Κώτσος Δημητρίου (Κώτσας Αρβανίτης ή Θηβαίος) και Αγγελής Γοβιός (Γοβγίνας)

Ο Κώτσος Δημητρίου (ή Κώτσας Αρβανίτης ή Θηβαίος) και Αγγελής Γοβιός (ή Γοβγίνας) ήταν δυο οπλαρχηγοί της Εύβοιας, που διακρίθηκαν στο Χάνι της Γραβιάς και στη Μάχη στα Βρυσάκια

Γράφει: Matia Gr
Κώτσος Δημητρίου (Κώτσας Αρβανίτης ή Θηβαίος) και Αγγελής Γοβιός (Γοβγίνας)

Κώτσος Δημητρίου (Κώτσας Αρβανίτης ή Θηβαίος)
και Αγγελής Γοβιός (Γοβγίνας)

Ο Κώτσος Δημητρίου (επίσης γνωστός ως Κώτσας Αρβανίτης ή Θηβαίος) ήταν ένας απ’ τους πιο γενναίους και εμπειροπόλεμους οπλαρχηγούς που διακρίθηκε το 1821 στην Εύβοια. Η καταγωγή του ήταν από το Σούλι και είχε γεννηθεί στα Χάλια, λίγο έξω απ’ την Χαλκίδα. Δούλευε στην Χαλκίδα σαν κρεοπώλης και σφαγέας προβάτων. Το 1818 ο Κώτσος, έχοντας αγανακτήσει απ’ την καταπίεση των Τούρκων και αφού σκότωσε τον αγά της Χαλκίδας, βγήκε στα βουνά με τους κλέφτες.

Ο Αγγελής Γοβιός (ή Γοβγίνας) ήταν κι αυτός ένας γενναίος και εμπειροπόλεμος οπλαρχηγός της Εύβοιας, χαρακτηρίζεται μάλιστα σαν ο καλύτερος, αμέσως μετά τον Νικόλαο Κριεζώτη, Ευβοεύς οπλαρχηγός. Η καταγωγή του ήταν από την Λίμνη της Εύβοιας. Ο Αγγελής Γοβιός ήταν αρχικά ναυτικός όπως ο πατέρας του και αργότερα πειρατής. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πρότεινε τον Αγγελή στον Αλή Πασά, και όσο πολεμούσαν μαζί, ο Ανδρούτσος είχε τον Αγγελή Γοβιό υπασπιστή του, επειδή τον είχε διακρίνει για την ανδρεία του.
Ο Αγγελής Γοβιός διακρίθηκε στη μάχη στο Χάνι της Γραβιάς, όπου πιάστηκε τρίτος στον χορό και λίγο μετά την έξοδο απ’ το Χάνι της Γραβιάς, γύρισε πίσω για να πάρει την ξεχασμένη κάπα του. Με το ξεκίνημα της επανάστασης οι κάτοικοι της Εύβοιας ζήτησαν απ’ τον Οδυσσέα Ανδρούτσο να γίνει αρχηγός τους. Ο Ανδρούτσος τους πρότεινε τον Αγγελή Γοβιό και στην επιστολή του έγραφε “Σας στέλνω τον αδελφό μου Αγγελή, ο οποίος είναι ξεφτέρι στον πόλεμο και στα ζιναέτια (σημ. στρατηγήματα) δεν έχει ταίρι…” Οι οπλαρχηγοί της Εύβοιας έκαναν συμβούλιο υπό τον Αλέξανδρο Κριεζή και αποφάσισαν να δώσουν την αρχηγία στον Αγγελή Γοβιό.

Με το ξεκίνημα της επανάστασης του 1821 ο Κώτσος έγινε υπαρχηγός του Αγγελή. Οι δυο οπλαρχηγοί πολεμούσαν σαν ένα σώμα και μία ψυχή και είχαν γίνει αδελφικοί φίλοι. Μαζί κατάφεραν πολλές νίκες κατά των Τούρκων. Κατατρόπωσαν τους Οθωμανούς στην μάχη των Δύο Βουνών (1,5 χλμ βορειοανατολικά της Χαλκίδας), στη Μάνικα τον Μάιο του 1821 και στα Βρυσάκια στις 15 Ιουλίου του 1821, θαύμασε την ανδρεία τους ακόμη και ο Ομέρ Βρυώνης.

Η μάχη στα Βρυσάκια

Ο Ομέρ Βρυώνης επικεφαλής, τουλάχιστον, 5000 ανδρών κατευθύνθηκε προς τα Βρυσάκια, θεωρώντας ότι θα αντιμετωπίσει “κλέφτες και χωριάτες”. Ο στρατός του Αγγελή ήταν δεν ήταν 400 άτομα. Ο Κώτσας ειδοποίησε ότι ο Ομέρ Βρυώνης έφτασε στην Χαλκίδα και ο Αγγελής είπε, κρυφά, στον Κώτσα και στον Α. Μπαλαλά “σήμερα θα δοξάσουμε και θα τιμήσουμε τα όπλα της Εύβοιας”. Στα παλικάρια τους για να τους εμψυχώσει είπε ότι “οι Τούρκοι της Χαλκίδας, όσοι κι αν είναι, θα τους νικήσουμε με την βοήθεια του Θεού επειδή είναι χωρίς διοίκηση”. Ο Αγγελής έδωσε στον Κώτσα οδηγίες να καταλάβει την ανατολική πλευρά και στον Μπαλαλά οδηγίες για την νότια πλευρά και ο ίδιος πήγαινε και εμψύχωνε όλους στην πρώτη γραμμή της μάχης.

Ο Θεόδωρος Μπούφης έφερε 4 κανόνια από το πλοίο του Αλεξάνδρου Κριεζή με τα οποία χτυπούσαν τους Τούρκους, και ο Αλέξανδρος Κριεζής είχε έτοιμο το πλοίο του για ναυμαχία. Οι Τούρκοι χτυπούσαν κι αυτοί με τα κανόνια τους και επιχείρησαν τρεις εφόδους στα ταμπούρια των Ελλήνων, οι οποίες αποκρούστηκαν με μεγάλη επιτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης βλέποντας ότι είχε χάσει πολλούς άνδρες και ότι δεν κατάφερνε τίποτα με την επιμονή, οπισθοχώρησε στη Χαλκίδα. Οι “χωριάτες και κλέφτες” κυνήγησαν τους Τούρκους και ο Αλέξανδρος Κριεζής τους χτυπούσε με κανονιοβολισμούς και από το πλοίο. Σ’ αυτήν τη μάχη ξεχώρισε για πρώτη φορά και ο Νικόλαος Κριεζώτης. Ο Αγγελής και ο Κώτσας του είχαν πει να προσέχει να μην εκτίθεται τόσο στη μάχη και είχαν την ελπίδα να δουν κι άλλα καλύτερα ανδραγαθήματα από τον Κριεζώτη, μα τους πρόλαβε ο θάνατος.

Ο Ομέρ Βρυώνης απαντώντας στις ερωτήσεις του Ομέρμπεη της Καρύστου για την μάχη έλεγε “προχτές πήγαμε και πολεμήσαμε, χάσαμε 70 και είχαμε 140 τραυματίες”. Αποφάσισαν τελικά να συγκεντρώσουν όσους Τούρκους ζούσαν στη Χαλκίδα και μπορούσαν να πολεμήσουν. Κατάφεραν να απωθήσουν τους Έλληνες από τα Βρυσάκια στον Αίο και επέστρεψαν στη Χαλκίδα. Οι Τούρκοι της Χαλκίδας παρακαλούσαν τον Ομέρ Βρυώνη να χτυπήσει ξανά τους Έλληνες στον Αίο και αυτός απάντησε οργισμένα “Εσείς μου λέγατε ότι είναι μερικοί χωριάτες και κλέφτες, εγώ πέρασα όλη τη Ρούμελη με πόλεμο, μα τέτοιο τουφέκι δεν είδα πουθενά, έχασα το καλύτερό μου στράτευμα στα Βρυσάκια και δεν μπόρεσα να τους χαλάσω (σημ. τους Έλληνες). Πώς θα μπορέσω να τους βγάλω απ’ το Δερβένι; Αυτοί είναι όλο κλέφτικο τουφέκι διαλεγμένο κι όχι χωριάτες καθώς μου λέγατε. Καθίστε, φυλάξτε το κάστρο και μη βγαίνετε έξω μέχρι να σας έλθει άλλο μήνυμα”. Κατόπιν ο Ομέρ Βρυώνης αναχώρησε στην Αθήνα και τον ακολούθησε μετά από δυο μέρες και ο Ομέρμπεης της Καρυστίας. Οι Έλληνες τότε επανακατέλαβαν τα Βρυσάκια.

Ο Βερούσης, που παλιότερα είχε την οπλαρχηγία της Εύβοιας μα τον είχαν διώξει λόγω της ανικανότητάς του, είχε συγκεντρώσει στρατό και ήθελε να πυρπολήσει την Λίμνη, την πατρίδα του Αγγελή Γοβιού. Ο Αγγελής άφησε στον Κώτσα την αρχηγία του στρατοπέδου στα Βρυσάκια και πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου κατέστρεψε τον Βερούση.

Οι Τούρκοι όταν έμαθαν ότι ο Αγγελής, που είχε γίνει το φόβητρό τους, είχε αναχωρήσει απ’ το στρατόπεδο, θέλησαν να χτυπήσουν τους Έλληνες κατά τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου. Ο καπετάν-Κώτσας και ο Χατζή Σωτήριος πήραν τα παλικάρια τους και έστησαν ενέδρα στους Τούρκους στα Χαμόμυλα. Αφήσαν την εμπροσθοφυλακή των Τούρκων να περάσει, χτύπησαν το κυρίως σώμα τους και σκότωσαν 30. Πήραν μάλιστα πολλά λάφυρα και την πολύτιμη γούνα του Ιμάμπεη (γιου του Ρεσίτμπεη) που την έριξε όταν έτρεχε για να σωθεί. Οι υπόλοιποι Τούρκοι, απ’ τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Τουρκαλβανοί, διασκορπίστηκαν κακήν κακώς. Οι κάτοικοι της Στενής τίμησαν λαμπρά και δόξασαν την Παναγία και οι Έλληνες έστειλαν την γούνα του Ιμάμπεη δώρο στον Αλέξανδρο Κριεζή.

Σχέδια για Χαλκίδα και Κάρυστο – Επίλογος

Όταν επέστρεψε ο Αγγελής Γοβιός συζητούσε με τον Κώτσα πώς θα αποκλείσουν περισσότερο την Χαλκίδα και την Κάρυστο. Το πρώτο σχέδιο τους εκτελέστηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου με τον διορισμό του Νικολάου Κριεζιώτη ως οπλαρχηγού της Καρυστίας. Η, όλο και αυξανόμενη, πείνα των πολιορκούμενων Τούρκων στη Χαλκίδα ήταν ο νέος σύμμαχος των Ελλήνων.

Τον Δεκέμβριο, μετά τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, ο Νεόφυτος επίσκοπος Καρύστου ξεκίνησε από την Ερέτρια με λίγα παλικάρια για να συναντηθεί με τον Αγγελή Γοβιό. Ο Αγγελής βγήκε απ’ το στρατόπεδο για να προϋπαντήσει τον επίσκοπο, όμως είτε από προδοσία είτε κατά τύχη, είχαν πληροφορηθεί και οι Τούρκοι για το ταξίδι του επισκόπου Νεόφυτου. Αφού ο Αγγελής συναντήθηκε με τον δεσπότη, αντιλήφθηκε ότι τους παρακολουθούσαν οι Τούρκοι, οπότε τους επιτέθηκε και τους έστρεψε σε φυγή. Ο επίσκοπος Νεόφυτος έμεινε 3 μέρες στο στρατόπεδο και έμεινε άλλες 5 μέρες στην Ερέτρια, προετοιμάζοντας την δεύτερη εκστρατεία του κατά της Καρύστου. Ο Αγγελής είχε πολλές ελπίδες γι’ αυτήν την εκστρατεία, μα ο Ηλίας Μαυρομιχάλης σκοτώθηκε και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναχώρησε άπρακτος.

Ο Αγγελής Γοβιός επικοινώνησε με τους Αρεοπαγίτες σχετικά με την Κάρυστο και τη Χαλκίδα, και έλαβε την διαταγή να επιτεθεί ο ίδιος στην Κάρυστο. Έγραψε επιστολές, τότε, στην Σκόπελο και στην Σκιάθο για να έλθουν τα Ολυμπιακά στρατεύματα και έστειλε τον Παπά-Σκιαδά να στρατολογήσει αλλού. Σκεπτόμενος ότι τα τρόφιμα των Τούρκων στην Χαλκίδα όλο και θα λιγοστεύουν, αποφάσισε μόλις έρθουν οι ενισχύσεις, να οργανώσει το στράτευμα καλά, να μεταφέρει το στρατόπεδο στη Χαλκίδα, να φτιάξει τάφρους και να αφήσει οπλαρχηγό του στρατού στη Χαλκίδα τον Κώτσα και τον αδελφό του Αναγνώστη Γοβιού. Ο ίδιος ο Αγγελής θα πήγαινε με τον Γιαννάκη Δημητρίου (τον αδελφό του Κώτσου) στην Κάρυστο, επειδή οι Τούρκοι στην Κάρυστο είχαν αποδειχτεί γενναιότεροι των Χαλκιδέων Τούρκων. Τα σχέδιά του σκόπευε να τα πραγματοποιήσει μετά το Πάσχα και οπλαρχηγό της εμπροσθοφυλακής θα είχε τον, πρόσφατα διορισμένο απ’ τον ίδιο στην Καρυστία, Νικόλαο Κριεζώτη, με τον οποίο όρισε συνάντηση στη Μονή Κλιβάνου. Τα σχέδια αυτά όμως δεν θα γινόντουσαν πραγματικότητα επειδή ο Αγγελής Γώβιος, ο Κώτσας Αρβανίτης και ο Αναγνώστης Γοβιός θα πέθαιναν σε ενέδρα τη Μεγάλη Τρίτη 28 Μαρτίου 1822.

Ο Ικνάναγας βγήκε τη νύχτα από την Χαλκίδα με πεζικό και ιππικό. Κατευθύνθηκε στην τοποθεσία Δυο Βουνά και την κατέλαβε και χτύπησε τους σκοπούς του Αγγελή λίγο πριν το χάραμα. Ο Κώτσας άκουσε τον πυροβολισμό και αμέσως υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει, βγήκε από την σκηνή του και είδε 40 ιππείς να μαζεύουν τα γιδοπρόβατα που είχαν βρει. Αμέσως πήγε στη σκηνή του Αγγελή, τον ξύπνησε και του διηγήθηκε όσα είχε δει. Ο Αγγελής άρπαξε το σπαθί του και επιτέθηκε χωρίς να σκεφθεί μήπως είχαν στήσει ενέδρα οι Τούρκοι. Ο Κώτσας που είχε καταλάβει το στρατήγημα των Τούρκων τον παρακάλεσε να αποφύγουν τη μάχη, μα ο Αγγελής δεν πείστηκε. Βλέποντας ο Κώτσας τον Αγγελή να επιτίθεται στους Τούρκους, όρμισε κι αυτός και ο Αγγελής του είπε τότε “είδα όνειρο ότι η σημερινή ημέρα θα έχει μεγάλα επακόλουθα, της Τρίτης το όνειρο θέλει δείξει, αλλά ό,τι γίνει ας γίνει”.

Η εμπροσθοφυλακή είχε προχωρήσει στα Δυο Βουνά και συνέχιζε μα τότε έπεσαν πυροβολισμοί από τα αριστερά και από τα δεξιά. Δεκαπέντε παλικάρια του Αγγελή έπεσαν νεκροί μα οι υπόλοιποι είδαν την ενέδρα και οπισθοδρόμησαν προς τον πύργο στην Τριάδα. Ο Αγγελής, ο αδελφός του ο Αναγνώστης και ο Κώτσας, πήραν άλλο δρόμο με 15 παλικάρια τους και βρεθήκαν περικυκλωμένοι από ιππικό και πεζικό. Στράφηκαν προς τα Βρυσάκια μα το ιππικό τους έκλεινε και τους εμπόδιζε. Ορμούσαν και άνοιγαν δρόμο με τα σπαθιά τους μέχρι που στην Καστέλα πληγώθηκε άσχημα ο Αγγελής στην δεξιά ωμοπλάτη, σύρθηκε σε ένα ποτάμι για να πιει νερό και ξεψύχησε.

Ο Κώτσας οδήγησε τους υπόλοιπους προς τα Βρυσάκια. Σκότωσαν έναν Τούρκο και πιάσαν το άλογό του. Μόλις ο Κώτσας έβαλε το πόδι του στον αναβολέα, κόπηκε το λουρί που συγκρατούσε τη σέλα και η σέλα έπεσε στο έδαφος. Αφήνοντας τότε το άλογο ξεκίνησε πεζός να καταλάβει τον λόφο. Αλλά μόλις έφτασαν στις παρυφές του λόφου έπεσαν νεκροί και ο Κώτσας και ο Αναγνώστης. Τα 15 παλικάρια τους έφτασαν σώοι στα Βρυσάκια. Μαζεύτηκαν περίπου 800 Τούρκοι, πήραν τα κεφάλια των τριών νεκρών οπλαρχηγών και τα περιφέρανε στη Χαλκίδα για 8 ημέρες. Οι Έλληνες πήραν την επόμενη μέρα τα ακέφαλα σώματα του Κώτσου, του Αγγελή και του Αναγνώστη Γοβιού και με απαρηγόρητο θρήνο και οδυρμό τα ενταφίασαν στην παραλία των Βρυσακίων. Ήταν Μεγάλη Τετάρτη 29 Μαρτίου 1822.

Ο Αγγελής και ο Κώτσας πέθαναν πολεμώντας μαζί, όπως έζησαν μαζί σαν αδέλφια. Ο μεν Κώτσας τιμούσε ως ανώτερό του οπλαρχηγό τον Αγγελή, ο δε Αγγελής απέδιδε κάθε τιμή στον Κώτσα και τον αγαπούσε σαν αδελφό του. Κάθε προσπάθειά τους και φροντίδα τους ήταν για την απελευθέρωση της Εύβοιας και μέρα-νύχτα πολεμούσαν και έβλαπταν πολύ τους Τούρκους.

Ο Γιαννάκης Δημητρίου (ή Αρβανίτης), αδελφός του Κώτσου, συνέχισε τον αγώνα. Διορίστηκε μαζί με τον Νικόλαο Τομαρά, οπλαρχηγός από τον Αλέξανδρο Κριεζή ο οποίος έσπευσε να τους εμψυχώσει και να τους ενθαρρύνει μετά τον χαμό των αδελφών Γοβιού και του Κώτσα. Ο Άρειος Πάγος όρισε ως οπλαρχηγό της Εύβοιας τον Διαμαντή Νικολάου, που δεν αναγνωρίστηκε από τον Γιαννάκη, τον Τομαρά και τους προκρίτους της Εύβοιας. Στα Καμάρια τους χτύπησαν, μεγαλύτερες, δυνάμεις του Διαμαντή και αναγκάστηκαν να φύγουν από την Εύβοια. Πέρασαν στην Αταλάντη και πήγαν στην Αθήνα όπου συναντήθηκαν με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στον οποίο εξέθεσαν τα παράπονά τους για την αδικία του Αρείου Πάγου. Ο δε Διαμαντής αποφάσισε να χτυπήσει και τον Νικόλαο Κριεζώτη, για να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία του στην Εύβοια. Ο Γιαννάκης και ο Τομαράς επέστρεψαν και βοήθησαν τον Κριεζώτη. Τελικά η Χαλκίδα απελευθερώθηκε, παρά τις εμφύλιες συγκρούσεις, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 επί Καποδίστρια.

Στην Χαλκίδα υπάρχει η οδός Κώτσου (επίσης γνωστή ως οδός Άνω Πύλης), που ξεκινάει από την πλατεία Αθανάτων στην παλιά γέφυρα της Χαλκίδας και φτάνει μέχρι την Άνω Πύλη στην οδό Παπαναστασίου. Η οδός Αγγελή Γοβιού ξεκινάει κι αυτή από την παλιά γέφυρα και μετονομάζεται σε Φαρμακίδου όταν συναντάει, κάθετα, την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου.

Κώτσος Δημητρίου και Αγγελής Γοβιός. Κλέφτικο Δημοτικό Τραγούδι

Μην είδατε τα δυο πουλιά, τους δυο καπετάνιους,
π’ αρχίσανε τον πόλεμο στους Τούρκους Χαλκιδαίους;
Τον Κώστα και τον Αγγελή, τα δυο λεοντάρια;
Εχθές προχθές τους είδαμε με λίγα παλληκάρια
εις της Καστέλλας ρίχτηκαν το κάμπο σα θηρία,
πολέμαγαν και με πεζούς και με καβαλλαρία.
Βαστούν στα δόντια το σπαθί, στο χέρι το ντουφέκι
και ξολοθρεύουν τον εχθρό, δώνουν αστροπελέκι.
Τρεις περδικούλες κάθονται στα δυο βουνά στη ράχη,
η μια τηράει τον Έγριπο, η άλλη το Βρυσάκι
η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
«μας λάβωσαν τον Αγγελή κι ο Κώτσος κινδυνεύει».
Πολλή μαυρίλα έβγαινε πάνω απ’ το άσπρο χώμα
λαβώσανε τον Αγγελή στο χέρι και το στόμα.
Όσο να πάη στα Ψαχνά επέθανε στο ρέμμα.
Κι’ ο Κώτσος άμα έφτασε εις του Πανού τη στέρνα
«Σύρτε, παιδιά μου στο ορδί και πιάστε το ταμπούρι»
και το κουμπούρι τράβηξε, σκοτώνει καβαλλάρη
Κινάς Αγάς ετράβηξε, του πήρε το κεφάλι.

Για σένα μωρ’ Αγγελή κλαίει το Γριπονήσι,
που χάθηκες κατακαμπής απάνω στο γιουρούσι,
Εσύ δε πολέμαγες μεσ’ της Γραβιάς το χάνι;
Μα οι Μπαλαλαίοι τα σκυλιά σου φάγαν το κεφάλι,
σε άφησαν κατακαμπής σου πήραν το κεφάλι.
Σε κλαίει κι’ ούλ’η Ρούμελη τ’ ήσανε παλληκάρι.
Πήγατε και κλειστήκατε μεσ’ της Γραβιάς το χάνι
κι’ ο Οδυσσέας κιότεψε, πούτανε καπετάνιος
κι’ ο Αγγελής εφώναξε: «Κουράγιο μη φοβάστε»
Καρτέρεψαν και νύχτωσε κι’ ο Αγγελής φωνάζει:
«Κουράγιο κάμετε παιδιά να βγούμε απ’ το χάνι».
Όλοι τους βγήκαν ζωντανοί και μόνο δυο τους λείψαν
κι’ οι Τούρκοι δεν σαλέψανε σαν φοβισμένοι πούσαν.
Κι’ οι Έλληνες που πήρανε ανήφορο στα πλάγια
«Ο Αγγελής μας έβγαλε-είπανε-παλληκάρια».

Κώτσος Δημητρίου και Αγγελής Γοβιός. Ποίημα για τη Μάχη στα Βρυσάκια

(Αικατερίνη Ν. Γατσή και Μορφούλα Χειμώνα, κόρη παπαβασίλη, 1ο Δημοτικό Σχολείο Ψαχνών, 24 Μαρτίου 1938. ΨΑΧΝΑ ΕΥΒΟΙΑΣ – παραδόσεις, ήθη, έθιμα της Μεσσαπίας )

Μην είδατε στα δυο βουνά, τους δυο Καπεταναίους
Τον Κότσο και τον Αγγελή τα δυο αυτά Λεοντάρια
Εχθές, προχθές τους είδαμε με λίγα παλικάρια,
Εις στην Καστέλα ρίχτηκαν στον κάμπο σαν θηρία,
πολέμαγαν και με πεζούς και με καβαλαρία.

Βαστούν στη μέση το σπαθί στα χέρια το ντουφέκι
εξολοθρεύουν τους εχθρούς και ρίχνουν αστροπελέκι.
Τρεις περδικούλες κάθονταν στα δυο βουνά στη ράχη
Η μια κοιτά τον Εύριπο, η άλλη το Βρυσάκι
Η Τρίτη η μικρότερη μοιργιολογάει και λέει
Μας πήραν τον Αγγελή και ο Κότσος κινδυνεύει.

Ως που να φτάσει στα Ψαχνά ο Αγγελής, επέθανε στο Ρέμα
και δυστυχώς ο Κότσος εις του Πανού τη στέρνα.

Δείτε το αφιέρωμα της Ματιάς για τις εθνικές εορτές, την 25η Μαρτίου 1821, την 28η Οκτωβρίου 1940, κάνοντας κλικ εδώ!

Α.Α.

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί προϊόν προσωπικής του εργασίας.

Σχετικά άρθρα