Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος
Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Για τη ζωή του διηγήθηκε στον αββά Σεραπίωνα, ο οποίος, κατά το θέλημα του Θεού, τον επισκέφθηκε πριν από την κοίμησή του. Στα νεανικά του χρόνια σπούδασε φιλοσοφία.
Η μεγάλη απόφαση
Μετά τον θάνατο των γονέων του, ο άγιος Μάρκος αποσύρθηκε στην Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε σε σπήλαιο του Θρακικού όρους, στην Αιθιοπία. Επί ενενήντα πέντε χρόνια έζησε ως ερημίτης, χωρίς σε όλο αυτό το διάστημα να δει ούτε ανθρώπινο πρόσωπο, ούτε καν θηρία ή πουλιά. Τα πρώτα τριάντα χρόνια στάθηκαν για τον όσιο το πιο βαρύ και σκληρό διάστημα. Ξυπόλυτος και γυμνός, υπέφερε τον χειμώνα από το ψύχος και το καλοκαίρι από την κάψα. Τροφή του ήταν λίγα σπάνια φυτά της ερήμου, ενώ κάποιες φορές αναγκαζόταν να τρώει χώμα και να πίνει πικρό θαλασσινό νερό. Τα ακάθαρτα πνεύματα καταδίωκαν τον όσιο Μάρκο, ορκίζονταν πως θα τον πνίξουν στη θάλασσα και, αρπάζοντάς τον, τον έσερναν από το βουνό φωνάζοντας: «Φύγε από τη γη μας! Από καταβολής κόσμου κανένας άνθρωπος δεν ήρθε εδώ — κι εσύ πώς τόλμησες να έρθεις;»
Ύστερα από αυτή την τριακονταετή δοκιμασία, κατέβηκε επάνω στον ασκητή η θεία χάρη. Άγγελοι του έφερναν τροφή, και στο σώμα του φύτρωσαν μακριές τρίχες που τον προστάτευαν από το κρύο και τη ζέστη.
Ο πατέρας Σεραπίων
Όταν βρισκόμουν στην εσωτερική έρημο της Αιγύπτου, διηγείται ο Αββάς Σεραπίωνας, πήγα μια φορά στον μεγάλο γέροντα Ιωάννη και, αφού έλαβα την ευλογία του, κάθισα να ξαποστάσω, κουρασμένος από τον δρόμο. Καθώς με πήρε ένας ελαφρύς ύπνος, είδα σε όραμα δύο ερημίτες να έρχονται στον γέροντα και να παίρνουν την ευχή του. Και μεταξύ τους έλεγαν:
— Να ο αββάς Σεραπίων· ας πάρουμε κι εμείς την ευλογία του.
Ο αββάς Ιωάννης όμως τους είπε:
— Μόλις ήρθε σήμερα από την έρημο και είναι πολύ κουρασμένος· αφήστε τον να αναπαυθεί λίγο.
Κι εκείνοι είπαν στον γέροντα για μένα:
— Τόσο καιρό τώρα ασκείται ο Σεραπίων στην έρημο, κι όμως δεν πηγαίνει στον πατέρα Μάρκο, που αγωνίζεται στο Θρακικό όρος, στην Αιθιοπία. Μεταξύ όλων των ερημιτών και νηστευτών δεν υπάρχει όμοιός του. Είναι εκατόν τριάντα ετών, και έχουν ήδη περάσει ενενήντα πέντε χρόνια αφότου άρχισε να αγωνίζεται στην έρημο. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν είδε άνθρωπο. Και πριν από λίγο τον επισκέφθηκαν κάποιοι από τους αγίους, μέτοχοι του φωτός της αιώνιας ζωής, οι οποίοι του υποσχέθηκαν ότι θα τον παραλάβουν κοντά τους.
Τη στιγμή που εκείνοι έλεγαν αυτά στον πατέρα Ιωάννη, ξύπνησα από τον λήθαργο και, μην βλέποντας κανέναν κοντά στον γέροντα, του διηγήθηκα το όραμα.
— Το όραμα αυτό, μου είπε ο γέροντας, είναι κάτι θεϊκό· αλλά πού βρίσκεται το Θρακικό όρος;
— Προσευχήσου για μένα, πάτερ, του είπα.
Αφού ολοκλήρωσε την προσευχή, αποχαιρέτησα τον γέροντα και ξεκίνησα για την Αλεξάνδρεια, που απείχε από εκεί είκοσι ημέρες δρόμο· εγώ όμως διέσχισα αυτή την απόσταση σε πέντε μόλις ημέρες, σχεδόν χωρίς να σταματώ ούτε μέρα ούτε νύχτα, καμένος από τον ήλιο, που έκαιγε ακόμη και τη σκόνη της γης.
Όταν μπήκα στην Αλεξάνδρεια, ρώτησα έναν έμπορο αν απέχει ακόμη πολύ το Θρακικό όρος που βρίσκεται στην Αιθιοπία. Ο έμπορος μού απάντησε:
— Ναι, πάτερ, είναι ακόμη πολύ μακριά αυτός ο τόπος. Χρειάζονται είκοσι μέρες για να φτάσει κανείς ως τα σύνορα των Αιθιόπων, του λαού των Χετταίων· και το βουνό που ζητάς είναι ακόμη πιο πέρα.
Τον ξαναρώτησα:
— Περίπου πόση τροφή και πόσο νερό πρέπει να πάρω μαζί μου, γιατί θέλω να πάω εκεί;
— Αν ταξιδέψεις από τη θάλασσα, αποκρίθηκε ο έμπορος, δεν θα μείνεις πολύ στον δρόμο· αν όμως πας από ξηράς, θα βρίσκεσαι στον δρόμο τριάντα ημέρες.
Τα άκουσα αυτά, πήρα λίγο νερό σε μια κολοκύθα και λίγους χουρμάδες και, στηρίζοντας όλη μου την ελπίδα στον Θεό, ξεκίνησα. Και βάδιζα σ’ εκείνη την έρημο επί είκοσι ημέρες. Στον δρόμο δεν συνάντησα κανέναν, ούτε θηρίο ούτε πουλί. Γιατί η έρημος αυτή είναι σχεδόν εντελώς άφυτη, αφού εκεί δεν πέφτει ποτέ ούτε βροχή ούτε δροσιά, κι έτσι δεν βρίσκεται τίποτε βρώσιμο. Ύστερα από είκοσι μέρες πορείας, τελείωσε το νερό που είχα στην κολοκύθα, τέλειωσαν και οι χουρμάδες, εξαντλήθηκα φοβερά και δεν μπορούσα ούτε να προχωρήσω ούτε να επιστρέψω· κι έτσι έπεσα κατάχαμα στη γη από την κούραση.
Και τότε μου φανερώθηκαν εκείνοι οι δύο ερημίτες που είχα δει πρώτα στο όραμα, κοντά στον μεγάλο γέροντα Ιωάννη. Στάθηκαν μπροστά μου και μου είπαν:
— Σήκω και έλα μαζί μας!
Σηκώθηκα στα πόδια μου και είδα τον έναν τους να σκύβει στη γη, να στρέφεται προς εμένα και να με ρωτά:
— Θέλεις να πάρεις λίγη δύναμη;
— Όπως εσύ ευδοκήσεις, πάτερ, του είπα.
Τότε μου έδειξε μια ρίζα από κάποιο φυτό της ερήμου και μου είπε:
— Φάε από αυτή τη ρίζα και, με τη δύναμη του Κυρίου, συνέχισε την πορεία σου.
Έφαγα λίγο, και αμέσως ένιωσα τις δυνάμεις μου να ανανεώνονται και η ψυχή μου γέμισε χαρά. Ένιωσα τόσο ακμαίος, που μου φάνηκε σαν να μην είχα κουραστεί καθόλου. Ύστερα μου έδειξαν το μονοπάτι από το οποίο έπρεπε να πάω στον άγιο Μάρκο και έφυγαν από κοντά μου.
Συνεχίζοντας την πορεία μου, πλησίασα ένα ψηλό βουνό που έμοιαζε να φτάνει ως τον ουρανό. Δεν υπήρχε επάνω του τίποτε άλλο παρά σκόνη και πέτρες. Κι όταν έφτασα στο βουνό, είδα στην άκρη του τη θάλασσα. Ανεβαίνοντας στο βουνό, πορευόμουν επί επτά ημέρες.
Όταν ήρθε η έβδομη νύχτα, είδα άγγελο του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό προς τον άγιο Μάρκο και να του λέει:
— Μακάριος είσαι, αββά Μάρκο, και καλό θα είναι για σένα! Να, σου φέραμε τον πατέρα Σεραπίωνα, που η ψυχή σου ποθούσε να δει, αφού δεν θέλησες να δεις κανέναν άλλον άνθρωπο εκτός από αυτόν!
Όταν τελείωσε το όραμα, προχώρησα δίχως φόβο ώσπου έφτασα στο σπήλαιο όπου κατοικούσε ο άγιος Μάρκος. Και καθώς πλησίαζα στην είσοδο του σπηλαίου, άκουσα τον άγιο να ψάλλει τους ψαλμούς του Δαβίδ και να λέει: «Ότι χίλια χρόνια στα μάτια Σου είναι σαν τη χθεσινή ημέρα που πέρασε»· και συνέχισε και παρακάτω από τον ίδιο ψαλμό. Έπειτα, από το περίσσευμα της πνευματικής χαράς που τον είχε καταλάβει, άρχισε να λέει στον εαυτό του:
— Μακαρία η ψυχή σου, Μάρκε, γιατί με τη βοήθεια του Θεού δεν μολύνθηκες από τις ακαθαρσίες του κόσμου τούτου, γιατί ο νους σου δεν αιχμαλωτίσθηκε από αισχρούς λογισμούς! Μακάριο το σώμα σου, γιατί δεν βυθίστηκε σε επιθυμίες και αμαρτωλά πάθη! Μακάριοι οι οφθαλμοί σου, που ο διάβολος δεν μπόρεσε να τους πλανήσει με τη θέα ξένης ομορφιάς! Μακάριες οι ακοές σου, γιατί δεν άκουσαν γυναικεία φωνή μέσα σε αυτόν τον μάταιο κόσμο! Μακάριοι οι μυκτήρες σου, γιατί δεν οσφράνθηκαν τη δυσωδία της αμαρτίας! Μακάριες οι χέρες σου, γιατί δεν άγγιξαν πράγματα που ανήκαν σε ανθρώπους! Μακάριοι οι πόδες σου, που δεν πάτησαν στον δρόμο που οδηγεί στον θάνατο και δεν έτρεξαν προς την αμαρτία! Η ψυχή σου γέμισε πνευματική ζωή και αγγελική χαρά!
Και πάλι άρχισε να μιλά στην ψυχή του, λέγοντας: «Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριο, και όλο το είναι μου το άγιο όνομά Του. Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριο, και μη λησμονείς όλες τις ευεργεσίες Του». Γιατί λυπάσαι, ψυχή μου; Μη φοβάσαι! Δεν θα κρατηθείς στα δεσμωτήρια του άδη· οι δαίμονες δεν θα μπορέσουν σε καμιά περίπτωση να σε συκοφαντήσουν. Με τη χάρη του Θεού δεν υπάρχει μέσα σου κάποιο ιδιαίτερο αμαρτωλό ελάττωμα· «Άγγελος Κυρίου στρατοπεδεύει γύρω από εκείνους που Τον φοβούνται και τους γλιτώνει». Μακάριος ο δούλος που εκπλήρωσε το θέλημα του κυρίου του.
Αφού είπε αυτά και πολλά άλλα από τη θεία Γραφή, για παρηγοριά της ψυχής του και για να στερεώσει την αδίστακτη ελπίδα του στον Θεό, ο όσιος Μάρκος βγήκε στην είσοδο του σπηλαίου του και, κλαίγοντας από κατάνυξη, με φώναξε λέγοντας:
— Πόσο μεγάλος είναι ο άθλος του πνευματικού μου υιού Σεραπίωνα, που ανέλαβε τον κόπο να δει τον τόπο της κατοικίας μου!
Ύστερα με ευλόγησε, με αγκάλιασε με τα χέρια του και, φιλώντας με, μου είπε:
— Ενενήντα πέντε χρόνια έμεινα σε αυτή την έρημο και δεν είδα άνθρωπο. Τώρα όμως βλέπω το πρόσωπό σου, που ποθούσα να δω επί πολλά χρόνια. Δεν λυπήθηκες τον κόπο να έρθεις ως εδώ. Γι’ αυτό ο Κύριός μου, ο Ιησούς Χριστός, θα σου ανταποδώσει κατά την ημέρα που θα κρίνει τους κρυφούς λογισμούς των ανθρώπων.
Αφού τα είπε αυτά, ο όσιος Μάρκος μού πρόσταξε να καθίσω.
Και εγώ άρχισα να τον ρωτώ για την αξιοθαύμαστη ζωή του. Κι εκείνος μου διηγήθηκε τα εξής:
— Όπως ήδη σου είπα, κατοικώ σε αυτό το σπήλαιο εδώ και ενενήντα πέντε χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν είδα όχι μόνο άνθρωπο, αλλά ούτε θηρίο ούτε πουλί· δεν έφαγα ψωμί ψημένο από ανθρώπινα χέρια και δεν ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια δοκίμασα φοβερή ένδεια και θλίψη από την πείνα, τη δίψα, τη γύμνια και περισσότερο απ’ όλα από τους διαβολικούς πειρασμούς. Βασανισμένος από την πείνα, έτρωγα τότε τη σκόνη της γης· και λιωμένος από τη δίψα, έπινα θαλασσινό νερό. Οι δαίμονες ορκίζονταν αμέτρητες φορές μεταξύ τους πως θα με πνίξουν στη θάλασσα, και, αφού με άρπαζαν, με έσερναν χτυπώντας με στα χαμηλώματα αυτού του βουνού. Εγώ όμως ξανανέβαινα στην κορυφή. Κι εκείνοι πάλι με τραβούσαν κάτω, ώσπου έφευγε το δέρμα από το σώμα μου. Καθώς με έσερναν και με χτυπούσαν, ούρλιαζαν μανιασμένα:
— Φύγε από τη γη μας! Από την αρχή του κόσμου κανένας άνθρωπος δεν ήρθε εδώ — κι εσύ πώς τόλμησες να έρθεις;
Ύστερα από αυτά τα τριάντα χρόνια τέτοιου μαρτυρίου, τέτοιας πείνας, δίψας, γύμνιας και αναστατώσεων από τους δαίμονες, χύθηκε επάνω μου η χάρη του Θεού και το έλεός Του. Και με την πρόνοιά Του μεταβλήθηκε η φυσική μου σάρκα· φύτρωσαν επάνω στο σώμα μου τρίχες· όταν έρθει η ώρα, μου φέρνεται τροφή και με επισκέπτονται άγγελοι Κυρίου. Είδα σαν ομοίωμα της Βασιλείας των Ουρανών και των κατοικιών της μακαριότητας που έχουν ετοιμαστεί για τις ψυχές των αγίων, για όσους πράττουν το αγαθό. Είδα σαν ομοίωμα του θείου Παραδείσου και του δένδρου της γνώσεως, από το οποίο γεύτηκαν οι προπάτορές μας. Είδα και τον Ηλία, τον από τη Θεσβί της Γαλαάδ πέρα από τον Ιορδάνη, που έδρασε στις ημέρες του ασεβούς βασιλιά Αχαάβ και τον ήλεγχε με παρρησία για την ασεβή ζωή του. Για την αυστηρή ασκητική του ζωή ο Ηλίας αναλήφθηκε ζωντανός στον ουρανό. Είδα και τον Ενώχ. Και δεν υπάρχει τίποτε από όσα ζήτησα από τον Κύριο, που να μην μου το έδειξε.
Τον ρώτησα τότε, διηγείται ο Σεραπίων:
— Πες μου, πάτερ, πώς και γιατί ήρθες εδώ;
Και ο άγιος άρχισε να αφηγείται με τα εξής λόγια:
— Γεννήθηκα στην Αθήνα, όπου και σπούδασα τις φιλοσοφικές επιστήμες. Μετά τον θάνατο των γονέων μου, είπα μέσα μου: «Όπως πέθαναν οι γονείς μου, έτσι θα πεθάνω κι εγώ. Καλύτερα, λοιπόν, να απαρνηθώ μόνος μου τον κόσμο τούτο, πριν συμβεί να με αρπάξει εκείνος από μέσα του». Και αμέσως, βγάζοντας τα ρούχα μου, στάθηκα επάνω σε μια σανίδα και ρίχτηκα στη θάλασσα. Και, παρασυρμένος από τα κύματα, έφτασα με τη θεία πρόνοια σ’ αυτό εδώ το βουνό.
Και ενώ έτσι συνομιλούσαμε μεταξύ μας, συνεχίζει ο Σεραπίων, ξημέρωσε και είδα τον όσιο Μάρκο σκεπασμένο ολόκληρο από τρίχες, σαν θηρίο, και κυριεύθηκα από φόβο, γιατί σε τίποτε δεν έμοιαζε με άνθρωπο, παρά μόνο από τη φωνή και τα λόγια που έβγαιναν από το στόμα του. Παρατηρώντας τη σύγχυσή μου, ο άγιος Μάρκος μου είπε:
— Μη φοβάσαι, βλέποντας το σώμα μου· γιατί η σάρκα, που πάρθηκε από τη φθαρτή γη, είναι φθαρτή.
Ύστερα με ρώτησε:
— Στέκεται ακόμη ο κόσμος στον νόμο του Χριστού, όπως πρώτα;
— Τώρα, του απάντησα, με τη χάρη του Χριστού, τα πράγματα είναι και καλύτερα από παλιά.
— Συνεχίζονται ακόμη, με ξαναρώτησε, η ειδωλολατρία και οι διωγμοί κατά των χριστιανών;
— Με τη βοήθεια των αγίων προσευχών σου, του είπα, ο διωγμός έπαψε και ειδωλολατρία δεν υπάρχει.
Ακούγοντας αυτά ο γέροντας γέμισε μεγάλη χαρά. Ύστερα με ρώτησε πάλι:
— Υπάρχουν σήμερα στον κόσμο κάποιοι άγιοι που κάνουν θαύματα, όπως είπε ο Κύριος στο Ευαγγέλιό Του: «Αν έχετε πίστη σαν κόκκο σιναπιού και πείτε σ’ αυτό το βουνό: “μετακινήσου από εδώ εκεί”, και θα μετακινηθεί· και τίποτε δεν θα σας είναι αδύνατο»;
Και ενώ ο άγιος έλεγε αυτά τα λόγια, το βουνό μετακινήθηκε από τη θέση του περίπου πέντε χιλιάδες πήχεις και πλησίασε στη θάλασσα. Ο άγιος Μάρκος σηκώθηκε λίγο, είδε πως το βουνό κινείται και είπε, στρεφόμενος προς αυτό:
— Δεν σου πρόσταξα να μετακινηθείς, αλλά μιλούσα με τον αδελφό· γύρισε λοιπόν στη θέση σου!
Και μόλις το είπε, το βουνό πράγματι στάθηκε πάλι στον τόπο του. Βλέποντας αυτό, έπεσα κατάχαμα από φόβο. Ο άγιος όμως, πιάνοντάς με από το χέρι και σηκώνοντάς με όρθιο, μου είπε:
— Δεν έχεις δει τέτοια θαύματα όλες τις ημέρες της ζωής σου;
— Όχι, πάτερ, αποκρίθηκα.
Τότε ο άγιος, στενάζοντας, ξέσπασε σε πικρά δάκρυα και είπε:
— Αλίμονο στη γη, γιατί οι χριστιανοί επάνω της ονομάζονται τέτοιοι μόνο κατά το όνομα, ενώ στην πράξη δεν είναι!
Και πάλι είπε:
— Ευλογημένος ο Θεός, που με έφερε σ’ αυτόν τον άγιο τόπο, ώστε να μην πεθάνω στην πατρίδα μου και να μην ταφώ σε γη μολυσμένη από πολλές αμαρτίες!
Όλη εκείνη την ημέρα την περάσαμε, λέει ο Σεραπίων, ψάλλοντας ψαλμούς και έχοντας πνευματική συνομιλία. Και όταν έπεσε το βράδυ, ο όσιος μου είπε:
— Αδελφέ Σεραπίων, μήπως ήρθε η ώρα, ύστερα από την προσευχή, να γευθούμε με ευχαριστία την τράπεζα;
Σ’ αυτά τα λόγια δεν του απάντησα τίποτε. Τότε εκείνος σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και άρχισε να λέει τον εξής ψαλμό: «Κύριος ποιμαίνει με, και ουδέν με υστερήσει».
Όταν τελείωσε τον ψαλμό, στράφηκε προς το σπήλαιο και είπε:
— Αδελφέ, παράθεσε την τράπεζα.
Έπειτα μου είπε πάλι:
— Έλα να γευθούμε την τράπεζα που μας έστειλε ο Θεός.
Και εγώ απορούσα μέσα μου, μην καταλαβαίνοντας σε ποιον έδινε εντολή ο άγιος Μάρκος να ετοιμάσει την τράπεζα, αφού όλη την ημέρα δεν είχα δει κανέναν άνθρωπο μέσα στο σπήλαιό του.
Όταν μπήκαμε στο σπήλαιο, είδα δύο τραπέζια στρωμένα, πάνω στα οποία ήταν τοποθετημένα δύο μαλακά και λευκά ψωμιά, που έλαμπαν σαν χιόνι. Υπήρχαν ακόμη λαχανικά ευχάριστα στο μάτι, δύο ψημένα ψάρια, ελιές καθαρισμένες, χουρμάδες, αλάτι και ένα γεμάτο δοχείο με νερό πιο γλυκό κι από μέλι. Όταν καθίσαμε, ο άγιος Μάρκος μου είπε:
— Τέκνον Σεραπίων, ευλόγησε.
— Συγχώρησέ με, πάτερ, του αποκρίθηκα.
Τότε ο άγιος είπε:
— Κύριε, ευλόγησον!
Και είδα πάνω από την τράπεζα ένα χέρι απλωμένο από τον ουρανό να σταυρώνει τα παρατεθειμένα. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, ο Μάρκος είπε:
— Αδελφέ, πάρε τα αυτά από εδώ.
Και αμέσως η τράπεζα μαζεύτηκε από αόρατο χέρι. Εγώ θαύμαζα όλα όσα είχαν συμβεί: και τον αόρατο υπηρέτη — γιατί στον ενσώματο άγγελο, τον όσιο Μάρκο, υπηρετούσε με εντολή Θεού ένας ασώματος άγγελος Κυρίου — και το ότι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα γευθεί τόσο νόστιμο φαγητό ούτε είχα πιει τόσο γλυκό νερό όσο εκείνα της τράπεζας αυτής.
Βλέποντας την απορία μου, ο άγιος μού είπε:
— Αδελφέ Σεραπίων, είδες πόσες ευεργεσίες στέλνει ο Θεός στους δούλους Του; Όλες τις ημέρες ο Θεός μού έστελνε ένα ψωμί και ένα ψάρι· τώρα όμως, για χάρη σου, διπλασίασε την τράπεζα — μας έστειλε δύο ψωμιά και δύο ψάρια. Με τέτοια τράπεζα με τρέφει ο Κύριος ο Θεός όλο αυτό το διάστημα, ως ανταπόδοση για τα πρώτα μου σκληρά παθήματα. Όπως σου είπα και στην αρχή της συνομιλίας μας, τριάντα χρόνια μένοντας σε αυτόν τον τόπο δεν βρήκα ούτε μία ρίζα φυτού για να τραφώ. Κι έτσι, υποφέροντας από πείνα και δίψα, από ακραία ανάγκη έτρωγα σκόνη και έπινα πικρό θαλασσινό νερό, και περπατούσα γυμνός και ξυπόλυτος. Από τον παγετό και την τρομερή κάψα έπεσαν τα δάχτυλα των ποδιών μου· ο ήλιος έκαιγε τη σάρκα μου, και σωριαζόμουν στη γη σαν νεκρός. Κι όμως οι δαίμονες σήκωναν εναντίον μου τη μάχη τους, σαν να με είχε εγκαταλείψει ο Θεός. Εγώ όμως, με τη βοήθεια του Θεού, τα υπέμεινα όλα αυτά από αγάπη προς τον Κύριο. Και όταν τελείωσαν τα τριάντα χρόνια των παθημάτων μου, με πρόσταγμα Θεού άρχισαν να φυτρώνουν πάνω μου τρίχες, ώσπου με σκέπασαν ολόκληρο σαν ένδυμα. Και από τότε ως τώρα οι δαίμονες δεν μπορούν να με πλησιάσουν· ούτε η πείνα ούτε η δίψα με κυριεύουν· ούτε η ζέστη ούτε ο παγετός με ενοχλούν. Κι όμως δεν αρρώστησα ποτέ από τίποτε. Τώρα όμως τελειώνει το όριο της ζωής μου, και ο Θεός σε έστειλε εδώ για να θάψεις με τα άγια σου χέρια το ταπεινό μου σώμα.
Ύστερα, αφού πέρασε λίγη ώρα, ο άγιος μου είπε πάλι:
— Αδελφέ Σεραπίων, μείνε απόψε άγρυπνος, εξαιτίας της επικείμενης τελευτής μου.
Μετά από αυτό σταθήκαμε και οι δύο σε προσευχή, ψάλλοντας ψαλμούς του Δαβίδ. Και ο άγιος μου είπε:
— Αδελφέ Σεραπίων, μετά την αναχώρησή μου βάλε το σώμα μου μέσα σε αυτό το σπήλαιο, κλείσε την είσοδο με πέτρα και φύγε από εδώ.
Τότε εγώ προσκύνησα τον όσιο και, με δάκρυα, άρχισα να του ζητώ συγχώρηση, λέγοντάς του:
— Ικέτευσε, πάτερ, τον Θεό να πάρει κι εμένα μαζί σου, για να πορευθώ κι εγώ εκεί όπου πηγαίνεις.
Κι εκείνος μου αποκρίθηκε:
— Μην κλαις την ημέρα της χαράς μου· μάλλον να χαίρεσαι ακόμη περισσότερο. Εσύ πρέπει να επιστρέψεις στον τόπο σου. Ο Κύριος όμως, που σε έφερε εδώ, για τον κόπο σου και τη θεοφιλή σου ζωή θα σου χαρίσει τη σωτηρία. Και να ξέρεις τούτο: η επιστροφή σου από εδώ δεν θα γίνει από τον δρόμο απ’ όπου ήρθες, αλλά θα φτάσεις στον τόπο σου από άλλον, παράδοξο δρόμο.
Σώπασε λίγο και ύστερα ο όσιος Μάρκος είπε:
— Αδελφέ Σεραπίων, σπουδαία είναι για μένα η σημερινή ημέρα· πιο σπουδαία από όλες τις ημέρες της ζωής μου. Σήμερα η ψυχή μου λυτρώνεται από τα σωματικά παθήματα και πηγαίνει να αναπαυθεί στις ουράνιες μονές. Σήμερα θα αναπαυθεί από πολλούς κόπους και πόνους και το σώμα μου· σήμερα θα με δεχθεί κοντά Του ο Θεός.
Κι ενώ ο άγιος έλεγε αυτά τα λόγια, το σπήλαιό του γέμισε από φως πιο λαμπρό κι από το φως του ήλιου, και το βουνό εκείνο πλημμύρισε από ευωδία αρωμάτων.
Και, παίρνοντάς με τότε από το χέρι, συνεχίζει ο Σεραπίων, ο όσιος Μάρκος άρχισε να μου λέει:
«Είθε το σπήλαιο, στο οποίο κατοίκησα με το σώμα μου αγωνιζόμενος για τον Θεό κατά τη ζωή μου, να παραμείνει έως τη γενική ανάσταση, και εδώ να βρίσκεται το νεκρό μου σώμα, αυτό που έγινε κατοικητήριο πόνων, κόπων και στερήσεων. Εσύ όμως, Κύριε, ελευθέρωσε την ψυχή μου από το σώμα! Για χάρη Σου υπέμεινα πείνα, δίψα, γύμνια, παγετό, καύσωνα και κάθε άλλη συμφορά. Δέσποτα, Εσύ ο ίδιος ένδυσέ με με ένδυμα δόξης κατά τη φοβερή ημέρα της παρουσίας Σου! Κοιμηθείτε επιτέλους, μάτια μου, που ποτέ δεν νύσταξαν στις νυχτερινές μου προσευχές! Αναπαυθείτε, πόδια μου, που κοπιάσατε στις ολονύκτιες στάσεις! Φεύγω από την πρόσκαιρη ζωή και εύχομαι σε όλους όσοι μένουν στη γη να σωθούν. Σωθείτε εσείς οι νηστευτές, που για χάρη του Κυρίου περιπλανιέστε σε βουνά και σπήλαια! Σωθείτε εσείς οι αγωνιστές, που υπομένετε κάθε στέρηση για να φτάσετε στη Βασιλεία των Ουρανών! Σωθείτε οι δεσμώτες του Χριστού, οι φυλακισμένοι και εξόριστοι για την αλήθεια, που δεν έχετε καμιά παρηγοριά παρά μόνο τον ένα Θεό! Σωθείτε τα μοναστήρια, που μέρα και νύχτα κοπιάζετε για τον Θεό! Σωθείτε, άγιες εκκλησίες, που είστε καθαρμός των αμαρτωλών! Σωθείτε, ιερείς του Κυρίου, μεσίτες ανάμεσα στους ανθρώπους και τον Θεό! Σωθείτε, τέκνα της βασιλείας του Χριστού, που υιοθετηθήκατε στον Χριστό με το άγιο βάπτισμα! Σωθείτε, φιλόχριστοι, που δέχεστε τους ξένους σαν να ήταν ο ίδιος ο Χριστός! Σωθείτε, ελεήμονες, άξιοι ελέους! Σωθείτε, πλούσιοι, που πλουτίζετε για τον Κύριο και περνάτε τη ζωή σας με έργα θεάρεστα! Σωθείτε, όσοι γίνατε πτωχοί για τον Κύριο! Σωθείτε, ευσεβείς βασιλείς και άρχοντες, που απονέμετε κρίση με δικαιοσύνη και έλεος! Σωθείτε, ταπεινόφρονες νηστευτές και φιλόπονοι αγωνιστές! Σωθείτε όλοι όσοι αγαπάτε ο ένας τον άλλον για χάρη του Χριστού! Είθε να σωθεί όλη η γη και όλοι όσοι ζουν πάνω της με ειρήνη και με την αγάπη του Χριστού!»
Ύστερα, λέει ο Σεραπίων, αφού τα είπε αυτά, ο όσιος Μάρκος στράφηκε προς εμένα, με φίλησε και μου είπε:
«Σώσου κι εσύ, αδελφέ Σεραπίων! Σε εξορκίζω στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, να μη πάρεις τίποτε από το ταπεινό μου σώμα, ούτε μία τρίχα. Ας μην το αγγίξει κανένα ένδυμα· αλλά κατά την ταφή ας μείνουν μαζί με το σώμα μου μόνο οι τρίχες με τις οποίες με έντυσε ο Θεός. Και συ επίσης να μην παραμείνεις εδώ».
Και ενώ ο άγιος έλεγε αυτά τα λόγια κι εγώ έκλαιγα, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε:
«Φέρτε μου από την έρημο το εκλεκτό μου σκεύος· φέρτε μου τον εργάτη της δικαιοσύνης, τον τελειότατο χριστιανό και πιστό δούλο! Έλα, Μάρκε! Έλα! Αναπαύσου στο φως της χαράς και της πνευματικής ζωής!»
Έπειτα ο άγιος Μάρκος μου είπε:
— Αδελφέ, ας γονατίσουμε.
Και γονατίσαμε.
Ύστερα άκουσα αγγελική φωνή να λέει στον όσιο:
— Άπλωσε τα χέρια σου!
Ακούγοντας αυτή τη φωνή, λέει ο Σεραπίων, σηκώθηκα αμέσως και, κοιτάζοντας, είδα την ψυχή του αγίου να έχει πια ελευθερωθεί από τα δεσμά της σάρκας. Ήταν σκεπασμένη από αγγελικά χέρια με λευκό και φωτεινό ένδυμα και ανέβαινε από αυτά στον ουρανό. Έβλεπα τον εναέριο δρόμο προς τον ουρανό και τους ανοιγμένους ουρανούς. Και ακόμη είδα παρατεταγμένα σ’ αυτόν τον δρόμο τάγματα δαιμόνων και άκουσα αγγελική φωνή να τους λέει:
— Υιοί του σκότους, φύγετε και κρυφτείτε από το πρόσωπο του φωτός της δικαιοσύνης!
Η αγία ψυχή του Μάρκου κρατήθηκε στον αέρα περίπου μία ώρα. Ύστερα ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει στους αγγέλους:
— Πάρτε και φέρτε εδώ αυτόν που ντρόπιασε τους δαίμονες.
Και όταν η ψυχή του οσίου πέρασε χωρίς καμιά βλάβη μέσα από τα δαιμονικά τάγματα και πλησίαζε πια στον ανοιγμένο ουρανό, είδα σαν απλωμένο από τον ουρανό δεξί χέρι να παραλαμβάνει την αμόλυντη ψυχή. Και τότε το όραμα κρύφτηκε από τα μάτια μου, και δεν είδα τίποτε άλλο.
Ήταν περίπου έξι η ώρα της νύχτας. Αφού ετοίμασα για την ταφή το τίμιο σώμα του αγίου, έμεινα όλη τη νύχτα στην προσευχή. Και όταν ξημέρωσε, έψαλα με δάκρυα χαράς τις συνήθεις ωδές πάνω από το σώμα, το ασπάστηκα και το έβαλα μέσα στο σπήλαιο, κλείνοντας με πέτρα την είσοδο. Έπειτα, μετά από πολλή προσευχή, κατέβηκα από το βουνό δοξάζοντας τον Θεό και παρακαλώντας τον άγιο να με καθοδηγεί στην επιστροφή μου μέσα από αυτή την αδιάβατη και φοβερή έρημο.
Και όταν, μετά τη δύση του ηλίου, κάθισα να ξαποστάσω, εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά μου εκείνοι οι δύο ερημίτες που μου είχαν παρουσιαστεί και προηγουμένως, και μου είπαν:
— Εσύ, αδελφέ Σεραπίων, έθαψες το σώμα του μακάριου ασκητή, τον οποίο αληθινά δεν είναι άξιος να περιλάβει όλος ο κόσμος. Σήκω λοιπόν και συνέχισε το ταξίδι σου μέσα στη νύχτα, γιατί την ημέρα είναι δύσκολο, εξαιτίας της φοβερής κάψας, να πορεύεται κανείς.
Τότε σηκώθηκα και προχώρησα πίσω από εκείνους που μου είχαν φανερωθεί, και βάδισα μαζί τους ως τα χαράματα. Και καθώς πλησίαζε η μέρα, μου είπαν:
— Πήγαινε με ειρήνη, αδελφέ Σεραπίων, στον τόπο σου και ευχαρίστησε τον Κύριο Θεό.
Και όταν απομακρύνθηκα λίγο από αυτούς, πρόσεξα ότι πλησίαζα ήδη στην πύλη της εκκλησίας που βρισκόταν στο μοναστήρι του μεγάλου γέροντα Ιωάννη. Καταλαμβανόμενος από βαθύ θαυμασμό, δόξασα μεγαλόφωνα τον Θεό και θυμήθηκα τα λόγια που μου είχε πει ο όσιος Μάρκος: ότι η επιστροφή μου δεν θα γινόταν από τον δρόμο από τον οποίο ήρθα. Και πίστεψα πως, με τις προσευχές του αγίου, μεταφέρθηκα αοράτως. Και ευχαρίστησα τον πανάγαθο Θεό μας, που τα οικονόμησε όλα για το καλό μου, εμού του αναξίου, με τις προσευχές και τις ικεσίες του πιστού δούλου Του, του οσίου πατέρα μας Μάρκου.
Ακούγοντας τη φωνή μου, ο αββάς Ιωάννης βγήκε γρήγορα από το μοναστήρι, με υποδέχθηκε και είπε:
— Επέστρεψε με ασφάλεια σ’ εμάς, με το έλεος του Θεού, ο αββάς Σεραπίων.
Ύστερα πήγαμε στην εκκλησία και διηγήθηκα στον γέροντα και στους μαθητές του όλα όσα μου είχαν συμβεί, και όλοι μαζί δοξάσαμε τον Θεό. Τότε ο γέροντας μου είπε:
— Αληθινά, αδελφέ, να ποιος ήταν ο άγιος Μάρκος: ο τελειότατος χριστιανός. Εμείς όμως ονομαζόμαστε χριστιανοί μόνο στο όνομα, ενώ στην πράξη απέχουμε πολύ από τον αληθινό χριστιανισμό. Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός μας, ο οποίος δέχθηκε στις αιώνιες μονές της επουράνιας Βασιλείας Του τον άγιο δούλο Του Μάρκο, είθε να φυλάξει κι εμάς και όλη την αγία Του καθολική και αποστολική Εκκλησία από κάθε μεθοδεία του διαβόλου· και είθε να είναι πάντοτε μαζί μας, τους ταπεινούς δούλους Του, και να μας καθοδηγεί στην εκπλήρωση του αγίου θείου θελήματός Του, ώστε να βαδίζουμε στα ίχνη των μεγάλων αγίων Του, των οσίων πατέρων μας, και να αξιωθούμε κι εμείς, κατά τη φοβερή ημέρα της κρίσεως, να λάβουμε έλεος μαζί με τον πατέρα μας Μάρκο, διά των πρεσβειών της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και όλων των αγίων που ευαρέστησαν στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο, αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.
«Είδα», διηγόταν ο όσιος στον μοναχό Σεραπίωνα, «κάτι σαν ομοίωμα του θείου Παραδείσου, και μέσα σ’ αυτόν τους προφήτες του Θεού Ηλία και Ενώχ· και όλα όσα ζήτησα, μου τα έδειξε ο Κύριος». Κατά τη συνομιλία του με τον αββά Σεραπίωνα, ο όσιος Μάρκος τον ρώτησε αν ο κόσμος μένει σταθερός στον νόμο του Χριστού και αν συνεχίζονται οι διωγμοί κατά των χριστιανών.
Το θαύμα με το βουνό
Όταν άκουσε πως η ειδωλολατρία είχε πλέον πάψει, γέμισε χαρά και ρώτησε: «Υπάρχουν άραγε σήμερα στον κόσμο άγιοι που επιτελούν θαύματα, όπως είπε ο Κύριος στο Ευαγγέλιό Του: “αν έχετε πίστη σαν κόκκο σιναπιού, θα πείτε σ’ αυτό το βουνό· πήγαινε από εδώ εκεί, και θα πάει — και τίποτε δεν θα σας είναι αδύνατο” [Ματθ. 17:20];»
Και τότε, ενώ ο άγιος πρόφερε αυτά τα λόγια, το βουνό μετακινήθηκε από τη θέση του κατά πέντε χιλιάδες πήχεις, δηλαδή περίπου δυόμισι χιλιόμετρα, και πλησίασε προς τη θάλασσα. Ο όσιος Μάρκος, βλέποντας το βουνό να κινείται, του είπε: «Δεν σου πρόσταξα να μετακινηθείς, αλλά συνομιλούσα με τον αδελφό· γύρισε λοιπόν στη θέση σου». Και αμέσως το βουνό επέστρεψε εκεί όπου ήταν. Ο αββάς Σεραπίων έπεσε καταγής από φόβο. Ο όσιος Μάρκος τον σήκωσε από το χέρι και του είπε: «Δεν είδες ποτέ τέτοια θαύματα στη ζωή σου;» — «Όχι, πάτερ», αποκρίθηκε ο γέροντας Σεραπίων. Τότε ο όσιος Μάρκος έβαλε τα κλάματα πικρά και είπε: «Αλίμονο στη γη, γιατί πάνω της ζουν χριστιανοί μόνο στο όνομα και όχι στα έργα».
Το θαύμα με το γεύμα
Έπειτα από αυτά, ο όσιος Μάρκος κάλεσε τον αββά Σεραπίωνα σε τράπεζα. Την τροφή την έφερε άγγελος. Ο αββάς Σεραπίων είπε πως σε όλη του τη ζωή δεν είχε φάει ποτέ τόσο νόστιμη τροφή ούτε είχε πιει τόσο γλυκό νερό. «Αδελφέ Σεραπίων», του αποκρίθηκε ο όσιος Μάρκος, «είδες πόσες ευεργεσίες στέλνει ο Θεός στους δούλους Του; Όλες αυτές τις μέρες ο Θεός μου έστελνε ένα ψωμί και ένα ψάρι· τώρα όμως, για χάρη σου, διπλασίασε την τράπεζα: μας έστειλε δύο ψωμιά και δύο ψάρια. Με τέτοια τράπεζα με τρέφει ο Κύριος ο Θεός σε όλο το διάστημα, ως ανταπόδοση για τα πρώτα μου βάσανα».
Πριν από την κοίμησή του, ο όσιος Μάρκος ύψωσε προσευχές για τη σωτηρία των χριστιανών, της γης και όλων όσοι ζουν πάνω της με ειρήνη και με την αγάπη του Χριστού. Παρήγγειλε στον αββά Σεραπίωνα να τον θάψει μέσα στο σπήλαιο και να φράξει την είσοδό του. Ο αββάς Σεραπίων έγινε μάρτυρας του πώς η ψυχή του εκατοντατριακονταετούς γέροντος, του οσίου Μάρκου, αναλήφθηκε στον ουρανό († 400).
Μετά την ταφή του αγίου, δύο άγγελοι με μορφή ερημιτών οδήγησαν τον αββά Σεραπίωνα στην εσωτερική έρημο, προς τον μεγάλο γέροντα Ιωάννη. Στους αδελφούς εκείνου του μοναστηριού ο αββάς Σεραπίων διηγήθηκε και τη ζωή και την κοίμηση του οσίου Μάρκου.
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος . Γιορτή
Ο Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος γιορτάζει στις 5 Μαρτίου
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Ύμνοι
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Απολυτίκια
Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ πόλεως ήνθησας των Αθηνών της λαμπράς, και βίον ισάγγελον επολίτευσω εν γη, τρωθείς θείω έρωτι, όθεν εν τη ερήμω, ο Αββάς Σεραπίων, εύρέ σε νεύσει θεία, οσιώτατε Μάρκε, διό της πολιτείας σου τον τρόπον αγάμεθα.
Ήχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως άγγελος έζησας εν τη ερήμω σοφέ, και ώφθης ανάπλεως των εκ Θεού δωρεών, ω Μάρκε Πατήρ ημών· όθεν εν σοι εξέστη, Σεραπίων ο θείος, και ήγγειλε τοις εν κόσμω, την αγίαν ζωήν σου, μεθ’ ου αεί δυσώπει, υπέρ των τιμώντων σε.

Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Κοντάκιο
Ήχος δ΄. Επεφάνης σήμερον.
Εν ερήμω Όσιε, στερρώς ασκήσας, και τραφείς ως άγγελος, απ’ ουρανού υπερφυώς, Αγγέλων ώφθης ισότιμος, Μάρκε παμμάκαρ, Οσίων αγλάισμα.
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Μεγαλυνάριο
Βλάστημα υπάρχων των Αθηνών, άνθος της ερήμου, διά βίου αγγελικού, Μάρκε ανεδείχθης, και κόσμω διαπνέεις, των αρετών σου Πάτερ, οσμήν την κρείττονα.
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Οίκος
Τα εν κόσμω εμφρόνως κατέλιπες, και Χριστώ ακλινώς ηκολούθησας, αρνησάμενος σαυτόν, ανενδοιάστω λογισμώ, και θεολήπτω γνώμη· και εν βαρεία ερήμω θεόθεν οδηγηθείς, ηγωνίσω εν αυτή υπερφυέσι πόνοις, μόνος μόνω Θεώ συγγινόμενος, και τας θείας δωρεάς παρ’ Αυτού δεχόμενος· άρτω γαρ ουρανίω ετρέφου, και το της ερήμου επίπονον και σκληρόν, ως τρυφήν ηγού, τη των μελλόντων αγαθών ελπίδι και μεθέξει· όθεν προσελθών σοι θαυμαστώς ο θείος Σεραπίων, εξέστη εν σοι· και το σεπτόν σου σώμα κηδεύσας ανύμνει σε, Μάρκε παμμάκαρ, Οσίων αγλάισμα.
Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος. Καθίσματα
Ήχος α΄. Τον τάφον Σου Σωτήρ.
Μετά την α’ Στιχολογία
Λιπών τα επί γης, θεολήπτω καρδία, εσκήνωσας σοφέ, εν ερήμω αβάτω, και βίον τον ισάγγελον, μετά σώματος έζησας Μάρκε Όσιε· όθεν συνήφθης Αγγέλοις, μεθ’ ων πρέσβευε, υπέρ ημών των τελούντων, την πάνσεπτον μνήμην σου.
Ήχος δ΄. Ο υψωθείς.
Μετά την β’ Στιχολογία
Οδηγηθείς τη του Θεού προμηθεία, προς σε αφίκται Σεραπίων ο θείος, και της ζωής το τρόπον σου εθαύμασεν· όθεν και κηδεύσας σου, Πάτερ Μάρκε το σκήνος, τα λαμπρά σου τρόπαια, ανεκήρυξε πάσι· μεθ’ ου δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ημίν διδόναι, πταισμάτων συγχώρησιν.
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Μετά τον Πολυέλεο
Εν ερήμω σκηνώσας νοός στερρότητι, απενέκρωσας πάσας τας της σαρκός ηδονάς, δι’ αγώνων καρτερών Μάρκε μακάριε, και των ενθέων δωρεών, σκεύος τίμιον φανείς, παρέχεις ενί εκάστω, τη προς Χριστόν ικεσία, των αιτημάτων την εκπλήρωσιν.
Ήχος πλ. δ΄. Την Σοφίαν και Λόγον.
Την του σώματος πρόνοιαν ολικώς, αρνησάμενος πόθω τω θεικώ, ως άσαρκος έζησας, εν ερήμω μακάριε, και ουρανίω άρτω, τραφείς θείω νεύματι, εγνώσθης μετά τέλος, ο πριν αγνοούμενος· όθεν και τελέσας, τον αγώνα οσίως, της ανω λαμπρότητος, ανεδείχθης συμμέτοχος, Πάτερ Μάρκε θεόσοφε· πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Βίος
Ο Άγιος Μάρκος ο Ασκητής γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα μ.Χ. Η ανατροφή του έλαβε χώρα μέσα σε ένα περιβάλλον που ευνοούσε την πνευματική αναζήτηση, οδηγώντας τον στην απόκτηση μιας εξαιρετικά υψηλής και ανώτατης μόρφωσης για τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Η φύση της εκπαίδευσής του επικεντρώθηκε αποκλειστικά στις φιλοσοφικές επιστήμες, τις οποίες μελέτησε εμβριθώς μαθητεύοντας δίπλα στους πλέον επιφανείς και διακεκριμένους φιλοσόφους που δίδασκαν τότε στην αθηναϊκή πρωτεύουσα. Αυτό το στέρεο υπόβαθρο της κλασικής παιδείας περιγράφεται ως μια συγκλονιστική γέφυρα που συνδέει την ελίτ της παιδείας και της φιλοσοφίας με την κατοπινή απόλυτη απομόνωσή του στην έρημο, καταδεικνύοντας τη μετάβαση από την ανθρώπινη σοφία στη θεία θέωση.
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Γιορτή
Ο Άγιος Μάρκος ο ο Ασκητής γιορτάζει στις 5 Μαρτίου
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Ύμνοι
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Απολυτίκια
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως άγγελος έζησας, εν τη ερήμω σοφέ, και ώφθης ανάπλεως, των εκ Θεού δωρεών, ω Μάρκε Πατήρ ημών· όθεν εν σοι εξέστη, Σεραπίων ο θείος, και ήγγειλε τοις εν κόσμω, την αγίαν ζωήν σου· μεθ’ ου αεί δυσώπει, υπέρ των τιμώντων σε.
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ πόλεως ήνθησας, των Αθηνών της λαμπράς, και βίον ισάγγελον, επολιτεύσω εν γη, τρωθείς θείω έρωτι· όθεν εν τη ερήμω, ο αββάς Σεραπίων, εύρέ σε θεία νεύσει, Οσιώτατε Μάρκε· διό της πολιτείας σου, τον τρόπον αγάμεθα.
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Κοντάκιο
Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Εν ερήμω Όσιε, στερρώς ασκήσας, και τραφείς ως άγγελος, απ’ ουρανού υπερφυώς, Αγγέλων ώφθης ισότιμος, Μάρκε παμμάκαρ, Οσίων αγλάισμα.
Άγιος Μάρκος ο Ασκητής. Μεγαλυνάριο
Βλάστημα υπάρχων των Αθηνών, άνθος της ερήμου, διά βίου αγγελικού, Μάρκε ανεδείχθης, και κόσμω διαπνέεις, των αρετών σου Πάτερ, οσμήν την κρείττονα.