Η Ακάνθινη Απειλή .: Έγραψαν .: Ματιά
 

Η Ακάνθινη Απειλή

Το διήγημα “Η Ακάνθινη Απειλή” του συγγραφέα Χριστόφορου Παυλίδη. Δημοσιεύεται στη Ματιά με την άδειά του, και τον ευχαριστούμε πολύ.

Γράφει: Matia Gr
Η Ακάνθινη Απειλή

Πρόλογος

Συμπαθάτε με για την αλλόκοτη ιστορία που θα σας αφηγηθώ. Όμως, πιστέψτε με, δεν είχα άλλη απαντοχή να την κρατώ σερνάμενη στην άκρη των χειλιών μου. Κάπου έπρεπε να βρει διέξοδο τούτο το βασανιστικό μυστικό που την πυρετική του εμπειρία μαρτύρησα ολομόναχος, αποκλεισμένος μέσα στην πράσινη, φυτική παγίδα του σπιτιού μου!

Δεν στοχεύω τον εντυπωσιασμό σας με αποκυήματα της φαντασίας μου. Απλά, σας παραθέτω όσα παράδοξα μου συνέβησαν εκείνο το αλησμόνητο Πάσχα του 1987!

Η Ακάνθινη Απειλή

I

Λάτρευα από πάντοτε τα φυτά. Η αστείρευτη ποικιλία των ειδών τους, τα διαφορετικά σχήματα των φυλλωμάτων τους, η διάταξη της ανθοφορίας τους, η θαυμαστή παραλλαγή των χρωμάτων, ακόμα και στο ίδιο είδος, μ’ εντυπωσίαζαν βαθιά!

Μα, πάνω απ’ όλα τα είδη, ξεχώριζα ιδιαίτερα τους κάκτους, τους λιτοδίαιτους ερημίτες των άγονων περιοχών, με τις παράξενες μορφές και τ’ απειλητικά βελονοφυλλώματα που έζωναν τους βλαστούς τους.

Κάποιο πάθος ανεξήγητο, μ’ έσπρωχνε ν’ αγοράζω κάθε είδος που μου ‘λειπε, έτσι ώστε -ύστερα από χρόνια υπομονετικής αναζήτησης- βρέθηκα κάτοχος μιας μοναδικής, σε ποικιλία και ποσότητα, συλλογής που γέμιζε ασφυχτικά τη βεράντα, τα δωμάτια και κάθε κοινόχρηστο χώρο του σπιτιού μου, περιορίζοντας τα έπιπλα στα εντελώς απαραίτητα για τις λειτουργικές μου ανάγκες!

Μέσα στο στενόχωρο διαμέρισμα των εκατόν είκοσι τετραγωνικών μέτρων, συνωστίζονταν πλατύσχημες οπουντίες, στυλόμορφα κηρία και καρνεγίες, σφαιρικοί εχινόκακτοι, κυλινδρικά εχινοκήρια, ριψαλίδες και επίφυλλα με βλαστούς πλατύς και αρθρωτούς, μηλόκακτοι, κεφαλοκηρία και μικρές μαμμιλαρίες με σφαιρικούς, ακανθώδεις βλαστούς!

Ξόδευα τις περισσότερες ώρες από τον ελεύθερο χρόνο μου, με το να ασχολούμαι καθημερινά με τη φροντίδα τους, πότε ισιώνοντας τους αδύναμους βλαστούς και πότε αφαιρώντας τα ζιζάνια που τους έζωναν τριγύρω.

Χρόνο στο χρόνο, είχε δημιουργηθεί μια ζεστή σχέση ανάμεσα μας και μη τολμήσετε να χαμογελάσετε ειρωνικά, αντιλέγοντας πως τα φυτά στερούνται την ικανότητα να σκέφτονται και να αισθάνονται, όπως οι άνθρωποι.

Εγώ μπορώ να σας διαβεβαιώσω, υπεύθυνα, πως πραγματικά κάτι τέτοιο συμβαίνει!

Διαφορετικά, βρέστε κι εξηγήστε μου, σε τι οφείλεται το γεγονός, πως, μόνο τα δικά μου κακτοειδή -αντίθετα μ’ όλα τ’ άλλα που στολίζουν τα σπίτια σας και τις βιτρίνες των ανθοπωλείων- ανθίζουν χειμώνα καλοκαίρι, διαψεύδοντας τους ειδήμονες που έγραψαν τα εγχειρίδια της βοτανολογίας;

Αν αυτό δεν είναι απόδειξη νοημοσύνης, ένα είδος ανταπόδοσης της αγάπης μου γι’ αυτά, τότε, τι ισχυρότερο επιχείρημα έχετε ν’ αντιτείνετε εσείς;

Σίγουρα, τίποτα ιδιαίτερα πειστικό από το ν’ αρκεστείτε στην εγωιστική διαπίστωση, πως οι θαυμαστές εκδηλώσεις των κάκτων μου είναι συμπτωματικές και ίσως λιγάκι ανεξήγητα ιδιόρρυθμες.

Βλέπω, πως σας έφερα σε αμηχανία.

Έ, λοιπόν, ας αφήσουμε κατά μέρος τον προβληματισμό σας. Βρίσκω, πως αρκετά σας παίδεψα μέχρι εδώ! Είναι καιρός να ξεκινήσω την ιστόρηση των δραματικών γεγονότων που (τόσο καθοριστικά) μ’ έκαναν ν’ αλλάξω χαρακτήρα.

II

Αν θυμάμαι καλά, όλα αρχίνησαν πριν από δέκα χρόνια. ένα γλυκό απογεματινό του Απρίλη, ανήμερα τ’ Άη Γιώργη.

Είχα δεχτεί τότε μια πρόσκληση για δείπνο από τον φίλο μου τον Τάκη και, καθώς βρισκόμουν στον δρόμο για το σπίτι του, τράβηξε την προσοχή μου η ομορφοστολισμένη βιτρίνα του ανθοπωλείου στη γωνιά, λίγα βήματα πιο μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας.

Η ανθοπώλης είχε μόλις τελειώσει την ταχτοποίηση, πάνω σε τρεις αναβαθμίδες, εκατό, περίπου, φυντανιών κάκτων, διαφορετικών ειδών και ποικιλόμορφων σχημάτων. Πολλοί απ’ αυτούς, ανάμεσα στα πυκνά αγκάθια τους, είχαν μπουμπούκια έτοιμα ν’ ανθοφορήσουν σε ζωηρούς κόκκινους, κίτρινους και λευκένιους ανθούς.

«Ά, ωραία!» σκέφτηκα. «Να, μια καλή ιδέα για δώρο. Ο Τάκης σίγουρα θα ευχαριστηθεί, αν του πάω ένα τόσο όμορφο φυτό!»

Δίχως άλλη σκέψη, έδειξα στην πωλήτρια έναν κάκτο με δισκοειδείς βλαστούς, βαλμένους τον έναν πάνω στον άλλον, σε ακατάστατη μα τόσο γοητευτική διάταξη, που έδιναν μια εντυπωσιακή εικόνα ασύμμετρης αρμονίας.

«Παρακαλώ δεσποινίς, μου τον ετοιμάζετε για δώρο;» είπα ευγενικά.

«Μα και βέβαια!» έκανε εκείνη. Κι έπειτα από μικρή παύση, σαν να ‘θελε να τονίσει το βάρος των λόγων της, συνέχισε: «Ξέρετε δεν συνηθίζω να υπερβάλλω, αλλά κάνατε την καλύτερη εκλογή. Αυτή η οπουντία είναι πραγματικά θαυμάσια!»

Πλήρωσα, αφού προηγούμενα την ευχαρίστησα κι ανέβηκα τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας.

Η Νώντια, η γυναίκα του φίλου μου, έβγαλε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού, όταν της έτεινα το γλαστράκι.

«Ώ Μάνο, είναι πολύ ευγενική η χειρονομία σου» αναφώνησε. «Να ‘ξερες πόσο λατρεύω τους κάκτους! Έλα στη βεράντα να σου δείξω τη συλλογή μου.»

Την ακολούθησα, κολακευμένος για την ευχαρίστηση που της προξένησα και βγήκα μαζί της στο απλόχωρο, σκεπασμένο με τέντα μπαλκόνι που ήταν κατάφορτο από φυλλόδεντρα, μονστέρες, ορτανσίες κι άλλα είδη του φυτικού βασιλείου που δε γνώριζα τις ονομασίες τους.

Σε μια ξέχωρη γωνιά, διαμορφωμένη σε σκαλωτά πεζούλια, ήταν -βαλμένοι στη σειρά- πάνω από πενήντα κάκτοι, αρκετά ανεπτυγμένοι. Όμως, όπως τους κοιτούσα με θαυμασμό, αγαλμάτωσα! Γιατί, ανάμεσα τους, μέτρησα να επαναλαμβάνεται τρεις φορές το ίδιο είδος με τη δική μου οπουντία!

Στενοχωρέθηκα και το έδειξα.

«Νώντια, δός μου το φυτό να τ’ αλλάξω.» Επέμενα.

Εκείνη αρνήθηκε και με κοίταξε παιχνιδιάρικα με τα υπέροχα, γελαστά της μάτια.

«Δεν πειράζει Μάνο», είπε, ξεσπώντας σ’ ένα κελαριστό γέλιο. «Σου δίνεται η ευκαιρία να ξεκινήσεις κι εσύ τη δική σου συλλογή κάκτων. Εμπρός, λοιπόν, κάνε την αρχή μ’ αυτή την όμορφη οπουντία!»

Πήρα -όχι δίχως ντροπή- τον κάκτο από τα χέρια της κι αυτό ήταν το ξεκίνημα. Απ’ εκείνη τη μέρα, με κατέλαβε μια ανεξήγητη μανία γι’ αυτά τα παράξενα φυτά. Όπου συναντούσα ανθοπωλείο, ακόμα κι όταν ταξίδευα, έμπαινα μέσα κι έψαχνα ν’ ανακαλύψω είδη που έλειπαν από τη συλλογή μου, έτσι που σήμερα -ύστερα από δέκα, κοντολογίς, χρόνια- μπορούσα να καυχηθώ, πως ελάχιστα -κι αυτά σπάνια- είδη κάκτων απόμεναν που να μην τα κατέχω.

Χαμογελάτε; Ίσως να σκέφτεστε, με κάποια δόση ειρωνείας, πως έχετε μπροστά σας ένα «ψώνιο», ένα δύσμοιρο θύμα του αχαλίνωτου «χομπισμού»!

Εμπρός λοιπόν! Ξεκινήστε κι’ εσείς, αγοράζοντας ένα κάκτο και να δούμε αν -ύστερα από λίγο καιρό- θα ‘χετε τα μούτρα να ειρωνεύεστε!

Για να σας πείσω για τη σοβαρότητα αυτής της προειδοποίησης – αποτροπής, θα σας αφηγηθώ την εμπειρία που απόχτησα, απόνα ταξίδι μου, πέντε χρόνια πριν, στην Ινδία.

Αν θέλετε, πιστέψτε το! Για… δικό σας καλό!

III

Είμαι άνθρωπος ανήσυχος από φυσικού μου, έτσι που ο τόπος όπου ζω και κινούμαι μου φαίνεται απίστευτα μικρός. Η οικονομική στενότητα, μου στερεί την πολυτέλεια των μακρυσμένων ταξιδιών που μαγνητίζουν γοητευτικά την αχαλίνωτη φαντασία μου.

Έτσι, τις περισσότερες φορές, για να ικανοποιήσω την ακόρεστη δίψα μου για μάθηση, αρκούμαι στην πλάνη των ονειρικών ταξιδεμάτων, αναπλάθοντας τις περιηγητικές αφηγήσεις των βιβλίων σ’ ολοζώντανες εικόνες, τόσο αληθινές, που ελάχιστα απέχουν από την πραγματικότητα!

Όμως, όταν καταφέρνω και βάζω στην άκρη κάποιο σημαντικό χρηματικό ποσό, δεν αφήνω την ευκαιρία να μου ξεφύγει και ανοίγω τα φτερά μου για τους εξωτικούς παράδεισους της Ανατολής.

Εκείνον τον Αύγουστο του 1983, η «Ωσεάνικ τούρς» είχε προγραμματίσει ένα εικοσαήμερο ταξίδι στις Ινδίες. Το πρόγραμμα των περιηγήσεων που περιλάμβανε ήταν από τα πιο ολοκληρωμένα που είχα διαβάσει. Κυριολεκτικά μ’ ενθουσίασε! Ανάμεσα στις πόλεις που θα γνώριζα από κοντά -πέρα από τις θρυλικές Βομβάη και Καλκούτα- ήταν και η Τζαϊπούρ. Η πανέμορφη Τζαϊπούρ, με τα περίφημα παλάτια των Μαχαραγιάδων με τη φανταστική χλιδή και τους μαγευτικούς τροπικούς κήπους, περίζωμα σμαραγδένιο, γύρω τους!

Έπεσα σε βαθιά περισυλλογή, στη σκέψη όσων εμπειριών θ’ αποκόμιζα απόνα τέτοιο ταξίδι.

«Να μια καλή ευκαιρία να προσεγγίσω έναν από τους θελκτικότερους ονειρότοπους των φαντασιώσεών μου!», βρέθηκα να διαπιστώνω φωναχτά.

Και μια και δυο, αυτή η κραυγαλέα, αυθόρμητη διαπίστωση, βρήκε πραγμάτωση και στις 26 Αυγούστου του 1983 βρέθηκα στο αναπαυτικό σαλόνι ενός τεράστιου Τζάμπο 747, να ταξιδεύω για το Νέο Δελχί!

Ήταν η δωδέκατη μέρα του ταξιδιού, όταν, οι τροχοί του αεροπλάνου των εσωτερικών αεροπορικών γραμμών της Αι Ίντια, ακούμπησαν μαλακά στο αεροδρόμιο της Τζαϊπούρ.

Ήμουν αποφασισμένος να ξεκόψω από το μπουλούκι των κοινότυπων τουριστών, που άλλο δεν τους ένοιαζε από το πού θα βρουν μαγαζιά για να ικανοποιήσουν τον καταναλωτικό αφιονισμό τους. Λες κι’ όλα εκείνα τα μίλια, που διάνυσαν ταξιδεύοντας, έγιναν για την προμήθεια φτηνών «σουβενίρ» και φανταχτερών υφασμάτων της ντόπιας λαϊκής τέχνης! Η χαρά των ζωντανών εικόνων δεν περνούσε στα μάτια τους, μια και αυτήν θα φρόντιζαν οι γυαλιστερές κάρτποσταλ, όταν με το καλό θα επέστρεφαν στα πάτρια εδάφη, φορτωμένοι μ’ ένα σωρό άχρηστα τσαμπράγκαλα!

Πραγματικά, έτσι έκανα και καθόλου δεν το μετάνιωσα.

Βρέθηκα, λοιπόν, να περιπλανιέμαι ανάμεσα στο πολύχρωμο, βουερό πλήθος και κάθε τόσο κόντυνα τον βηματισμό μου, άλλοτε για να παρακολουθήσω την επίδειξη κάποιου θαυματοποιού κι’ άλλοτε ν’ απορέσω την γαλήνια ανάπαψη των φακίρηδων πάνω στα μυτερά καρφιά των κρεβατιών τους!

  «Μη ζωντανεύεις πεθαμένους θρύλους», του Χριστόφορου Παυλίδη

Όμως, έτσι αποξεχάστηκα και, σαν συνήλθα κατά το σούρουπο, βρέθηκα να περιπλανιέμαι στα καταπράσινα παρτέρια κάποιου κήπου που, κατά πως φάνηκε, στόλιζε την αυλή ενός θαυμάσιου Ανάκτορου.

Μπροστά μου, λίγα βήματα παρέκει, διάκρινα έναν σαρικοφόρο Ινδό, σκυμμένο πάνω από μικρά φυντάνια ορχιδέας κι’ έσπευσα να τον πλησιάσω για να πληροφορηθώ πού βρισκόμουν.

Αλλά, σαν άνοιξα το στόμα να του απευθύνω την ερώτηση, διαπίστωσα πως τα λόγια μου δε θα έβρισκαν απόκριση, μια κι’ εκείνος ήταν, ολοκληρωτικά, αφοσιωμένος στην προσπάθειά του να μεταβιβάζει, μουρμουριστά, τρυφερές παραινέσεις στα φυτά!

«Γλυκές μου αγαπούλες», τον άκουσα να λέει. «Νιώστε βαθιά τη δύναμη της αγάπης μου, ρουφήξτε την υγρή τροφή της γης, δεχτείτε το θερμό χάδι του ήλιου κι’ αναπτυχθείτε! Αναπτυχθείτε γρήγορα σ’ όμορφους κερένιους ανθούς, ζηλευτό στόλισμα των πράσινων βλαστών σας!»

Ήμουν σχεδόν έτοιμος να καγχάσω χλευαστικά και να φύγω, πιστεύοντας πως ο άνθρωπος που παραμιλούσε ήταν κουζουλός, όταν είδα κατάπληχτος τα φυτά να σείονται, λες και τα διαπερνούσε κάποιο ζωηρό φρικίασμα κι’ έπειτα να ψηλώνουν αργά – αργά τους βλαστούς τους, έτσι που σ’ ελάχιστα λεπτά άρχισαν να μπουμπουκιάζουν ανθούς στις κορφές τους!

Μόνο τότε, ο Ινδός αποσπάστηκε από τη φροντίδα τους και στράφηκε με ήρεμο χαμόγελο προς το μέρος μου.

«Σας ακούω Σαχίμπ», είπε ευγενικά.

Όμως, εγώ δεν είχα αυτιά παρά μόνο ν’ ακούσω, πώς κατόρθωσε τούτο το ακατανόητο που μαρτύρεψαν τα μάτια μου.

«Μα τον Θεό!» τραύλισα. «Πες μου, πώς έγινε τούτο το θαύμα;»

Στωικά και με φωνή μειλίχια, κάθισε και μου ιστόρησε απίστευτα πράγματα, πως τάχα τα φυτά έχουν αισθήσεις και βλέπουν, ακούν κι’ αισθάνονται, οσφραίνονται και γεύονται, όπως κι’ εμείς οι άνθρωποι!

«Αν τα φερθείς με αγάπη», είπε, «θα στην ανταποδώσουν μ’ ένα υπέροχο, ανθένιο μπουκέτο κι’ αν τα παιδέψεις θα μείνουν καχεκτικά. Η παράφωνη μουσική τα μαραζώνει, ενώ η γλυκιά κι’ απαλή τα τονώνει. Όταν φορτίζεις με τα συναισθήματά σου ένα φυτό, (θετικά ή αρνητικά) εκείνο θα σου τα στείλει πίσω σαν αντανάκλαση και θα ταυτιστεί, θα γίνει ένα μαζί σου, όσο μακριά κι’ αν βρίσκεσαι απ’ αυτό! Να, ποιο είναι το μυστικό, τόσο απλό και υπέροχα αληθινό, όπως η έννοια της Αγάπης που με τόσο πάθος αναζητούν όλα τα πλάσματα του πλανήτη, οργανικά και ανόργανα!»

Δεν έκρινα τις εξηγήσεις του ικανοποιητικές κι εκείνος, διακρίνοντας τη δυσπιστία μου, συνέχισε:

«Βλέπω Σαχίμπ, πως δεν πιστεύετε τα λόγια μου, παρόλο που βρεθήκατε μάρτυρας αυτού του εξαίσιου φαινομένου. Θα μου ήταν αδιάφορο να επιμείνω περισσότερο, αν δε διέκρινα στο παρουσιαστικό σας εκείνη την ιδιαίτερη ποιότητα που κάνει τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν! Παρακαλώ, κάντε τον κόπο να μ’ ακολουθήσετε. Μ’ αυτά που θα δείτε, ίσως σας φύγει κι’ η παραμικρή αμφιβολία για την αληθινότητα, όσων ακούσατε!»

Με αγέρωχο βηματισμό, με οδήγησε σ’ ένα πελώριο θερμοκήπιο, όπου μέσα, βαλμένα με τάξη, ήταν όλα σχεδόν τα κακτοειδή του πλανήτη. Μόνο που τα μεγέθη τους ήταν απείρως μεγαλύτερα απ’ εκείνα που συναντιόνται μεγαλωμένα στο φυσικό τους περιβάλλον. Για ν’ αντιληφθείτε τη διαφορά, η χαριτωμένη μαμιλαρία, που δεν ξεπερνά τα δέκα εκατοστά, είχε ύψος πάνω από ενάμισι μέτρο!

Ο Ινδός, πήγε και στάθηκε δίπλα σ’ ένα γιγάντιο Ευφόρβιο.

«Όπως θα γνωρίζεις», είπε, «το γαλακτώδες υγρό που βγαίνει με το αγκύλωμα και το σπάσιμο των αγκαθιών αυτού του κάκτου, προξενεί στ’ απρόσεχτα θύματά του παραλυτικές παρενέργειες, προσωρινού χαρακτήρα που, όμως, μπορούν να γίνουν μόνιμες καταστάσεις σε άτομα ευαίσθητα σε αλλεργίες. Για ν’ απομακρύνω αυτή την πιθανότητα, επικοινώνησα με το φυτό, το έπεισα πως στο συγκεκριμένο περιβάλλον, όπου βρίσκεται, δεν πρόκειται ν’ αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα και τ’ αποτέλεσμα, νάτο! Το Ευφόρβιο απόβαλε από μόνο του τα επικίνδυνα αγκάθια!»

Πάνω στους κλώνους του φυτού, αναπαύονταν ένας πράσινος, δενδρόβιος βάτραχος. Τον αιχμαλώτισε επιδέξια στην παλάμη του και κατευθύνθηκε στο βάθος του θερμοκηπίου, όπου ξεχώριζε (μ’ ανοιγμένους τους δύο λοβούς των φύλλων της) μια υπερμεγέθης «Διωναία Μυγοκυνηγός». Ο Ινδός απίθωσε τον βάτραχο στο εσωτερικό του ενός λοβού, στο σημείο όπου ορθώνονταν τρεις ευέλικτες τρίχες. Μόλις τα αισθητήρια του σαρκοφάγου φυτού πήραν το μήνυμα της ζωντανής σάρκας, σήμαναν συναγερμό και οι δυο λοβοί του φύλλου έκλεισαν αστραπιαία, παγιδεύοντας το αμφίβιο! Το άμοιρο ζωντανό, έκανε απελπισμένες προσπάθειες να ξεφύγει κι’ ο αγώνας του διαγράφονταν ανάγλυφα στα εξωτερικά τοιχώματα του φύλλου της. Όμως, ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, ακινητοποιήθηκε κι’ αφέθηκε νεκρό στην αφομοιωτική διάβρωση της όξινης πεψίνης.

«Ιδού και η επικίνδυνη άποψη», στράφηκε και μου ‘πε. «Μεγαλώνοντας με την πειθώ της αγάπης τα φυτά, αντιμετωπίζουμε τον φόβο να βρεθούμε ανυπεράσπιστα θύματά τους, αν -πέρα από κάθε πιθανότητα- μεταστραφούν εχθρικά προς εμάς οι διαθέσεις τους!»

IV

Εκείνο το ταξίδι στην Ινδία και η γνωριμία μου στην Τζαϊπούρ με τον Ινδό «γητευτή» των φυτών, συνετέλεσε στο πυρετικό ανέβασμα του διαφέροντος μου για τους κάκτους, αυτά τα βουβά, ακάνθινα θαύματα της ασύμμετρης αρμονίας.

Όταν επέστρεψα, δόθηκα ολοκληρωτικά στη μελέτη των εκδηλώσεών τους, κάτω από διαφορετικές συνθήκες συμπεριφοράς από μέρους μου, κάθε φορά.

Βέβαια, φρόντιζα κατά το δυνατό, να τους συμπεριφέρομαι -σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που μου ’δωσε ο Ινδός- τρυφερά, απευθύνοντάς τους παραινέσεις που έβγαιναν άδολα από την καρδιά μου, έτσι που, σχεδόν αμέσως, διαπίστωνα το ευεργετικό αποτέλεσμα πάνω τους. Χωρίς να υπερβάλλω, την επόμενη μέρα που τα μετρούσα, έβρισκα πως είχαν ψηλώσει έναν με δύο πόντους, σε αναλογία με το είδος που αντιπροσώπευαν.

Αντίθετα, πέντε είδη που είχα απομονώσει στο πίσω μπαλκόνι, απευθύνοντάς τους περιφρονητικούς αφορισμούς, είχαν περιπέσει, ολοφάνερα, σε μαρασμό με καχεκτικά κλαράκια και τους βλαστούς τους γιομάτους στίγματα από κάποια άγνωστη ασθένεια!

Πέρασαν τρία χρόνια από τότε και, μέσα σ’ αυτά, το διαμέρισμα μου είχε μεταμορφωθεί σε μια καταπράσινη, αγκαθερή ζούγκλα. Οι κάκτοι, αναζητώντας ζωτικό χώρο στην παράλογη ανάπτυξή τους, είχαν σκεπάσει τους τοίχους και οι κορφές τους, συναντώντας το ταβάνι, κάμφθηκαν κι’ ακολουθώντας το επίπεδο του, σχημάτισαν αψιδωτές καμάρες, έτσι που τελικά το πράσινο, σ’ όλες τις γνωστές του αποχρώσεις, απλώθηκε κυριαρχικά παντού, σαν γοητευτικό ταπέτο που φιλοδωρούσε οδυνηρά, ακάνθινα αγκυλώματα σ’ όποιον είχε την τόλμη να το θωπεύσει, ξεγελασμένος από την ομορφιά του!

Ήταν τότε η εποχή που γνώρισα τη Βάλντα, το κορίτσι με τα λαμπερά, σκοτεινά μάτια απ’ όπου ξεπηδούσαν παράξενες ανταύγειες που κανένας, απ’ όσους τη γνώριζαν, δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν εκδήλωση πονηριάς ή καλοπροαίρετης ενθάρρυνσης. Τα κατσαρωμένα με «περμανάντ» μαλλιά της, πλαισίωναν το οβάλ προσωπάκι της ιδανικά και του χάριζαν μια γλυκιά, θλιμμένη έκφραση, έτσι που έμοιαζε μ’ εκείνα τα ρομαντικά πορτραίτα της εποχής του τριάντα.

Την είχα συναντήσει σε κάποια έκθεση ζωγραφικής να στέκεται στοχαστικά, για πολύ ώρα, μπροστά σε μια θαλασσογραφία, όπου γιγάντια κύματα ξεσπούσαν την ορμή τους πάνω στ’ απόκρημνα βράχια της ακτής.

Είχα σταθεί δίπλα της, αληθινά αμήχανος, προσπαθώντας να εντοπίσω το σημείο του πίνακα που ερέθιζε τη φαντασία της.

«Απορώ, τι σας εντυπωσιάζει σ’ αυτό το μέτριο έργο!» τόλμησα να πω.

Δίχως να γυρίσει να με κοιτάξει, χαμογέλασε αχνά, πικραμένα.

«Ψάχνω να βρω από πού ξεκινούν τα κύματα», ψιθύρισε. «Είναι τόσο θολωμένος ο ορίζοντας, που η γραμμή του χάνεται στο υγρό πούσι!»

Είχα απελπιστεί πως θα ‘βρισκα κάποια έξυπνη απάντηση στην απορία της, όταν, μια λάμψη στο μυαλό, μου ‘φερε την έμπνευση!

«Χα!», έκανα θριαμβευτικά.

Γύρισε προς το μέρος μου ξαφνιασμένη κι’ η κίνησή της αυτή, με διαβεβαίωσε πως είχα πιάσει τα σωστά λόγια.

«Μα είναι τόσο απλό!» της είπα, χαμογελώντας, «τα κύματα ξεκινούν και θεριεύουν από τ’ αδιερεύνητα βάθη των σκοτεινών ματιών σου».

Είχε ξεσπάσει σε αυθόρμητα γελάκια, λιγωμένα και κοφτά κι’ αυτό ήταν όλο! Η μελαγχολία της χάθηκε, σαν από μαγεία και δε χωρίσαμε στιγμή από τότε. Κι’ όταν αργότερα γίναμε από φίλοι εραστές, η σαρκική ολοκλήρωση μας έδεσε ακόμα πιο στενά!

Την ξενάγησα στο πράσινο βασίλειο που οργίαζε στο διαμέρισμά μου και τη σύστησα στους αγκαθωτούς μου φίλους, αποκαλώντας τους με τα επιστημονικά τους ονόματα, λες κι’ ήταν έμψυχες οντότητες, με ξέχωρη προσωπικότητα ο καθένας.

Την αρχική της κατάπληξη, για την απίστευτη ποικιλία της συλλογής μου, διαδέχτηκε η ανοχή.

Μ’ αγάπαγε! Ήταν ολοφάνερο αυτό. Όμως, κάτι μέσα της, την έσπρωχνε να κρατάει κάποια απόσταση από τα φυτά κι’ αυτό δεν ξέφυγε από την αντίληψή μου, έτσι που, ένα σουβλερό νύχι αρπαχτικού καρφώθηκε και μόλυνε τα αγνά αισθήματα της καρδιάς μου!

Μια μέρα ήρθε με δάκρυα στα μάτια και μου ‘δειξε δυο αιμάτινα αυλάκια πάνω στην όμορφη γάμπα της.

  «Μη ζωντανεύεις πεθαμένους θρύλους», του Χριστόφορου Παυλίδη

«Ώ Μάνο! Δες, τι μου ‘κανε το Ευφόρβιό σου!», βόγκηξε.

Της φίλησα την πληγή και την καθάρισα από τ’ αγκάθια, βαθιά συλλογισμένος.

«Μείνε ήσυχη γλυκιά μου», την ενθάρρυνα. «Ποτέ ξανά δε θα σου συμβεί κάτι τέτοιο!»

V

Πέρασα νύχτες αγρύπνιας, με το να σκέφτομαι ποια λύση θα ‘δινα στο πρόβλημα που με βασάνιζε. Δεν μου περνούσε ούτε καν σαν φαντασία η ιδέα πως θα ‘πρεπε ν’ αποχωριστώ τη Βάλντα για να μπορώ να χαίρομαι την παρουσία των αγαπημένων μου κάκτων στο διαμέρισμα. Από την άλλη, πάλι, πώς θα συνταίριαζα τη συμβίωση και των δυο μέσα στον ίδιο χώρο, αφού, ήδη, τα πρώτα δείγματα της εχθρότητας τους είχαν εκδηλωθεί;

Σε κάποιο φωτεινό διάλειμμα των βασανιστικών συλλογισμών μου, παρουσιάστηκε σαν όραμα μπροστά μου η γαλήνια μορφή του Ινδού «γητευτή».

«Συζήτησε το πρόβλημα με τα φυτά!» με παρότρυνε. «Είναι πολύ πιο εύκολο να διαπραγματεύεσαι και να βρίσκεις λύσεις μ’ αυτά, παρά με τους εγωκεντρικούς ανθρώπους! Σε περιβάλλουν μ’ εμπιστοσύνη και θα συμμορφωθούν στα αιτήματά σου, ακόμα κι’ αν αυτά είναι παράλογα με τις κατευθύνσεις που είναι καταγραμμένες στον γενετικό τους κώδικα!».

«Να ‘σαι καλά Ανατολίτη», ξεφύσηξα ανακουφισμένος κι’ έσπευσα να αυτοσυγκεντρωθώ γονατιστός μπροστά στους κάκτους.

Αφιέρωσα καθημερινά και για τρεις βδομάδες, μισή ώρα εντατικής επικοινωνίας μ’ αυτούς, ζητώντάς τους ν’ απαρνηθούν τα πολυτιμότερα εφόδιά τους.

«Αγαπημένο Ευφόρβιο, όμορφη Οπουντία, λυγερόκορμο Εχινοκήριο κι’ εσείς κομψές Μαμμιλαρίες μου, δώστε προσοχή σ’ ότι σας ζητώ σαν χάρη εγώ, ο παθιασμένος λάτρης της γοητείας σας. Δεν είναι αλήθεια, πως είστε καλά ασφαλισμένα, κάτω από την άγρυπνη φροντίδα μου, σ’ αυτόν εδώ τον κλειστό χώρο; Κι’ αν έτσι είναι, προς τι σας χρειάζεστε τα φαρμακερά αγκάθια των βλαστών σας; Για ν’ αντιμετωπίσετε την απειλή, ποιου υποτιθέμενου κινδύνου προτάσσετε τις ακάνθινες λόγχες σας; Μη σας προβληματίζει η αντιπάθεια που εκδηλώνει η Βάλντα, το κορίτσι που μου ταιριάζει βιολογικά. Είναι θηλυκό βλέπετε και, σαν τέτοιο, ζηλεύει παθολογικά την εκδήλωση αγάπης του αρσενικού σε κάποιο άλλο είδος, έστω κι’ αν αυτό διαφέρει ριζικά ως προς τη μορφολογία και, βιολογικά, ούτε με την πιο αχαλίνωτη φαντασίωση, μπορεί να συνευρεθεί μαζί του! Αυτός ο χώρος έχει προορισμό να δεχτεί την αρμονική συμβίωση όλων μας, για πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Γι’ αυτό, κάντε Εσείς το πρώτο βήμα φιλίας μ’ Αυτήν κι’ απορρίψτε τον αγκαθωτό εξοπλισμό σας που τόσο παράλογο φόβο Της εμπνέει!».

Τις πιο πάνω παρακλήσεις -με μικρές προσθήκες- τις απεύθυνα μ’ ένα πάθος που ξεχείλιζε από ειλικρίνεια γιατί, πραγματικά, πίστευα πως η Βάλντα θ’ άλλαζε διάθεση απέναντί τους, όταν δε θα ‘χε κίνδυνο να νιώσει το αγκαθερό αγκύλωμά τους πάνω στην τρυφερή, σταρένια σάρκα της.

Και να, που το θαύμα έγινε!

Στο τέλος της τρίτης βδομάδας, το πάτωμα στρώθηκε από τις ξεραμένες αγκίδες που απόρριψαν τα κακτοειδή, σαν δείγμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπο μου. Τα μόνα που απόμειναν ασυγκίνητα στις επικλήσεις μου ήταν η Διωναία η μυγοκυνηγός, δίπλα στην μπαλκονόπορτα της βεράντας, ο γιγάντιος Χουατσούμα από τα υψίπεδα των Άνδεων και το πολύκλωνο Ευφόρβιο που έστεκε παραστάτης στην πόρτα της εισόδου.

Γιομάτος χαρά από τη θεαματική μεταβολή που συντελέστηκε, τηλεφώνησα τη Βάλντα να έρθει στο διαμέρισμά μου.

Πέρασε μέσα επιφυλακτικά κι’ αφού άγγιξε με δισταγμό τους βλαστούς των κάκτων, για να βεβαιωθεί πως δε ζούσε αυταπάτη, έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης κι’ έπεσε γελώντας στην αγκαλιά μου.

«Σ’ ευχαριστώ αγαπημένε!», μουρμούρισε συγκινημένη. «Δεν ξέρω πώς κατάφερες τούτο το θαύμα, αλλά λίγο με νοιάζει κι’ αν δε μου πεις. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία για μένα είναι που απαλλάχτηκα από τους αγκαθωτούς φράχτες αυτών των ηλίθιων φυτών που με περίζωναν απειλητικά, κάθε φορά που σ’ επισκεφτόμουνα. Δε σου κρύβω, ότι είχα βάσιμους φόβους πως με ζήλευαν επειδή μ’ αγαπούσες. Όμως τώρα, γυμνωμένα από τον επικίνδυνο οπλισμό τους, είναι ανίκανα να μπουν ανάμεσα μας.»

Ένας συριχτός, παράδοξος ήχος ακολούθησε τα λεγόμενά της. Έμοιαζε σαν το άκουσμα των ανέμων που σαρώνουν τις αμμώδεις πεδιάδες του Μεξικού, περνώντας ανάμεσα από τα γιγάντια κλωνάρια των μοναχικών κάκτων. Με την άκρη του ματιού, έπιασα το σβήσιμο του τρεμουλιάσματος της Διωναίας, που, τώρα, κρατούσε ορθάνοιχτους τους αγκαθωτούς λοβούς των φύλλων της παγίδας της!

Έκλεισα το στόμα της Βάλντας με την παλάμη μου.

«Σώπα ανόητη!», φώναξα αγριεμένος, ενώ με διαπερνούσε κρύα ανατριχίλα. «Δεν έχεις συναίσθηση, τί κακό μπορούν να προξενήσουν τ’ άσκεφτα λόγια σου; Τα φυτά έχουν τη δυνατότητα να συλλαμβάνουν τις πιο απόκρυφες σκέψεις σου γι’ αυτά κι’ ακόμα καλύτερα, όταν τις εκδηλώνεις φωναχτά. Έκανα τρομερό αγώνα να τους μεταστρέψω την αντιπάθεια που τους προξενείς. Μη γκρεμίζεις με την επιπολαιότητά σου, ότι οικοδομώ για την ευτυχία μας!».

Εκείνη έδειχνε συγκλονισμένη από το άκουσμα της απόκοσμης συριχτής απειλής. Οι σκοτεινές λίμνες των ματιών της, είχαν διασταλεί σ’ ένα πελώριο, ολοστρόγγυλο δίσκο με τις μακριές βλεφαρίδες να τρεμοπαίζουν φοβισμένα, ενώ η κατάπληξη κρατούσε ορθάνοιχτο το στόμα της σ’ ένα καλοσχεδιασμένο, κόκκινο όμικρον.

Κούνησε με συγκατάβαση το κεφάλι της, σχεδόν υπνωτισμένα.

«Δεν το ’χα σκοπό… Δεν ήθελα να προσβάλλω τα φυτά», ακούστηκε να λέει με βραχνιασμένη φωνή, που δεν έπειθε.

Της χάιδεψα τα μαλλιά, προσπαθώντας να τη συνεφέρω.

«Έλα τώρα… ηρέμησε γλυκιά μου! Ότι συνέβη, μοιάζει να ’ταν προειδοποίηση. Να είσαι περισσότερο προσεχτική, απ’ εδώ και μπρος, σαν σκέφτεσαι ή εκδηλώνεσαι για τα φυτά. Άφησε την καρδιά σου ανοιχτή στην αγάπη τους. Γέμισε τις εικόνες της φαντασίας σου με τις ξεκούραστες ποικιλίες των πράσινων αποχρώσεών τους. Νιώσε με την άκρη της γλώσσας την αλμυρόπικρη γεύση του αίματος, όπως αυτό ρέει από τις αμυχές των οδυνηρών αγκυλωμάτων τους, πάνω στη δική σου, τρυφερή σάρκα. Και τότε, να ‘σαι σίγουρη, θ’ ανακαλύψεις πως αξίζει ν’ αγαπάς τους κάκτους με μεγαλύτερο πάθος απ’ εκείνο που αισθάνεσαι για μένα!»

Όσο μιλούσα, τα σκοτεινά της μάτια ερευνούσαν με βασανιστική επιμονή το πρόσωπό μου, λες κι’ ήταν η πρώτη φορά που ανταμώναμε οι δυο μας!

Κράτησε πάνω από πέντε λεπτά η σιωπηρή της ανάκριση κι’ όταν, επιτέλους, τελείωσε, μουρμούρισε, πελαγωμένη ολότελα στις απορίες της:

«Αγάπη μου, είσαι ντιπ για ντιπ Θεόμουρλος!»

VI

Τα χρόνια π’ ακολούθησαν, όλα πήγαιναν μέλι-γάλα κι’ οι σχέσεις της τριάδας, (εννοώ εμένα, τη Βάλντα και τους κάκτους) έδειχναν ιδανικές.

Οι κάκτοι είχαν κυριολεχτικά γιγαντώσει και μόλις, μετά βίας, άφηναν κάποιους μικρούς διαδρόμους για να κυκλοφορούμε στο διαμέρισμα. Από τη μέρα που μονιάσαμε, δεν έπαψαν ν’ ανθοβολούν τα υπέροχα λευκά, κόκκινα, κίτρινα και πορτοκαλιά λουλούδια τους και να ομορφαίνουν μαγευτικά το κλειστό ανθοκήπιο.

Η μόνη παραφωνία, σ’ αυτό το εξαίσιο σκηνικό, ήταν η βλοσυρή, αγκαθόφραχτη παρουσία του Ευφόρβιου, της Διωναίας και του Χουατσούμα που, αμέτοχοι στην ανακωχή, περίμεναν υπομονετικά την κατάλληλη αφορμή που θα δικαίωνε την επιφυλακτικότητά τους.

Το Πάσχα, εντελώς απρόοπτα, η υπηρεσία μου με συμπεριέλαβε στον κατάλογο εκείνων που θα παρακολουθούσαν ένα δεκαπενθήμερο σεμινάριο μηχανοργάνωσης της Διοίκησης στην Αθήνα.

Βρέθηκα σε αφάνταστα δύσκολη θέση. Αν αρνιόμουν τη συμμετοχή μου, θα έχανα την ευκαιρία να προωθηθώ στα ανώτερα υπαλληλικά κλιμάκια. Από την άλλη μεριά, βασανιζόμουν στη σκέψη πως θα ‘μουν αναγκασμένος ν’ αποχωριστώ τους κάκτους μου και να εμπιστευτώ τη φροντίδα τους στη Βάλντα. Κάποια κρυφή αμφιβολία μ’ έτρωγε σαν σαράκι κι’ ένας ψίθυρος εσωτερικός βούιζε μέσα στ’ αυτιά μου, πως θα ’ταν λάθος μου ν’ αναθέσω -σ’ αυτήν ειδικά τη γυναίκα- ένα τέτοιο φαινομενικά εύκολο καθήκον που, όμως, μπορούσε να οδηγήσει σε εξαιρετικά επικίνδυνες περιπλοκές.

Όταν της ανακοίνωσα την είδηση, κατάφερε να κρύψει τη στενοχώρια της, απλώνοντας ένα φωτεινό χαμόγελο στο γλυκό πρόσωπό της.

«Να πας καλέ μου!» με παρότρυνε. «Αν κρίνεις πως θα σε βοηθήσει στην εξέλιξή σου, κάντο δίχως πολύ σκέψη. Ότι είναι καλό για σένα, είναι και για μένα καλό!»

Διάκρινα τη θλίψη στα μάτια της και το ράγισμα της φωνής της, παρόλη την προσπάθεια που κατέβαλε να φαίνεται ήρεμη εξωτερικά, μα δε θέλησα να προσβάλλω την περηφάνια της.

Της σήκωσα το πηγούνι και την ανάγκασα να με κοιτάξει κατάματα.

«Θα προσέχεις τους κάκτους, όσο θα λείπω. Έτσι κουνελάκι;».

«Μείνε ήσυχος! Θα κάνω ότι πρέπει.» μουρμούρισε, αποφεύγοντας τη διαπεραστική ματιά μου.

Όμως εγώ δεν πείστηκα, και τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν με τραγικό τρόπο τις ανησυχίες μου!…

VII

H πρώτη βδομάδα πέρασε, χωρίς τίποτα ανησυχητικό να συμβεί. Το αγχοτικό βάρος του φόβου που φωλιάστηκε στην καρδιά μου από τη στιγμή που εγκατέλειψα τη Σαλονίκη, έφευγε αργά μα σταθερά, όπως η άμμος από το στενό λαιμό της κλεψύδρας.

Επικοινωνούσα καθημερινά -πρωί και βράδυ- με τη Βάλντα κι’ εκείνες οι ατέλειωτες ώρες της τηλεφωνικής μας φλυαρίας, ήταν το παρήγορο βάλσαμο που απάλυνε τη μουντή μοναξιά μου.

  «Μη ζωντανεύεις πεθαμένους θρύλους», του Χριστόφορου Παυλίδη

Έτσι, δίχως να το πολυκαταλάβω, ήρθε η δεκάτη τετάρτη μέρα.

Το πρωινό της επομένης, στις δέκα, θα γίνονταν η τελετή απονομής των πιστοποιητικών επιμόρφωσης κι’ αμέσως μετά, θα ήμασταν ελεύθεροι να επιστρέψουμε ο καθένας στον τόπο καταγωγής του.

Το βράδυ στις εννέα ξάπλωσα αναπαυτικά στο κρεβάτι κι’ ετοιμάστηκα να χαρώ τη φωνή της αγαπημένης μου. Όμως, μάταια περίμενα το άκουσμά της, αφού το κάλεσμα μάκραινε κι’ επέστρεφε στ’ ακουστικό αναπάντητο! Άφησα το σήμα της κλήσης να ταξιδέψει πάνω από είκοσι φορές, επίμονα, βασανιστικά, σα να ’θελα να εκβιάσω εγωιστικά μια απάντηση που, όμως, όλο και περισσότερο πειθόμουν πως ποτέ δε θα ‘ρχονταν, όσο κυλούσε ο χρόνος!

Απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειές μου, βρόντηξα λυσσιασμένα το ακουστικό στη συσκευή και με τα μάτια μου πνιγμένα σε δάκρυα απόγνωσης, έτρεξα να κλείσω θέση στην πτήση της «Ολυμπιακής» για τη Θεσσαλονίκη.

Περασμένα μεσάνυχτα -ύστερα από μια δαιμονισμένη κούρσα με ταξί- βρέθηκα μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος να περιστρέφω με βιασύνη το κλειδί στην κλειδωνιά. Τόση ήταν η σύγχυση που με κατείχε, ώστε κλείδωνα και ξεκλείδωνα την εξώθυρα, μέχρι που, χάνοντας κάθε ίχνος υπομονής, έπεσα με δύναμη πάνω της.

Ανοίχτηκε διάπλατα, κάνοντας συντρίμμια τον καθρέφτη της τουαλέτας, ακριβώς πίσω της, κι’ εγώ -με τη φόρα που είχα- βρέθηκα σωριασμένος στο μαρμαρένιο δάπεδο του χώλ, αγκαλιά μ’ ένα πελώριο κλωνάρι του Ευφόρβιου που έσταζε πάνω στα χέρια μου τον πυκνόρρευστο, γαλακτερό χυμό του!

Σηκώθηκα με αφόρητους πόνους στα παΐδια και κίνησα στα τυφλά να διασχίσω τον στενό διάδρομο, ανάμεσα στα φυτά για το σαλόνι.

Απροετοίμαστος σ’ ότι εκπληκτικό με περίμενε, ούρλιαξα από πόνο και φόβο μαζί, σαν ένιωσα να διαπερνούν τη σάρκα μου τα οδυνηρά αγκυλώματα των αγκαθιών που -κατά παράδοξο τρόπο- είχαν ξαναβγάλει φύτρες στους βλαστούς των κάκτων!

Άπλωσα απελπισμένα το δεξί μου χέρι στη μεριά του τοίχου, που ήξερα πως υπήρχε ο διακόπτης του ηλεκτρικού. Ο άπλετος φωτισμός με τύφλωσε για λίγες στιγμές κι’ έπειτα ΕΙΔΑ!

Η άναρθρη κραυγή που ξεπήδησε από το λαρύγγι μου, έμοιαζε πιότερο με ούρλιασμα πληγωμένου ζώου, παρά ανθρώπινη!

Γιατί εκεί, ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ, αιχμαλωτισμένο στους κλειστούς, σαρκοφάγους λοβούς της Διωναίας, κρεμόταν το στεγνό, άσαρκο λείψανο της Βάλντας, της γλυκιάς κι’ άτυχης αγαπημένης μου!

Στεκόμουν και κοιτούσα με διασταλμένα μάτια, εκείνο το φρικαλέο απομεινάρι και δεν είχα τη δύναμη να σκεφτώ αν έπρεπε να κλάψω ή να σιωπήσω, για να βρει εκτόνωση η αβάσταγη οδύνη που -σαν σφιχτοδεμένος κόμπος- εμπόδιζε το πέρασμα του αέρα στα πλεμόνια μου.

Ακριβώς, εκείνες τις κρίσιμες στιγμές για τη ζωή μου, η Διωναία σείστηκε ολάκερη, λες και τη διαπερνούσε κάποιο συγκλονιστικό φρικίασμα κι’ ανοίγοντας τους σαρκοβόρους λοβούς των φύλλων της, άφησε τα υπολείμματα του δέρματος και των οστών να σχηματίσουν έναν άμορφο σωρό στο ξυλένιο παρκέ του σαλονιού!

Ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε, από το σώριασμα των οστών στο πάτωμα, με συνέφερε και μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω, πως δεν ήταν εφιάλτες όλα εκείνα τα φοβερά -όσο κι’ απίστευτα- που μαρτυρούσαν τα μάτια μου.

Κατά τρόπο παράδοξο, δε μου είχαν απομείνει δάκρυα για να θρηνήσω το κουρέλιασμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας της αγέρωχης αγαπημένης μου. Το πανώριο κορμί της, είχε απομυζηθεί ολότελα από τους νεανικούς χυμούς του και το στεγνό δέρμα είχε συρρικνωθεί και κόλλησε πάνω κοκάλα, έτσι που για το «σκιάχτρο» που είχα μπροστά στα πόδια μου, το μόνο που ένιωθα εκείνη την ώρα ήταν ο τυπικός οίκτος, ο ίδιος που θα αισθανόμουν για οποιοδήποτε δυστυχισμένο πλάσμα που θα ’φτανε σε τούτο το οικτρό κατάντημα. Τίποτα πάνω σ’ αυτόν το σωρό δε μου θύμιζε ΕΚΕΙΝΗ!

Έτσι, όπως την παρατηρούσα αποσβολωμένος, η ματιά μου έπεσε σ’ ένα σημειωματάριο που προεξείχε από την τσέπη της ρόμπας της.

Έσκυψα και με χέρι τρεμάμενο, το μάζεψα.

Η γραφή ήταν δική της, μα τόσο κακοπαθημένη, ώστε δήλωνε, από την πρώτη ματιά, πως είχε μεταφερθεί στο χαρτί κάτω από συνθήκες αφόρητου φόβου.

Φράσεις κομμένες, λέξεις ασυνάρτητες, νοήματα παρανοϊκά και τρόμος αδιάκοπος που πήγαζε από τους αποσυναρμολογημένους ελικώνες κάποιου ξετρελαμένου εγκέφαλου, συνέθεταν το κείμενο που θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω, όσο πιο πιστά γίνεται, με «πλαστικές», λογικές επεμβάσεις δικές μου, όπου έκρινα πως ήταν απαραίτητο!

«Φοβάμαι εκείνον τον απαίσιο Χουατσούμα… Χθες, έπεσα απρόσεχτα πάνω του κι’ αγκυλώθηκα άσχημα. Οι πληγές φούσκωσαν… Είναι κατακόκκινες μα δεν πονώ… Νιώθω ευχάριστα ζαλισμένη και θέλω να λικνιστώ κάτω από τους ήχους μιας απόκοσμης μουσικής τελετουργίας… Εσύ, ανόητε Περουβιανέ κάκτε, χάσου από μπροστά μου… Δεν μπορώ να εκφράσω φωναχτά τις σκέψεις μου ν’ ακούσετε πόσο βαθιά σας μισώ! Φοβάμαι την εκδήλωση της κακίας σας… Άδικα κρατιέμαι, όμως, αφού καταλαβαίνετε, ότι περνάει από το μυαλό μου… Χι, χι, χι!

Έκοψα ένα κλωνάρι από το Ευφόρβιο κι’ έγλυψα το γάλα που βγήκε από την πληγή του… Ήταν πικρό!… Με τρυπούν τ’ αγκάθια των κάκτων που ξαναφύτρωσαν, όπως σέρνω τα πόδια μου στον στενό διάδρομο…. Θέλω να φωνάξω βοήθεια, όμως δε βγαίνει ήχος κι’ η γλώσσα μου είναι μια μάζα νωθρή στο στοματικό κοίλωμα….. Δεν ελέγχω τις κινήσεις μου….. Πότε απ’ εδώ και πότε απ’ εκεί, τρεκλίζω…… Θεέ μου! Οι λοβοί των φύλλων της Διωναίας χάσκουν ορθάνοιχτα, πεινασμένα στόματα θηρίων…. Κατάρα… Μ’ αιχμαλωτίζουν!.. Δεν έχω δύναμη ν’ αντισταθώ… Νιώθω το αίμα και τους χυμούς μου ν’ αδειάζουν αδιάκοπα.… Πεθαίνω Μάνο!…. Πεθαίνω!… Χάνο…».

Συγκινηθήκατε;

Εγώ να βλέπατε συγκίνηση! Και οργή! Ακράτητη Θεϊκή οργή, ενάντια των κάκτων που έγιναν επίορκοι της αγάπης που μας ένωνε, με το να θανατώσουν εκείνο το τρυφερό πλάσμα που τόσο στενά είχε δεθεί με την υλική, ανθρώπινη υπόστασή μου!

Χίμηξα, τυφλός από μίσος, κατά πάνω τους κι’ άρχισα να ξηλώνω κλωνάρια και να λιανίζω βλαστούς, αδιαφορώντας για τα φαρμακερά αγκυλώματα που δεχόμουν.

Είχα κατατρυπηθεί και το αίμα που μούσκευε τα ρούχα μου, έσταζε σκουροκόκκινους λεκέδες στο δρύινο παρκέ.

Σταμάτησα αποκαμωμένος ν’ ανασάνω.

Τότε μια πελώρια σκιά σκέπασε τον γλόμπο και το δυνατό θρόισμα των φυλλωμάτων μ’ έκανε να στραφώ προς το μέρος της.

Αντιστάθηκα λυσσιασμένα στο αγκάλιασμα των σαρκοβόρων λοβών της Διωναίας, όμως το χαμένο αίμα κι’ η εξάντληση έκαναν μάταιο τον αγώνα μου. Ένιωσα τα περιφερειακά αγκάθια των λοβών να μου τρυπούν τη σάρκα και τους κρεατένιους, εσωτερικούς μυζητήρες των φύλλων ν’ αποσυνθέτουν με πεψίνη και ν’ απορροφούν τους ιστούς μου!

Ένας καγχασμός υστερικός ανέβηκε στο λαρύγγι μου, όμως πνίγηκε στην απάθεια των παραλυμένων φωνητικών χορδών. Η μάσκα του γέλιου που μόρφαζε στο πρόσωπό μου, μεταστράφηκε σε μάσκα κακίας.

«Ανάθεμα! Ο γαλακτερός χυμός του Ευφόρβιου με παρέλυσε.» σκέφτηκα. «Κι’ η Μεσκαλίνη, το φοβερό παραισθησιογόνο του Χουατσούμα, που είχε αποτρελάνει τη Βάλντα, διαστρέβλωνε και τους δικούς μου λογικούς ειρμούς, έτσι που οι εικόνες γύρω μου έμοιαζαν να βγαίνουν μέσα από παραμορφωτικά κάτοπτρα!».

Οι κάκτοι, πηγαινόφερναν απειλητικά τους αγκαθωτούς βλαστούς προς το μέρος μου, σαν να προσπάθαγαν ν’ αποσπάσουν κι’ αυτοί μερίδιο από τη σάρκα μου που συρρικνώνονταν, σαν άδειο σακί. Ήχοι εξωπραγματικοί συνόδευαν το σάλεμά τους. Ήχοι, πού ’μοιαζαν με φθόγγους γλωσσικούς, ανήκουστους στον πλανήτη μας και που η σημασία τους δε χρείαζε ερμηνείας, αφού, ολοφάνερα, εκδήλωναν εχθρότητα βαθιά, αβυσσαλέα!

Ύστερα από ώρες, ότι είχε απομείνει από μένα, δε διέφερε ουσιαστικά σε μορφή από τα λείψανα της Βάλντας. Συνταιριάξαμε αρμονικά, δίπλα-δίπλα, δυο σωροί από πέτσες και κοκάλα, σύντροφοι αχώριστοι στους αιώνες!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Βλέπω, χαμογελάτε πλατιά!

Δυσπιστείτε στα λεγόμενά μου;

Ίσως και να ’χετε δίκαιο!

«Πώς μπορείς και εκφράζεσαι, αφού είσαι νεκρός;», θ’ αναρωτιέστε.

Βρείτε εσείς την απάντηση στο παράλογο! Εγώ, πάντως, δε θα πάψω ούτε στιγμή να περιπλανιέμαι σ’ αυτήν τη θαυμάσια ζούγκλα των αγκαθωτών βλαστών που όλες τις εποχές του χρόνου είναι καταστόλιστοι μ’ ένα χρωματιστό καταρράχτη, λευκών, κίτρινων, πορτοκαλιών και κόκκινων λουλουδιών.

Όσο για τη γλυκιά κι’ αέρινη Βάλντα, αυτή -ακόμα κακιωμένη με τους κάκτους- στέκεται απόμακρα και παρακολουθεί με ζήλια την περιπλάνησή μου, ανάμεσά τους!

Κι’ όλα αυτά, είχαν αρχή δέκα χρόνια πιο πριν, όταν απόχτησα τη μικρή, όμορφη οπουντία που προόριζα για δώρο στον φίλο μου τον Τάκη.

Κι’ είναι αληθινά. ΠΙΣΤΕΨΤΕ ΤΟ!

Τα δικαιώματα του διηγήματος αυτού, ανήκουν στον κ. Χριστόφορο Παυλίδη. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική ή μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου της έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης, ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα. (Νόμος 2121/1993 & διεθνής σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με τον Ν.100/1975).

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί έργο προσωπικής του έρευνας και εργασίας. Έχει γίνει προσπάθεια να σας παρέχει αντικειμενική πληροφόρηση, αλλά σε θέματα υγείας, διατροφής και όχι μόνο, πάντοτε πρέπει να ζητάμε τη συμβουλή ενός ειδικού.