει μιλήσει ο Ιερομόναχος Γεώργιος (κατά κόσμο Θεόδωρος Αλευράς).

Ο Γέροντάς μας είχει απόλυτη πληροφόρηση από το Άγιο Πνεύμα για την ακριβή ημέρα της Οσιακής του κοίμησης, γι’ αυτό και μας καθοδήγησε με απόλυτη ακρίβεια για όσα έπρεπε να γίνουν και φυσικά και για την ταφή του.

Σε έναν αδελφό που αποτελούσε μέλος της συνοδείας του στα Καυσοκαλύβια, του έδωσε σαφείς οδηγίες με ποιο τρόπο να σκαφτεί το μνήμα σε ποιό βάθος, πώς να τοποθετηθούν μεγάλες πλάκες Πηλίου, πού θα εναποτεθεί το σώμα του, ώστε να μην υπάρχει άμεση επαφή με το χώμα ώστε να λιώσει σύντομα.

Η προετοιμασία θανάτου υπήρξε γιορτή για τον Άγιο Πορφύριο. Ο Άγιος Γέροντας ήταν ο απόλυτος οδηγός ενότητας πνευματικής.

Δεν ήταν τυχαίο ότι τα τελευταία 35 λεπτά της επίγειας ζωής του, ψιθύριζε διαρκώς τα λόγια της Αρχιερατικής Προσευχής του Ιησού, ίνα ώσιν εν, ίνα ώσιν έν ίνα ώσιν εν.

Τρεις ήμασταν παρόντες. Η ταπεινότητά μου, ο πατήρ Ιωαννίκιος και ο πατήρ Νικήτας.

Η εκταφή των κεκοιμημένων πατέρων στα Καυσοκαλύβια πραγματοποιείται τρία χρόνια μετά την ταφή.

Σκεφτήκαμε η ανακομιδή των λειψάνων του Άγίου Γέροντά μας να πραγματοποιηθεί λίγες ημέρες πριν την ολοκλήρωση της τριετίας.

Η καταλληλότερη ημερομηνία βρέθηκε. Συνέπιπτε μάλιστα με την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου, αφού στον Άη Γιώργη ήταν και αφιερωμένος ο Ναός στο κελί μας.

Ήταν αργά το βράδυ όταν ολοκληρώθηκε η ανακομιδή. Οι δύο αδελφοί που προανέφερα, οδήγησαν τα Άγια λείψανα στο δάσος όπου θάφτηκαν μυστικά. Προσωπικά αρνήθηκα να ακολουθήσω τους δύο αδελφούς, θέλοντας να αγνοώ τον τόπο ταφής τους.

Η ταπεινή Οσιακή του κοίμηση, η ταπεινή ανακομιδή των Αγίων λειψάνων του, καθώς και η απόκρυψή τους από τα μάτια του κόσμου συμβαδίζουν με αυτά που έλεγε εν ζωή: “Δεν θέλω να με βάλετε σε φωτογραφίες. Θέλω να με βάλετε στην καρδιά σας. Όποιος θα με έχει στην καρδιά του θα είμαι πάρα πολύ κοντά του”.

Η παρακαταθήκη του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

Ογδόντα πέντε χρόνια διήρκεσε η πορεία του Αγίου Πορφυρίου πάνω στη Γη. Μια πορεία γεμάτη λατρεία για τον Θεό και αγάπη για τον συνάνθρωπο! Μια πορεία παράδειγμα προς μίμηση και παρακαταθήκη για όλους εμάς. Ο Άγιος Πορφύριος αποτελεί έναν από τους φωτεινότερους φάρους της πίστης μας και βρίσκεται πάντα δίπλα σε όποιον το θελήσει, για να φωτίσει τα βήματά του.

Εορτή του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

Τη μνήμη του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη τιμούμε στις 2 Δεκεμβρίου.

Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με!

Νεκτάριος Παπασπύρου

Βίος του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη, από τον Λεωνίδα Σ.

Ο γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας της Ευβοίας. Προήλθε από μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Στο σχολείο φοίτησε μόνο δύο χρόνια αφού λόγω της ασθένειας του δασκάλου και της φτώχειας της οικογένειάς του, αναγκάστηκε να εργασθεί. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ ένα παντοπωλείο στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου περιήλθε ένα φυλλάδιο με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του δημιούργησε τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του, κρυφά, για το Άγιο Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβι του Αγίου Γεωργίου, στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του, τον μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε άκρα υπακοή και έτσι, σε λίγα χρόνια, εκάρη μοναχός και έμαθε εμπράκτως τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και τους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεώς του, ήταν η Χάρη του Θεού και, σε νεαρή ηλικία, το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και του μέλλοντος.

Στο Άγιο Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια, και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στην Εύβοια για θεραπεία. Σ αυτό το μοναστήρι τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Πορφύριος, και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε ευλογήσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα, σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα, ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δούλο του Πορφύριο. Ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους και καταπραΰνοντας την ψυχή τους από τις απάτες, όπως εκείνες των «μαγισσών», οι οποίες με το πρόσχημα ότι θα τους λύσουν μάγια, τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, θεραπεύοντας τις σωματικές τους ασθένειες.

Και σε αυτό το πλαίσιο έλεγε: «Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά ν αγαπήσουν τον Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστη Εκκλησία Του. Γιατί από εδώ πρέπει ν αρχίσουμε και να διαβάζω τους ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη Χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο».

Το 1940, διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθειά του.

Το 1950, νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη, και, μέχρι το 1978, καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979, εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ αυτό δεχόταν επισκέπτες από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια. Στις 4:31 το πρωί της 2/12/1991, παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο, με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει, από μεγάλη ταπείνωση, να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα, σ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρυφτεί σε απρόσιτο μέρος.

Ο Γέροντας Πορφύριος ενάντια στην Παναίρεση/Πανθρησκεία του Οικουμενισμού

https://vimeo.com/84869564

Μα θα πεις: “Γιατί να γίνεται πόλεμος; Άμα κάνουμε αυτό το πράγμα και έχουμε μια θρησκεία, δεν θα μαλώνουμε, δεν θα κάνουμε πολέμους, θα λείψουνε όλα”. Έτσι λένε, μα έτσι δεν είναι. Τι να την κάνεις (τη μία θρησκεία);

Εμείς εδώ, οι Έλληνες έχουμε μία θρησκεία. Είμαστε Χριστιανοί, αν υπάρχει από… κανένας ξένος, είναι λίγοι. Όμως βλέπεις σήμερα πώς αλληλοτρωγόμαστε και έχουμε χίλια κόμματα. Και από μας τους Έλληνες, τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, γίνανε και άθεοι και ξεύρω εγώ.

Μόνο η θρησκεία του Χριστού ενώνει και όλοι πρέπει να προσευχόμαστε να έρθουνε σ’ αυτή τη θρησκεία. Έτσι θα γίνει ένωσις, όχι με το να πιστεύεις ότι όλοι είμαστε το ίδιο και ότι όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο. Δεν είναι το ίδιο. Η αγάπη η αληθινή είναι η αγάπη του Χριστού.

Απολυτίκιο. Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Της Ευβοίας τον γόνον, Πανελλήνων τον Γέροντα, της Θεολογίας τον μύστην και Χριστού φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τον πλήρη χαρισμάτων εκ παιδός. Δαιμονώντας γαρ λυτρούται, και ασθενείς ιάται πίστει κράζοντας• δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε αγιάσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα.

https://www.youtube.com/watch?v=IoHfW5gzc_I

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί προϊόν προσωπικής του εργασίας.

Σχετικά άρθρα