Με μια Ματιά
Η διδασκαλία των Κολλυβάδων Πατέρων λειτουργεί ως ένα πνευματικό οξυγόνο για το παρόν του Γένους, υπενθυμίζοντας ότι η Παράδοση δεν είναι μουσειακή υπόθεση, αλλά ζωντανή βίωση του Αγίου βίου της Εκκλησίας. Η λειτουργική θεολογία και ο πατερικός δρόμος που πρόβαλαν είναι απαραίτητα για να βρει ο άνθρωπος την ανανέωση από τις ρίζες και τα ζώπυρα της απλανούς λειτουργικής παραδόσεως. Όπως λέει ο πατέρας Παύλος ο Πατερικός Λόγος είναι «τόσο σαφής τόσο φωτεινός και ξεκάθαρος που από μόνος του σχεδόν δεν αφήνει κανένα περιθώριο να μπερδευτούν τα πράγματα».
Δείτε το βίντεο

Ο πατέρας Παύλος μιλά για το μεγαλειώδες ιστορικό, Σωτηριολογικό και θεολογικό έργο των Κολλυβάδων Πατέρων, οι οποίοι στάθηκαν ακλόνητοι υπερασπιστές της Ορθόδοξης Παράδοσης, ιδίως όσον αφορά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κατά την περίοδο του 18ου αιώνα.
Η Κομβική Συμβολή των Κολλυβάδων Πατέρων στην Ιστορία και τη Θεολογία
Οι Κολλυβάδες Πατέρες αποτέλεσαν κεντρικές μορφές του φιλοκαλλικού κινήματος κατά τον 18ο αιώνα. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται ως πολύ δύσκολη και πολύ σημαντική για το μέλλον και την ταυτότητα του Γένους και της Εκκλησίας, καθώς βρισκόταν ανάμεσα στις δύσκολες καταστάσεις του 17ου και τους φοβερούς ανέμους του 19ου αιώνα. Το έργο τους δεν περιορίστηκε μόνο σε θεολογικό πλαίσιο, αλλά ήταν βαθύτατα ιστορικό και σωτηριολογικό.
Ο Αγώνας Ενάντια στον Διαφωτισμό και τον Μοντερνισμό
Οι Κολλυβάδες αντέταξαν σθεναρή αντίσταση στη ρίζα «των δυτικών φώτων του Διαφωτισμού». Αυτό το ρεύμα, το οποίο ο Πατέρας Παύλος χαρακτήρισε ως ένα «πολύ περίεργο φίδι» και ένα «μεγάλο τέρας», ήταν αποφασισμένο να καταπιεί την Ορθοδοξία.
Η ιστορική σημασία τους συμπυκνώνεται στη διαπίστωση: «Αν δεν ήταν αυτοί επί Τουρκοκρατίας, δεν θα είχαμε σήμερα παιδιά ε ούτε ορθόδοξη πίστη ούτε ορθόδοξη διδασκαλία». Ομοίως, πιστεύεται ότι «ενδεχομένως να είχε χαθεί ε ακόμα και το γένος» αν δεν είχαν σταθεί εμπόδιο σε αυτό το ρεύμα.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία έπρεπε να αντιμετωπίσει εθνικούς κινδύνους, κοινωνικές ζυμώσεις, εξισλαμισμούς, παιδομαζώματα και προσηλυτισμό από Ρωμαιοκαθολικούς ή Προτεστάντες. Οι Κολλυβάδες αντιτάσσουν τον Ορθόδοξο Φωτισμό ή Ορθόδοξο Διαφωτισμό, καθώς πίστευαν ότι το φως δεν είναι η γνώση, αλλά «εκείνο που φέρνει τη γνώση και φέρνει τη θεογνωσία».
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην αντιπαράθεση του Αθανασίου του Παρίου με τον Αδαμάντιο Κοραή. Ο Κοραής, επηρεασμένος από τον Γαλλικό Διαφωτισμό, προσπαθούσε να φέρει τα «δυτικά φώτα» στην πατρίδα, βασιζόμενος σε μια υφέρπουσα αρχαιολατρία και νοησιαρχία. Επιδίωκε τη ριζική αναμόρφωση της Εκκλησίας προς προτεσταντικό πρότυπο. Οι Κολλυβάδες απέρριψαν αποφασιστικά αυτήν την προσπάθεια, καθώς, όπως αναφέρεται, «αν δεν υπήρχαν αυτοί οι Πατέρες, δεν θα ήμασταν Ορθόδοξοι, μπορεί να ήμασταν κάτι άλλο, αλλά σίγουρα δεν θα ήμασταν Ορθόδοξοι. Μάλιστα, επειδή εκείνη την εποχή ήταν ο Κοραής, θα ήμασταν Προτεστάντες σίγουρα».
Οι Κολλυβάδες αντιτάχθηκαν στην αλλοτρίωση του Γένους (στο ήθος, στην πίστη, στη λατρεία) και την δυτικοπληξία. Αντιπολέμησαν την αλαζονική πολυμάθεια, τον ρηχό εγκυκλοπαιδισμό και τον ορθολογιστικό ανθρωποκεντρισμό που έρχονταν από τη Δύση.
Η Χορεία των Αγίων και το Λειτουργικό Κίνημα
Οι Κολλυβάδες δεν ήταν απλώς ένας όμιλος ομοϊδεατών, αλλά μια «χορεία πατέρων αγίων» και ένας «άγιος σύλλογος» που πονούσε το Γένος και τη θεία λατρεία. Ανάμεσα στα 10 ξεχωριστά ονόματα που φέρουν τον τίτλο των Κολλυβάδων Πατέρων συγκαταλέγονται:
1. Ο Μάρκος ο Νοταράς (Επίσκοπος Κορίνθου), ο οποίος θεωρείται ο πνευματικός ηγέτης και οδηγός των άλλων Κολλυβάδων.
2. Ο Νικόδημος ο Αγιορίτης, ο οποίος ήταν «μικρός πανεπιστήμονας» παρά το γεγονός ότι είχε βγάλει μόνο την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης.
3. Ο Αθανάσιος ο Πάριος.
4. Ο Νήφων ο Κοινοβιάρχης, ο οποίος ίδρυσε τη μεγάλη μονή της Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο (γνωστή από τον Παπαδιαμάντη).
5. Ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης.
6. Ο Χριστόφορος Προδρομίτης.
7. Ο Ιάκωβος Πελοποννήσιος.
8. Ο Παΐσιος Καλλιγράφος.
9. Ο Παρθένιος Ζωγράφος.
10. Ο Αγάπιος Κύπριος, ο οποίος ήταν Κύπριος.
Γεωγραφικά, το Άγιον Όρος ήταν το επίκεντρο της συγκροτημένης παρουσίας του αναμορφωτικού, εννιόησυχαστικού, φιλοκαλλικού κινήματος.
Το έργο τους χαρακτηρίζεται ως «παραδοσιακή ανανέωση», καθώς γύρισαν πίσω στις πηγές—στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και στους Πατέρες—αναζητώντας την αλήθεια της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Πολέμησαν τόσο τον άκρατο τυποποιητικό συντηρητισμό (ιδιαίτερα στον Αγιορείτικο μικρόκοσμο) όσο και τον καταλυτικό μοντερνισμό. Δέχθηκαν καταδίκες ακόμη και από το Πατριαρχείο, αλλά διασφάλισαν την παράδοση σε όλο τον ελληνικό χώρο.
Οι Δύο Άξονες της Λειτουργικής Διδασκαλίας
Η διδασκαλία των Κολλυβάδων επικεντρώθηκε κυρίως σε δύο άξονες, για τους οποίους κατανάλωσαν κυριολεκτικά τη ζωή τους:
1. Η έριδα περί της Θείας Ευχαριστίας και της συχνότητας μετοχής.
2. Η έριδα περί των μνημοσύνων, δηλαδή αν πρέπει να τελούνται την Κυριακή, την αναστάσιμη ημέρα του Κυρίου.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Κολλυβάδες απέδειξαν ότι ο ησυχασμός (νοερά προσευχή, ευχή του Ιησού) δεν είναι ασύμβατος, αλλά συναμφότερον της ζωής των μυστηρίων και της συχνής μετοχής στον αγιασμό των μυστηρίων.
Η Θεολογική Διδασκαλία Περί του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας
Η θεολογική διάσταση γύρω από τη Θεία Ευχαριστία προσδιορίζεται σε θεμελιώδη κείμενα, όπως στο τρίτο κεφάλαιο του περιμυστηρίων μέρους της Δογματικής του Αγίου Αθανασίου του Πάριου, στην Ομολογία Πίστεως του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, και στην Αντιρρητική Επιστολή του Αθανασίου του Πάριου.
Η Ευχαριστία ως Συγκρότηση της Εκκλησίας
Για τους Κολλυβάδες, «η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις και διακρίνεται σε απλανή ενότητα εν τη ευχαριστία». Η συγκρότηση και η φανέρωσή της εδράζεται στην αδιάκοπη μετοχή στο μυστήριο, που ολοκληρώνεται μέσω «Εν Χριστώ σύναξης και εν Χριστώ κοινωνίας», συγκροτώντας το ευχαριστιακό σώμα της Ορθοδοξίας. Η Θεία Ευχαριστία, με «εξιλαστική δύναμη και αγιαστική χάρη», αποτελεί το κέντρο της ζωής και της λατρείας της Εκκλησίας. Ο ναός είναι ο «κυριακός τόπος» του ευχαριστιακού τρόπου μετοχής των πιστών στο μυστικό δείπνο της Αθανασίας.
Ο όρος Ευχαριστία δηλώνει τρεις αλληλένδετες πτυχές:
1. Τον καθαγιασμό των ευχαριστιακών δώρων.
2. Την ίδια την προσφορά του άρτου και του οίνου ως καθαγιασμένου, αληθούς σώματος και αίματος του Χριστού.
3. Τη ζωοποιό μετάληψη, τελούμενη αδιαλείπτως στους αιώνες ως ανάμνηση της θυσίας του Χριστού.
Ο Καθαγιασμός και η Αγία Τριάδα
Οι Πατέρες επισημαίνουν ότι το μυστήριο είναι ανάμνηση όλης της σωτηριώδους θείας οικονομίας, αλλά ιδιαίτερα ανάμνηση της επί του σταυρού θυσίας, του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού.
Σχετικά με τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, απέρριψαν την ιδέα ότι εξαρτάται από «ιερές στιγμές και δραστικούς λόγους οι οποίοι μαγικώς ενεργούντα». Αντιθέτως, πίστευαν ακράδαντα ότι η ευχαριστιακή τελείωση ολοκληρώνεται μεν στην τρίτη σφράγιση των δώρων, τελεσιουργείται όμως δια όλης της καθαγιαστικής ευχής της αναφοράς.
Η τελεσιουργία πραγματοποιείται δια της δυνάμεως όλης της Αγίας Τριάδος:
* Ο Υιός αυτουργεί, κατά τον τρόπο του Μυστικού Δείπνου.
* Ο Πατήρ συνευδοκεί.
* Το Άγιο Πνεύμα συνεργεί, καθά και εν τη Θεία Σαρκώσει.
Ο τελικός σκοπός της Παναγίας Θυσίας είναι η ένωση αγαπητική με τον άνθρωπο, ώστε ο κοινωνούμενος Υιός του Θεού «να αναπαυθεί και να ποιήσει με τον άνθρωπο ένωση αγαπητική» και ο άνθρωπος να γίνει σύσσωμος και σύναιμος με τον Χριστό. Αυτή η μετουσία είναι το «επισφράγισμα όλων των κόπων και των αγώνων ως εφώδιο ζωής αιωνίου». Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης περιγράφει αυτή την αλήθεια με λόγους λειτουργικής Θεολογίας, καταλήγοντας: «τούτο [η κοινωνία] τέλος ἀπάντων, ἡ Θεοῦ κοινωνία καὶ τὸ ἄκρος τούτο ἀγαθῶν τε καὶ ἐφετῶν».
Αντιμετώπιση Λειτουργικών Παρεκκλίσεων
Οι Κολλυβάδες ήταν γνώστες της θείας λατρείας και των περί Ευχαριστίας προβληματισμών. Η θέση τους εναντίον των «παραχαρακτικών αυτών τωνμάτων» (αιρέσεις, παρεκκλίσεις ή καινοτομίες) υπήρξε αυστηρή και καθαρή.
Όστια και Άζυμος Άρτος: Οι Πατέρες έθιξαν θεολογικά ζητήματα, όπως ο άζυμος άρτος (όστια), που χρησιμοποιούν οι Ρωμαιοκαθολικοί (από τον 10ο αιώνα) και οι Αρμένιοι. Ο ένζυμος άρτος είναι εικόνα του ζωντανού αναστημένου ζωοποιού σώματος του Χριστού, ενώ ο άζυμος άρτος είναι εικόνα του νεκρού σώματος. Η στρογγυλή όστια συμβολίζει, στην σχολαστική θεολογία, τον άψαλο, απόμακρο Θεό και το ακοινώνητο της ουσίας Του. Αντιθέτως, ο Άγιος Αμνός της Ορθοδόξου Ευχαριστίας είναι τετράγωνος, δηλώνοντας τη σάρκωση του Υιού, την έλευση στον τετραπέρατο κόσμο και τη γεφύρωση του ακτίστου με τον κτιστό κόσμο. Επίσης, η χρήση του άκρατου οίνου (που σημαίνει ανόθευτος, καθαρός, ατόφιος, ασύγκριτος) ή της όστιας μπορεί να αποτελέσει «υπόβαθρο κακοδοξίας».
Μετουσίωση/Μεταβολή: Διαφωνούσαν με τη χρήση όρων όπως μετουσίωση και μεταβολή, καθώς θεωρούσαν ότι ο δεύτερος όρος διαθέτει το περιεχόμενο των αριστοτελικών κατηγορημάτων που χρησιμοποιούσαν οι Σχολαστικοί για να ερμηνεύσουν λογικά το μυστήριο (περί ουσίας και είδους).
Κοινωνία Κοιμηθέντων: Απέρριψαν την πρακτική της κοινωνίας των κοιμηθέντων ή τη μετάληψη «για την ψυχή του κημένου» (όπως στα 40ήμερα μνημόσυνα). Χαρακτήρισαν αυτή την πρακτική ως «ίχνος αυτής της κακής παραδόσεως», καθώς η Θεία Κοινωνία αφορά τη σωτηρία του ζώντος πιστού.
Η Έριδα Περί Συχνότητας Μετοχής
Κατά την Τουρκοκρατία, η λειτουργική ζωή είχε περιέλθει σε κατάσταση παρακμής λόγω άκρατης τυποποίησης. Πολλοί χριστιανοί, ακόμη και μοναχοί στο Άγιον Όρος, δεν κοινωνούσαν παρά μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και της Παναγίας. Οι ευλαβέστεροι μοναχοί κοινωνούσαν κάθε 40 μέρες και ονομάστηκαν «οπαδοί της τεσσαρακονθήμερου». Αυτή η αραιή μετάληψη είχε γίνει «ψευτο-παράδοση» και προήλθε εν μέρει από την υπερτόνιση των ασκητικών στοιχείων (τριήμερη, 15ήμερη νηστεία) εις βάρος της ευχαριστιακής μετοχής.
Ο αγώνας των Κολλυβάδων για τη συχνή μετάληψη ξεκίνησε με το έργο «Περί Συνεχούς Μεταλήψεως», το οποίο ξεκίνησε ο Μάρκος ο Νοταράς, επεξεργάστηκε και επέκτεινε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, και έγραψε αντίστοιχο έργο και ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης. Αυτό το έργο θεωρήθηκε κάποια στιγμή αιρετικό, αλλά αργότερα επαινέθηκε ως ορθόδοξο, ενώ ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ (ο μαρτυρικός) δικαίωσε τους Κολλυβάδες ως προς το ζήτημα της ευχαριστιακής συμμετοχής.
Η συχνή μετάληψη είναι «ιατρεία, στερέωση και η προκοπή των αγωνιζομένων», και όχι βραβείο των τελείων.
Προϋποθέσεις για την Άξια Μετοχή στη Θεία Ευχαριστία
Οι Κολλυβάδες δεν ήταν υπέρμαχοι μιας αυθαίρετης ελευθεριότητας στην ευχαριστιακή μετοχή, καθώς αυτή «ποτέ δεν μπορεί να είναι απροϋπόθετη». Η προσέγγισή τους συνιστούσε τη «σύνθεση ασκήσεως και ευχαριστής επιποθέσεως», που είναι ο απλανής πατερικός δρόμος. Τόνιζαν ότι είχαν «άκρατη ευλάβεια προς το μυστήριο και προς την καλή προετοιμασία».
Α. Απολύτως Αναγκαίοι Όροι (Όροι Δυνατότητας Μετοχής)
- Η ιδιότητα του πιστού και τετελειωμένου μέλους της συνάξεως, που λαμβάνεται με το βάπτισμα.
- Η βέβαιη και ακράδαντη πίστη ότι δια της κοινωνίας μετέχει στη θεοποιό ζωοποίηση του αληθούς σώματος και τιμίου αίματος του Χριστού.
- Η ενεπίγνωστη και ενσυνείδητη μετάληψη από ζώντες και όχι από κοιμηθέντες.
- Η τέλεση του μυστηρίου ορθοδόξως από την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, αποκλειομένων παντελώς των αιρετικών, σχισματικών και ακοινωνήτων.
Β. Γενικές και Ειδικές Προϋποθέσεις (Προετοιμασία)
- Γενική Προκάθαρση: Απαιτείται απόρριψη της δουλικής μικροψυχίας και της μόλυνσης της μνησικακίας. Ο πιστός πρέπει να είναι αγαπημένος και καταλλαγμένος με όλους τους αδελφούς του, χωρίς να μνησικακεί ή να εκδικείται.
- Εξομολόγηση και Μετάνοια: Η εξομολόγηση είναι διαρκής μετάνοια και ο σταθερός ασκητικός δρόμος της Ορθοδόξου ζωής. Δεν πρέπει να είναι «απλή μηχανιστική επανάληψη τυποποιημένης συνήθειας», ούτε καταφύγιο για να λάβει κάποιος «αυτοδικαίωτη άνεση αξίας προσελεύσεως». Η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται με άκρα συναίσθηση της αναξιότητας.
- Αυτοεξέταση και Καθαρό Συνειδός: Απαιτείται συνεχής αυτοέλεγχος και αυτοεξέταση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τον οποίο επικαλούνται, επαινεί εκείνον που έρχεται με καθαρό συνειδός και άκακο βίο, ανεξάρτητα από τη συχνότητα.
- Άσκηση των Αισθήσεων: Η προετοιμασία απαιτεί διά βίου ετοιμότητα. Η νηστεία είναι άσκησις των αισθήσεων, όχι μόνο αποχή από φαγητό, το οποίο είναι το τελευταίο. Τα μάτια πρέπει να είναι τυφλά στα αμαρτήματα των άλλων, το στόμα να μιλάει για τον Χριστό με τη μονολόγιστη ευχή («Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»), και η προσευχή πρέπει να βγαίνει μέσα από την καρδιά και όχι να είναι απλή απαγγελία.
- Σωματική Καθαρότητα: Απαιτείται συντήρηση της ψυχοσωματικής καθαρότητας κληρικών και λαϊκών «από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος, από κάθε ρυπαρότητα, σπίλωση και ακαθαρσία οφθαλμών, διανοίας, συνειδότος, ψυχής, σώματος, στόματος, χειλέων και γλώσσης».
- Εγκράτεια Συζύγων: Οι Κολλυβάδες εντάσσουν την εγκράτεια των συζύγων (εκ συμφώνου) στο πλαίσιο της προευχαριστιακής προετοιμασίας, ως άθλημα αγαπητικό.
- Ευχαριστιακή Νηστεία: Η απολύτως αναγκαία ευχαριστιακή νηστεία είναι από τα μεσάνυχτα μέχρι την ώρα της Θείας Κοινωνίας. Οι ιεροί κανόνες δεν ορίζουν συγκεκριμένη ρύθμιση ημερών νηστείας πριν τη μετάληψη. Ο Άγιος Νικόδημος συνιστά κατά δύναμιν νηστεία, η οποία είναι «άθλημα ελευθερίας και όχι επιβαλλόμενη υποχρέωση». Η πρακτική των πρώτων χριστιανών να κοινωνούν μετά το δείπνο εγκαταλείφθηκε πολύ γρήγορα από την Εκκλησία (μέχρι τον 3ο αιώνα) και ορίστηκε η νηστεία από τα μεσάνυχτα.
Η Θέση της Εξομολόγησης
Πρέπει να τονιστεί ότι η προσέλευση στην Ευχαριστία ποτέ δεν ταυτίστηκε υποχρεωτικά με υποχρεωτική προσέλευση στην εξομολόγηση. Όταν η εξομολόγηση επιβάλλεται ως αναγκαστική υποχρέωση για κάθε μία συμμετοχή, είναι δυνατόν αντί για βοήθεια να γίνει εμπόδιο για την ενσυνείδητη συχνή μετάληψη. Για πολλές ψυχές, η εξομολόγηση γίνεται καταφύγιο απόθεσης ενοχικών συμπλεγμάτων ή αρπαγής αυτοδικαιωτικής αξιοσύνης, και όχι στιβαρή πάλη πνευματικής ελευθερίας.
Ο Ρόλος του Πνευματικού Πατρός
Η προσέλευση στα μυστήρια γίνεται κατόπιν αδείας και ευλογίας του πνευματικού Πατρός. Ο πιστός οφείλει να ακούει και να σέβεται τις συμβουλές του εξομολόγου του. Στην Εκκλησία «δεν υπάρχει δημοκρατία», και ο πνευματικός μπορεί να είναι αυταρχικός και να δίνει «τιμωριούλα» ή κανόνες για παιδαγωγικό τρόπο. Η διάκριση του πνευματικού πατρός είναι καθοριστική, ειδικά για όσους προσέρχονται σε αραιά διαστήματα, ώστε να ορίσει την κατά περίπτωση προευχαριστιακή νηστεία.
Μόνο η αμέλεια, οι αμαρτητικές πτώσεις και η έκπτωση της αγάπης προς τον Κύριο στερούν από τον άνθρωπο τα χαρίσματα της θεοποιού ενώσεως. Αντιθέτως, η συνεχής άσκηση και η περιφύλαξη των εντολών οδηγούν στην ένωση με τον Χριστό.
Εν κατακλείδι, οι πιστοί καλούνται να προσέλθουν στη Θεία Κοινωνία «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης».