Αρχική Ματιά
Νέο στη Ματιά
Β  Β 
Β 
Β 
Β 
E-books...
Αρχική Βιβλιοθήκης
...Το ρεμπέτικο και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ποιητές!
Για να επιστρέψετε στα e-books πατήστε εδώ! Για να επιστρέψετε στην Βιβλιοθήκη πατήστε στην εικόνα της Βιβλιοθήκης!
Β 

Το ρεμπέτικο και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ποιητές

Β 
Του Γιώργου Μανιάτη
Β 

Ένα κείμενο με τεράστιο ειδικό βάρος, όσον αφορά στον μουσικοχορευτικό πολιτισμό των Ελλήνων. Προτρέπω τους αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για θέματα τέτοιας φύσεως να εξαντλήσουν την υπομονή τους και να διαβάσουν την εργασία που ακολουθεί, διότι πρόκειται για μια προσέγγιση μοναδική, πρωτάκουστη και άκρως ενδιαφέρουσα.

Β 
Ομιλία στους Δελφούς, που εκφωνήθηκε σε Διεθνές Συνέδριο για την ελληνική μουσική – αρχαία βυζαντινή και σύγχρονη παραδοσιακή – του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών.
Β 
Προηγούμενη σελίδα
Σελίδα 3 από 4
Επόμενη σελίδα
Β 

Δεν σώνονται τα παραδείγματα γι’ αυτό ας εξετάσουμε λίγο πώς είναι δυνατή αυτή η συγγένεια που μερικές φορές φτάνει να θυμίζει παπαγαλία. Και πρώτα-πρώτα πώς τυποποιούνται κάπως οι ομοιότητες.
Αλλά προηγουμένως ας επισημάνουμε κάτι ακόμα. Η απορία δεν μας έρχεται από το καθαρά μουσικό μέρος. δεν απορούμε καθόλου αν οι ίδιοι τόποι που ήταν στην αρχαιότητα φημισμένοι για τις μουσικές τους επιδόσεις, όπως η Κρήτη και η Λέσβος, είναι και σήμερα. Ούτε αν χρησιμοποιούμε στο καχεκτικό μας παρόν κλίμακες, συστήματα και ρυθμούς της αρχαίας Ελλάδος. Γιατί αυτά τα στοιχεία εξυπηρετούν κάθε βάθος λόγου και λόγος μεταβολής τους είναι πολύ δύσκολο να εγερθεί.
Απορούμε πώς σήμερα, μετά από δυόμισυ και πλέον χιλιάδες χρόνια (απλοί αχθοφόροι του βαρύτιμου ονόματος) ερχόμαστε στα λόγια των Ελλήνων και νοιώθουμε ατομικά όπως κι εκείνοι.

Οι Έλληνες άρχισαν από την αρχή πολλές φορές. Η πρώτη ήταν ασφαλώς όταν θεώρησαν ανεπαρκή για τις εκφραστικές ανάγκες της ελληνικής γλώσσας τη συμφωνική γραφή και επινόησαν το αλφάβητο. Ένα τέλειο σύστημα απόδοσης της ομιλίας που παραμένει διεθνώς ακόμη σήμερα αδιάσειστο. Αυτό το γεγονός (τα «αλεξίλογα γράμματα» ή «φάρμακα της μνήμης», κατά τις σχετικές αρχαίες ρήσεις), δημιούργησαν την ελληνική λογοτεχνία. Αυτό δηλαδή συνέβη όταν οι Έλληνες έγραψαν όπως μιλούσαν, αφού εμφύσησαν στη γραφή πνοή, ζωή, ενώ εκείνη έβαζε τη δυνατότητα της διαιώνισης. Έτσι έγινε το ομηρικό έπος.

Άλλη αρχή είναι η λυρική επανάσταση. Η χειραφέτηση από το ομηρικό έπος προς χάριν της ανάδυσης της προσωπικής ψυχής, που επιβάλλεται με τον Αρχίλοχο και τους λοιπούς ποιητές του 7ου και 6ου αιώνα κι είναι σχολείο του ανθρώπου.

Τρίτη αρχή είναι το συμμάζεμα του λυρισμού σε μια πολιτική (της πόλεως) ποίηση ιδιαίτερα οργανωμένη, που διδάσκει τον εξελληνισμό του χρόνου και συνιστά σχολείο για πολίτες. Είναι η τραγική ποίηση.

Τέταρτη αρχή είναι η έλευση του κλασικού ανθρώπου, παραδειγματικού μέσα στην πόλη (που δεν περιμένει να είναι ενάρετος ο νόμος, αλλά επιδιώκει να είναι ενάρετος ο ίδιος), όπως ο Σωκράτης, ο Περικλής, ή η αποτυχημένη περίπτωση, ο Αλκιβιάδης.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε χωρίς την ελληνική μουσική. Και χωρίς τον ελληνικό μύθο. Οι αναβαθμοί της ελληνικής παρουσίας δεν είναι απλή και ενιαία πολιτισμική συσσώρευση ώστε ν’ αποτελούν έναν κάποιο πολιτισμό, αλλά διαδοχικοί ορίζοντες της επίγνωσης που ο καθένας τους αναδεικνύει ξεχωριστή και ιδιαίτερη ψυχική ζωή, και γι’ αυτό συνιστούν Ιστορία – κάτι πολύ διαφορετικό. Οι ορίζοντες εκείνοι προέκυψαν γιατί η παράδοση: μουσική, μύθος, γλώσσα, τρώθηκε και αναστατώθηκε από τις μεγάλες μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε η αξίωση για νέα κάθε φορά ψυχική ζωή.
Η ελληνική χρήση της μουσικής, του λόγου και του μύθου, είναι να τα αναμοχλεύει κανείς – δεν είναι να τα ασπάζεται. Όταν οι άνθρωποι σέβονται την παράδοση έχουμε σπουδαία παράδοση. Όταν η παράδοση αναγκάζεται να σεβαστεί τους ανθρώπους έχουμε σπουδαίους ανθρώπους.
Αυτό δεν είναι εναντίον της έννοιας της παραδόσεως. Ο Αρχίλοχος εξευτέλισε αρχαία και ιερή παράδοση. Η παράδοση όμως τον τίμησε κάνοντας να τον μιμούνται ως και στα ρωμαϊκά χρόνια, Έλληνες και Ρωμαίοι.
Υπάρχει λοιπόν μια παράδοση που τηρούμε και μια παράδοση που δημιουργούμε. Μια που μας παραδίδεται και μια που την παραδίδουμε. Οι λαοί μπορούν να αποφασίσουν ποια από τις δύο προτιμούν, ανάλογα με το «αν είναι στον καιρό τους», που λέει και το ρεμπέτικο άσμα.

Β 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ

Εξετάζουμε το φαινόμενο της έλευσης της λυρικής ποίησης και το νεοελληνικό του αντίστοιχο, την έλευση του ρεμπέτικου.
Όπως πολλοί από τους κορυφαίους των λυρικών, ιδιαίτερα ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ, επινόησαν και οπωσδήποτε υιοθέτησαν από την λαϊκή παράδοση μέτρα «ανόμοια», «ασυνάρτητα», και «κουτσά», που ασφαλώς μας φέρνουν σε ορισμένους χορούς του Αιγαίου, πανελλήνιους σήμερα, έτσι και οι ρεμπέτες προτίμησαν τους επιζώντες πολύπλοκους αυτούς ρυθμούς που εκφράζουν και αναδεικνύουν την ατομικότητα και μάλιστα – στην περίπτωση των πέντε ειδών του ζεϊμπέκικου – τη μοναδικότητα του κάθε ορχηστή, ακόμη και του κάθε ακροατή.
Όπως είναι εύλογο σ’ οιονδήποτε ασκήθηκε ποτέ στην εκ του σύνεγγυς σώμα με σώμα αναμέτρηση – από τον έρωτα ως την ξιφασκία – οι αιφνιδιαστικοί εκείνοι ρυθμοί πρέπει να προέκυψαν στην αρχαιότητα από την οπλομαχία. Οι Έλληνες συνέδεαν τον πόλεμο με την όρχηση και ο Αθήναιος μαρτυρεί ότι οι καλύτεροι στη μάχη είναι οι καλύτεροι στους χορούς. Να όμως που και σήμερα ο Ζεϊμπέκικος παρελήφθη – αν αληθεύει – από τους οπλομάχους ζεϊμπέκηδες.
Όπως ο λυρικός έτσι και ο ρεμπέτης δεν μιλούν για ήρωες, αλλά είναι ήρωες οι ίδιοι. Αντικείμενο του τραγουδιού τους είναι κυρίως οι ίδιες τους οι προσωπικότητες – αντίθετα απ’ ό,τι στο έπος και στο δημοτικό τραγούδι.
Όλοι οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν στους λυρικούς ποιητές οι κλασικοί φιλόλογοι ταιριάζουν και στους ρεμπέτες. Αντιγράφω μερικούς, ιδιαίτερα απ’ τον Bowra και τον Lesky: «(κάνουν) πολεμική με το τραγούδι». «Έντονη περιφρόνηση προς την παράδοση» (ακόμη και ο Πίνδαρος ζητάει το κρασί να είναι παλιό, μα τα τραγούδια νέα). «Επιθυμία να υποτιμήσουν κληρονομημένες πεποιθήσεις». «Αναφορά σε όλα όσα τους καίνε την καρδιά, σε όλα όσα αναδεύουν τη χαρά και την οργή τους». «Εκμετάλλευση της δυναμικότητας του λαϊκού λόγου ως φορέα της ποίησης». Καταδίκη της απιστίας, της προδοσίας, της ατιμίας, της επιορκίας «με τα χειρότερα λόγια». Κατάρες, παράπονα προς θεούς, κακογλωσσιά. «Πολυάριθμες μικρασιατικές λέξεις» (Ιππώναξ). «Μια ένταση αισθήματος ανεβασμένη στο έπακρο». «Συνεχής αναφορά στο προσωπικό αίσθημα». Φιλαλήθεια, παρωδίες, ψόγους, ύβρεις κατά εχθρών και φίλων. Πάθος, μίσος, καημό, λαχτάρα, πόθο, συγκίνηση. Είναι πραγματικά το ρεπερτόριο του ρεμπέτικου.
Όπως πολλοί από τους λυρικούς υπήρξαν χθαμαλής καταγωγής ή ξεπεσμένοι ή εξόριστοι ή μετανάστες ή ζούσαν στο περιθώριο και στη φτώχεια, το ίδιο και οι ρεμπέτες.
Όπως η λυρική ποίηση δημιουργήθηκε σε εποχή μεγάλων μετακινήσεων και αναμίξεων πληθυσμών, έτσι και το ρεμπέτικο.
Όπως οι λυρικοί άντλησαν από το λαϊκό ανώνυμο και ανεπίσημο τραγούδι, όχι μόνο μέτρα όπως τον ίαμβο, αλλά και θέματα, έτσι έκαμαν και οι ρεμπέτες. Και όπως οι πρώτοι εξαφάνισαν το λαϊκό τραγούδι, έτσι το εκμηδένισαν και οι ρεμπέτες.
Όπως η λυρική ποίηση ήταν κυρίως μια ποίηση που χορευόταν, έτσι και το ρεμπέτικο.
Όπως στους λυρικούς η μουσική και ο λόγος ήταν αδιαίρετα και ποιούνταν από το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, έτσι και στο ρεμπέτικο, που με το πρόσθετο στοιχείο ότι τα άσματα εκτελούνται κυρίως από τους δημιουργούς τους, έχουμε παραγωγή τόσο πυκνού και τέλειου νοήματος.
Όπως το ρεμπέτικο έτσι και ορισμένοι κορυφαίοι λυρικοί ποιητές απορρίφθηκαν και καταδικάστηκαν και διασύρθηκαν λυσσαλέα από την λογιοσύνη και την αριστοκρατική αντίληψη (ο Αρχίλοχος από τον Ηράκλειτο, τον Πίνδαρο, τον Κριτία, τους Σπαρτιάτες).
Όπως στους λυρικούς ποιητές έτσι και στο ρεμπέτικο η «κατακραυγή του κόσμου», όπως λέει ο Μάρκος (και ο Αρχίλοχος), «δεν μπόρεσε να μειώσει τη φήμη του στους μεταγενέστερους». (Και αυτό είναι μια φράση του Lesky που αναφέρεται στον Αρχίλοχο).
Τόσο ο λυρικός όσο και ο ρεμπέτης κατατρύχονται από «αμηχανία», που είναι βασική έννοια στους λυρικούς, αλλά και στους ρεμπέτες. Ο λυρικός, καθώς είπαμε, έχει σχετικό καταφύγιο τους θεούς . ο ρεμπέτης μη έχοντας θεούς – αυτή είναι η βασική διαφορά μαζί με την ανυπαρξία πόλεως, με την αρχαία έννοια – καταφεύγει στο μυστηριώδες πρόσωπο της «μανούλας». Η «μάνα» στο ρεμπέτικο μπαίνει στη θέση του θεού του λυρικού ποιητή, που λείπει.
Τόσο η λυρική ποίηση όσο και το ρεμπέτικο είναι ιδρυτικές τέχνες. Και η μια και η άλλη περιφρονούν την παράδοση, αλλά δεν περιφρονούν να την αντικαταστήσουν, να αποτελέσουν παράδοση οι ίδιες. Όπως και έγινε.
Και οι δυο μορφές έκφρασης δεν αρκούνται στο λόγο τους αλλά προχωρούν σε ακραίες επιδόσεις στο μουσικό, ρυθμικό και χορευτικό τομέα.
Όπως στη λυρική ποίηση έτσι και στο ρεμπέτικο έχουμε ποικίλες αναφορές στους ήρωες της Ιλιάδος και της Οδύσσειας ενώ καμμιά τέτοια αναφορά και μάλιστα καμμιά αναφορά στην αρχαιότητα δεν απαντάται, όσο ξέρουμε, στο δημοτικό τραγούδι.
Όπως στους λυρικούς έτσι και στους ρεμπέτες περιφρονείται το χωριάτικο.
Και οι δύο μορφές έκφρασης προετοιμάζουν θέατρο.
Και οι δύο μορφές δημιουργήθηκαν όχι σε αντίθεση με εχθρούς της πατρίδας, αλλά σε αντίθεση με το ανθρώπινο περιβάλλον. (Το κλέφτικο τραγούδι έγινε σε αντίθεση με την Τουρκοκρατία. Το ρεμπέτικο έγινε σε αντίθεση με την ανεξαρτησία και στην πραγματικότητα θέλει να πει ότι το μόνο υπαρκτό Εικοσιένα είναι το ρεμπέτικο. Εκθύμως συμπληρώνουμε: και ο Καβάφης).
Όπως η λυρική ποίηση προετοίμασε την έλευση (τη γέννηση μπορούμε να πούμε) της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, το ίδιο και το ρεμπέτικο εκδηλώθηκε κλιμακωτά στο βαθμό που η δημοκρατία στη νέα Ελλάδα γινόταν αξίωση, και βοήθησε στη διατύπωσή της.
Βέβαια ούτε όλη η λυρική ποίηση έχει κάποιο «ρεμπέτικο» χαρακτήρα, ούτε όλο το ρεμπέτικο είναι γνήσιο. Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι το 51% της αξίας του ρεμπέτικου, όταν κάνουμε λόγο καθ’ οιονδήποτε τρόπο γι’ αυτό, είναι απόν, γιατί βρίσκεται στη μουσική, στην εκτέλεση και στο χορό που το συνοδεύει. Αν αυτή η σελίδα περιείχε ένα οργανικό ρεμπέτικο θα ήταν κενή. Το ίδιο συμβαίνει με τη λυρική ποίηση και μάλιστα δεν συμφωνούμε ότι δεν είχαν πολύπλοκο και «ετερόφωνο» παίξιμο στα τραγούδια τους οι Έλληνες. Διότι δεν θα καθόταν ολόκληρος Πίνδαρος να επαίρεται για τη μουσική πλευρά του έργου του αν αυτή συνίστατο στο να ακολουθεί νότα προς νότα το ύψος της φωνής.

Β 
Β 
Προηγούμενη σελίδα
Σελίδα 3 από 4
Επόμενη σελίδα
Β 
Up
Β 

Το κείμενο μεταφέρθηκε σε ηλεκτρονική γραφή, από φωτοτυπία του χειρόγραφου πρωτότυπου, από τον Σταύρο Βασδέκη, την οποία του απέστειλε ο συγγραφέας τω καιρώ εκείνω.

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του παρόντος χωρίς την άδεια του συγγραφέα αλλά και του αντιγράψαντος.

Β 
Β 
Β 
Δείτε:
Διάφορα
Θρησκεία
Πρόσωπα
Ημέρες
Έγραψαν
Λέξεις
Τόποι
Έθιμα
e-books
Β 
Δείτε επίσης:
Το παιδικό ιχνογράφημα
Διδακτική της Ιστορίας
Εκπαιδευτική Καινοτομία
Βυζαντινή μουσική
Πρόγραμμα πολιτισμού: ζωγραφικής & λόγου
Το ρεμπέτικο και οι αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ποιητές
Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων
Αρχαία Ελληνική Αρχιτεκτονική
Η Αρχιτεκτονική των Αρχαίων Ελλήνων
Αρχαία ελληνική θρησκεία
Η υψηλή ραπτική στο Βυζάντιο
Μάχες – σταθμοί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας
Η μεγάλη μέρα της Νορμανδίας
Εικαστική προσέγγιση
Βυζαντινή Ιερά Εξέταση
Συγκριτισμός και διαπολιτισμικότητα
Γραμματισμός και διαπολιτισμικότητα
Βυζάντιο: μια πολύτιμη κληρονομιά για τον Ελληνισμό
Ανθρωπιστική παιδεία
Σχολική βιβλιοθήκη
Λεύκωμα Ιστορίας και Κοινωνικής Ανάλυσης
Β 
Β 
Αναζήτηση
Β 
Β 
Β 
Β 
Β 
Β 
Επικοινωνία | Όροι Χρήσης | Πλοηγηθείτε | Λάβετε Μέρος | Δημιουργία και Ανάπτυξη ΆΡΚΕΣΙΣ
Β 
Β