Η απόγνωση είναι από τα φοβερότερα πάθη· δηλώνει εσωτερική καταστροφή και συμφορά, που γεννάται από κάθε είδους δεινά και αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στο σκοτάδι της ψυχής του. Όταν ο άνθρωπος περιπέσει σε απόγνωση, παύει να ζητά θεραπεία, αφήνει το πάθος αθεράπευτο να λυμαίνεται, να κατατρώγει την καρδιά και να διαφθείρει ολόκληρη την ψυχή του.
Ο απελπισμένος βαδίζει προς τον όλεθρο· τίποτε δεν απομένει μέσα του υγιές. Ο νους του ασθενεί, η καρδιά του πάσχει, η σύνεση τον εγκαταλείπει, η φρόνηση χάνει τη δύναμή της. Το ηθικό σθένος αποδυναμώνεται, το θάρρος τον αφήνει, η λύπη κατατρώγει αλύπητα την καρδιά, και πυκνό σκοτάδι σκεπάζει τον νου. Η σκιά του θανάτου προβάλλει μπροστά του φοβερή· αυτός τρέχει να ξεφύγει κι εκείνη τον καταδιώκει. Μισεί τον θάνατο και όμως η εικόνα του μένει μόνιμα μπροστά στα μάτια του· θέλει να απαλλαγεί, αλλά δεν δύναται να τον αποδιώξει, και η σκιά του θανάτου γίνεται τύραννος της ψυχής. Η θλίψη και η μελαγχολία κυριεύουν ολοκληρωτικά την καρδιά.
Τότε ο απελπισμένος αισθάνεται τη ζωή ως αφόρητο βάρος και ζητά να απαλλαγεί από το φορτίο της. Έχοντας παραιτηθεί από κάθε ελπίδα, δεν τρέχει πλέον σε γιατρό, θεωρεί το πάθος αγιάτρευτο, δεν ζητά φάρμακα, επειδή τα νομίζει ανίσχυρα. Κρύβει το πάθος, δεν εξομολογείται τους πόνους της ψυχής του. Έχασε την ελπίδα προς τον Θεό, αυτήν την ασφαλή άγκυρα της ζωής, και κλυδωνίζεται σαν σκάφος στη μέση αγριεμένης θαλάσσης, που με τα μεγάλα, αφρισμένα κύματά της απειλεί να το καταποντίσει. Χωρίς πίστη, χωρίς την αίσθηση της θείας αγάπης και παντοδυναμίας, ο άνθρωπος γίνεται εύκολο θύμα της απελπισίας.
Ο απελπισμένος, ενώ ζει, είναι σαν νεκρός, γιατί διέκοψε τον σύνδεσμο που τον κρατούσε στον κόσμο. Απώλεσε την ψυχική εκείνη αίσθηση με την οποία χαιρόταν τις χαρές της ζωής και απολάμβανε ό,τι ευχάριστο του προσφερόταν. Η ψυχή του δεν βρίσκει πλέον κανένα θέλγητρο σ’ αυτόν τον χαριτωμένο κόσμο, όπου η θεία σοφία και αγαθότητα τόσο πλουσιοπάροχα σκόρπισαν τις χάριτες. Το κάλλος της φύσεως δεν του δίνει χαρά, η ευθυμία της δημιουργίας δεν γεννά μέσα του καμία ευφροσύνη. Ο ουρανός έχασε για εκείνον τη μεγαλοπρέπειά του, η δόξα του ήλιου δεν ξυπνά κανένα αίσθημα χαράς στην καρδιά του, που άδειασε από πίστη, ελπίδα και αγάπη. Πέπλο βαρύ σκέπασε τους οφθαλμούς της ψυχής και έκρυψε τη χάρη και τη λαμπρότητα των δημιουργημάτων.
Έτσι όλη η φύση χαίρεται, αλλά αυτός, μέσα στη γενική χαρά, είναι βαθιά θλιμμένος.
Τα αυτιά του δεν ακούν πια την αρμονία που γοητεύει την ακοή των πιστών. Πουθενά δεν βρίσκει ευχαρίστηση, πουθενά παρηγοριά· τίποτα δεν μπορεί να του αφαιρέσει τη μελαγχολική διάθεση.
Κατάθλιψη πλημμυρίζει την καρδιά του, το δε κενό που υπήρχε μέσα της γίνεται πλέον άβυσσος χαώδης· τίποτε δεν είναι ικανό να το γεμίσει. Τα αισθήματα αγάπης προς τους οικείους του αδυνατίζουν, η καρδιά νεκρώνεται. Και ο αισθητός και ο πνευματικός κόσμος σβήνουν από μπροστά του. Πώς να ζήσει, αφού όλα χάθηκαν; Πώς να συνεχίσει τη ζωή μέσα σε τέτοιο χάος;
Η ζωή καταντά καθαρός πόνος, και το βάρος της γίνεται αφόρητο. Τι να περιμένει, χωρίς σκοπό; Γιατί να υποφέρει; Γιατί να μην επισπεύσει μόνος του τον τερματισμό, αφού ο θάνατος, ενώ είναι πάντοτε παρών, δεν του αφαιρεί τη ζωή; Αν μπορεί, σκέπτεται, να απαλλαγεί από τα βάσανα, γιατί να τα υπομένει; Τι τον εμποδίζει; Δεν είναι, λέει, παραφροσύνη να περιμένω έναν θάνατο που με περιτριγυρίζει και δεν με λυτρώνει; Γιατί να μη σταματήσω μόνος μου τη ζωή, αναλαμβάνοντας εγώ το έργο του θανάτου; Τι χίμαιρα να τον φοβάμαι; Τι καρτερώ; Τι περιμένω; Μια μόνο κίνησή μου και όλα τελειώνουν: τα βάσανα παύουν, το δράμα κλείνει.
Και έτσι ο αξιολύπητος απεγνωσμένος, επειδή δεν κατέφυγε στον Ιατρό των ψυχών, δεν φανέρωσε το πάθος του, απέρριψε τα φάρμακα της ευσέβειας και της χάριτος, εγκαταλείπει τον βίο, φεύγει από τον κόσμο για να βάλει, όπως νομίζει, τέλος στα δεινά του. Αλλά αγνοεί πως περνά σε άλλη, αιώνια ζωή βασάνων, σε τόπο όπου η οδύνη είναι ατελεύτητη και η απελπισία δεν γνωρίζει ανάπαυση. Ταλαίπωρος άνθρωπος, που εξαπατήθηκε από την απόγνωση και μετέβαλε το πρόσκαιρο μαρτύριο σε αιώνιο.