Άγιος Ευστάθιος ο Μεγαλομάρτυρας, Θεοπίστη, Αγάπιος και Θεόπιστος οι Μάρτυρες

Άγιος Ευστάθιος ο Μεγαλομάρτυρας

Άγιος Ευστάθιος ο Μεγαλομάρτυρας, Θεοπίστη, Αγάπιος και Θεόπιστος οι Μάρτυρες

Τη μνήμη των Αγίων Ευσταθίου, Θεοπίστης, Αγαπίου και Θεοπίστου τιμούμε στις 20 Σεπτεμβρίου.

Ο Άγιος Ευστάθιος έζησε περί το έτος 100μ.Χ. -την εποχή του Αυτοκράτορα Τραϊανού- και ήταν μεγάλος στρατηλάτης. Ήταν γνωστός για την αρετή και την φιλανθρωπία του. Εκείνη την εποχή ασπαζόταν τα είδωλα. Ονομαζόταν Πλακίδας και η γυναίκα του Τατιανή, η οποία ήταν και εκείνη ενάρετη. Επειδή ο Άγιος είχε αγνή καρδιά και ήταν πολύ καλός άνθρωπος, ο Θεός δεν τον άφησε στην πλάνη τον ειδώλων.

Συνήθιζε, στον καιρό της ειρήνης, να παίρνει τους στρατιώτες του και να πηγαίνουν για κυνήγι. Μια μέρα τέτοια μέρα λοιπόν, ενώ βρισκόταν στο δάσος, βλέπει ένα μεγάλο ελάφι και προσπάθησε να το πιάσει κυνηγώντας το έφιππος. Οι στρατιώτες τον ακολούθησαν για να τον βοηθήσουν, αλλά όταν είδαν ότι δεν θα τα κατάφερναν, σταμάτησαν την καταδίωξη. Το ελάφι όλο και απομακρυνόταν, μα ο Πλακίδας συνέχιζε την προσπάθειά του μέχρι που ίδρωσε ολόκληρος και κουράστηκε το άλογό του. Το ελάφι πήδηξε πάνω από ένα χάσμα. Το άλογο σταμάτησε, δεν μπορούσε να κάνει τέτοιο μεγάλο άλμα.

Ο Πλακίδας προσπαθούσε να βρει κάποιο πέρασμα για να φτάσει στο ελάφι. Τότε, είδε ανάμεσα στα δύο κέρατα του ελαφιού τον Σταυρό του Χριστού, να λάμπει περισσότερο κι από τον ήλιο. Πάνω στο Σταυρό ήταν ο Εσταυρωμένος, και ο Πλακίδας άκουσε μια δυνατή φωνή να λέει: «Πλακίδα, τι με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, που εσύ με τιμάς με την αρετή σου και με τα έργα σου, κι ας μη με γνωρίζεις. Για εσένα φανερώθηκα πάνω σε αυτό το ζώο. Οι καλές πράξεις και οι ελεημοσύνες σου, είναι μπροστά μου. Ήρθα και εμφανίστηκα μπροστά σου, για να σε κυνηγήσω και να σε πιάσω στο δίχτυ της φιλανθρωπίας μου. Επειδή δεν είναι δίκαιο, ένας τέτοιος αγαθός και καλός άνδρας, να μένεις στο σκοτάδι και να λατρεύεις είδωλα, κουφά και αναίσθητα».

Όταν συνήλθε από το σοκ ο Πλακίδας -που είχε πέσει από το άλογό του και ήταν στα γόνατα- και βρήκε η καρδιά του κουράγιο, σηκώθηκε. Κοίταξε εδώ και εκεί για να εντοπίσει από πού ακούστηκε η φωνή, κι όταν δεν είδε κανέναν φώναξε δυνατά: «Τι είναι αυτή η φωνή που ακούω; Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς; Δείξε μου ποιος είσαι για να σε πιστέψω».

Και είπε ο Θεός: «Μάθε Πλακίδα. Είμαι ο Χριστός που δημιούργησα τον ουρανό και τη γη, έδειξα το φως, χώρισα το σκοτάδι. Εγώ είμαι που έκανα τον ήλιο να φέγγει την ημέρα, και το φεγγάρι, τα άστρα, να λάμπουν τη νύχτα. Εγώ είμαι που έστησα τους καιρούς και τους χρόνους, και τις ημέρες και τις νύχτες. Εγώ είμαι που έπλασα τον άνθρωπο, που δεν υπήρχε. Για τη σωτηρία του, εμφανίστηκα στους ανθρώπους σαν άνθρωπος, σταυρώθηκα, ετάφηκα και την τρίτη μέρα αναστήθηκα».

Τότε ο Πλακίδας γονάτισε πάλι και είπε: «Πιστεύω σε Σένα, Κύριε. Πιστεύω ότι είσαι ο Κτίστης και ο Δημιουργός του κόσμου. Πιστεύω ότι είσαι ο Θεός ο αληθινός. Δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από Εσένα».

Και η φωνή του Θεού συνέχισε: «Αν πιστεύεις σε εμένα πήγαινε και βρες τον αρχιερέα του τόπου σου, που βαπτίζει τους Χριστιανούς, να βαπτίσει και εσένα».

«Κύριε, να πω αυτά τα λόγια και στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, να πιστέψουν κι αυτοί σε σένα;», ρώτησε ο ευσεβής Πλακίδας.

«Να τα πεις Πλακίδα λεπτομερώς, και όταν βαπτιστείτε και καθαριστείτε από τις αμαρτίες σας, να επιστρέψεις εδώ μόνος σου, να σου δείξω τι μέλλει να πάθεις», ήταν η απάντηση του Θεού.

Το βράδυ, λοιπόν, φτάνει στο σπίτι του και λέει στη γυναίκα του όσα είχαν συμβεί. Εκείνη τον πιστεύει και του λέει ότι είδε όνειρο πως πρέπει να βαπτιστούν. Πήγαν λοιπόν τα μεσάνυχτα στον Αρχιερέα και ζήτησαν να βαπτιστούν. Ο Πλακίδας βαπτίστηκε Ευστράτιος, η γυναίκα του Θεοπίστη και οι γιοι τους Αγάπιος και Θεόπιστος. Ο Αρχιερέας τους έδωσε να μεταλάβουν Θεία Κοινωνία και τους ευχήθηκε να είναι πάντοτε ο Θεός μαζί τους και να τους χαρίσει την αιώνια βασιλεία.

Το επόμενο πρωί, οδήγησε τους στρατιώτες του πάλι στο ίδιο μέρος. Τους άφησε να κυνηγήσουν κι αυτός είπε ότι θα πάει να βρει μεγαλύτερα θηράματα. Έφτασε μόνος του εκεί όπου είχε ακούσει τον Θεό, γονάτισε και προσευχήθηκε: «Πιστεύω Χριστέ σε εσένα, επειδή τώρα γνώρισα».

Ήρθε όμως ο καιρός του πειρασμού, όπως και στην περίπτωση του Ιώβ. Ο Ευστράτιος έχασε όλα του τα υπάρχοντα και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Στο ταξίδι, καθώς περνούσαν εν πλω έναν ποταμό, ένα θηρίο άρπαξε τα δύο του παιδιά. Η Θεία Πρόνοια όμως με θαυμαστό τρόπο τα γλύτωσε και τους φρόντισε όλους να φτάσουν στον προορισμός τους χωρίς να πάθουν κάτι κακό.

Ο Ευστάθιος πλέον, που παλιά ήταν ένας πλούσιος αξιωματικός, τώρα πάλευε για το μεροκάματο. Για την αγάπη του Κυρίου μας όμως υπέμεναν, εκείνος και οι οικογένεια του, γενναία για αρκετό διάστημα τις κακουχίες της νέας τους ζωής.

Κάποια στιγμή, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δέχθηκε επίθεση από βαρβαρικά φύλα. Ο Αυτοκράτορας, αναρωτιόταν ποιος είναι άξιος να ηγηθεί των υπερασπιστών της χώρας. Τότε θυμήθηκε τις νίκες και τα κατορθώματα του Ευσταθίου. Έστειλε λοιπόν αγγελιοφόρους παντού, για να τον βρουν. Πράγματι, οι άνθρωποι του Αυτοκράτορα βρήκαν τον Άγιο Ευστάθιο και απόρησαν από την ταπεινή του εμφάνιση και την φτώχεια στην οποία βρισκόταν. Του δόθηκαν τα παλιά του αξιώματα και με την βοήθεια του Κυρίου νίκησε τους εχθρούς της Ρώμης. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Ευστάθιος επέστρεψε ξανά τη γυναίκα του και τα παιδιά του, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Το 117μ.Χ. ο Άγιος Ευστάθιος μετέβη με την οικογένειά του στη Ρώμη. Εκεί ο Αυτοκράτορας Αδριανός τον τίμησε για τις νίκες του και τον παρακίνησε να θυσιάσει στους θεούς. Τότε, ο Άγιος Ευστάθιος του είπε πως νίκησε με τη χάρη και τη δύναμη του Χριστού, κι όχι με την βοήθεια των ειδώλων. Ο Αδριανός εξοργίστηκε. Του αφαίρεσε το αξίωμα του στρατηλάτη και διέταξε να τον ταΐσουν στα λιοντάρια, τόσο τον Ευστάθιο όσο και την οικογένειά του. Τα λιοντάρια όμως δεν τους άγγιξαν. Στη συνέχεια, ο Αδριανός διέταξε να τους βάλουν μέσα σε ένα πυρωμένο χάλκινο βόδι, κι έτσι οι 4 Άγιοι Μάρτυρες παρέδωσαν τη ψυχή τους στα χέρια του Θεού. Όταν άνοιξαν το χάλκινο βόδι, όλοι εξεπλάγησαν επειδή τα σώματα των Αγίων δεν είχαν φθαρεί καθόλου από την φωτιά. Οι Χριστιανοί όταν το έμαθαν, δόξασαν τον Θεό, πήραν τα σώματα και με ευλάβεια τα ενταφίασαν.

Τη μνήμη των Αγίων Ευσταθίου, Θεοπίστης, Αγαπίου και Θεοπίστου τιμούμε στις 20 Σεπτεμβρίου.

Απολυτίκιο των Αγίων Ευσταθίου, Θεοπίστης, Αγαπίου και Θεοπίστου:

Αγρευθείς ουρανόθεν προς ευσέβειαν ένδοξε, τη του σοι οφθέντος δυνάμει, δι’ ελάφου Ευστάθιε, ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς, και ήστραψας εν άθλοις ιεροίς, συν τη θεία σου συμβίω και τοις υιοίς, φαιδρύνων τους βοώντας σοι. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δείξαντι σε εν παντί, Ιώβ παμμάκαρ δεύτερον.

Α.Α.

1 Response

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment