Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός κατά του Οικουμενισμού! π. Κωνσταντίνος Καντάνης .: Πίστη .: Ματιά
 

Δημοφιλή άρθρα & σελίδες

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός κατά του Οικουμενισμού! π. Κωνσταντίνος Καντάνης

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός: Ένας από τους μεγαλύτερους ομολογητές της πίστεώς μας. Μια μεγάλη μορφή την οποία η Θεία Πρόνοια προέβαλλε σε συγκεκριμένη και κρίσιμη εποχή, προκειμένου να υπερασπισθεί και να σώσει την Ορθοδοξία. Μια εξαιρετική εκπομπή με τον π. Κωνσταντίνο Καντάνη, πρωτοπρεσβύτερο του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου Αγρινίου.

Γράφει: Matia Gr

Ορθοδοξία, Ελληνισμός και Κακοδοξία Μια εκπομπή για την Ορθόδοξη πίστη, για την πατρίδα και για τις αιρέσεις που ταλαιπωρούν την κοινωνία μας.

Την εκπομπή επιμελείται και παρουσιάζει ο πρωτοπρεσβύτερος Πατήρ Κωνσταντίνος Καντάνης, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου Αγρινίου.

Αγαπητοί Ακροατές χαίρετε! Συχνά μέσα στην Αγία Γραφή αλλά και μέσα από την εκκλησιαστική μας ιστορία Βλέπουμε ο Θεός να μιλάει μέσα από ανθρώπους, να επιλέγει πρόσωπα από μας, απλούς ανθρώπους, που να τους σηκώνει σε ένα πολύ υψηλό υπόρκειμα, ώστε να αποκαλύπτει τον εαυτό του.

Γίνεται λοιπόν αυτό από το Θεό, για να φανερώσει το θέλημά Του, Επίσης για να μπορέσει να διασφαλίσει την αλήθεια, να χαράξει στους ανθρώπους τα όρια για να είναι εφικτή η σωτηρία που έφερε σε ολόκληρη τη γη.

Σήμερα βασισμένοι στην εκκλησιαστική μας ιστορία θα μιλήσουμε για τον αστέρα της Εφέσου, Για έναν υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, για κάποιο πρόσωπο που ο Θεός το ξεχώρισε για να στηρίξει σε μια πολύ δύσκολη περίοδο και της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας αλλά και του έθνους την αλήθεια του Θεού.

Δεν είναι άλλος παρά ο Επίσκοπος Εφέσου, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός Ομολογητής.

Δεν είναι συνηθισμένη μορφή, αγαπητοί.

Είναι μια πολύ έδρα δυναμική εκκλησιαστική μορφή.

Γι’ αυτό και έγινε σημείο αντιλεγόμενο και για το πρόσωπό του διατυπώθηκαν από φίλους και επικριτές του οι πλέον αντίθετες γνώμες.

Γι’ αυτόν μπορεί να ειπωθεί αυτό το οποίο ειπώθηκε και για το Μέγα Φώτιο παλαιότερα.

Μέχρι σήμερα βρίσκονται θαυμαστές του, οι οποίοι εξωθούν την προς τον Φώτιο λατρεία μέχρι βαθμού ειδωλολατρίας, και δυσφημιστές, οι οποίοι μιλούν με αγανάκτηση και για τις πλέον ασήμαντες πράξεις του.

Αυτό συμβαίνει μέσα στους αιώνες.

Όποιος είναι κοντά στο Θεό, γίνεται σημείο αντιλεγόμενο.

Αλλά ο Εφέσου Επίσκοπος είναι για τους Ορθοδόξους Έλληνες και κάτι άλλο.

Είναι μια προφητική και αποκαλυπτική μορφή.

Μαζί με τον εμπνευστή του, τον Βρυέννιο, και τον μαθητή του, τον Γεννάδιο Σχολάριο, βοήθησαν όσο κανείς άλλος την κατανόηση της τραγικής πτώσης του Βυζαντίου και της δημιουργίας όμως ταυτόχρονα του θαύματος του 1821.

Ο Άγιος Μάρκος έζησε κατά τις τελευταίες κρίσιμες στιγμές του γένους τότε που το ένδοξο Βυζαντινό κράτος είχε περιοριστεί σχεδόν μόνο στη Βασιλεύουσα και η κόκκινη Ημισέληνος αναδιπλωνόταν απειλητική μπρος στο δικέφαλο αετό.

Οι Βυζαντινοί Έλληνες, οι Ρωμιοί, δεν αντέγραψαν άκριτα και αναφομοίωτα πολιτιστικά στοιχεία άλλων λαών.

Δημιούργησαν κάτι εντελώς νέο και πρωτότυπο στον κόσμο.

Αυτό το οποίο μονολεκτικά ονομάζουμε Βυζαντινό πολιτισμό.

Από τότε που ταύτισαν τη ζωή και την ύπαρξή τους με τον Χριστιανισμό και βίωσαν το χριστιανικό ιδεώδες κατά τρόπο γνήσιο και αληθινό, δηλαδή ορθόδοξο, η μοναδικότητα του Βυζαντινού ελληνισμού έγινε ένα πολιτισμικό αγαθό, το οποίο διαιωνίζεται εκτιμώμενο από τους μελετητές του.

Η πολιτισμική αυτή πρωτοτυπία εξηγεί και την αναγεννητική λάμψη του ελληνισμού κατά τα χρόνια των Παλαιολόγων.

Αυτοί επικράτησαν από το 1261 ως το 1453 που ήταν και η πτώση της Κωνσταντινούπολης.

Είναι γνωστό ότι σεισμοί φοβεροί δονούσαν τότε την αυτοκρατορία.

Μετά την άλωση της Φιλαδέλφειας, της τελευταίας ελληνικής πόλεως της Ασίας από τον Βαγιαζήτ Α, το 1390, σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία έμεινε κατεχόμενο απ’ τος Έλληνες μόνο το περί την Τραπεζούντα κρατίδιο, το οποίου εξ άλλου ήταν ελάχιστα άξιο λόγου.

Η χώρα ήταν εγκαταλελειμμένη· οι κάτοικοι επειδή φοβόνταν την σφαγή, κατέφυγαν στα βουνά, τα δάση και τα σπήλαια.

Οι Τούρκοι είχαν τόσο πολλή αποθρασυνθεί, ώστε ο Βαγιαζήτ Α, διαμήνυσε προς τον βασιλιά Μανουήλ Β.

Εάν δεν θέλεις να κάνεις ό,τι σε διατάζω, και να δώσεις όσος σου ζητώ, τότε κλείσε της πόρτα της πόλεως, και βασίλευε μέσα της.

Αυτά δε που βρίσκονται έξω αυτής, όλα είναι δικά μου.

Σαράντα χρόνια μετά την πτώση της Φιλαδέλφειας, η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας και το κυριότερο λιμάνι της Βαλκανικής, έπεφτε και αυτό στα χέρια των Τούρκων στις 29 Μαρτίου του 1430. Ύστερα από σύντομη έφοδό τους.

Το ίδιο έτος παραδίδονταν και τα Ιωάννινα.

Όταν ο Ιωάννης Η ο Παλαιολόγος, αναλάμβανε την διακυβέρνηση του Βυζαντινού κράτους, αυτού αποτελούνταν εκτός της Κωνσταντινούπολης και της αμέσου γύρω από αυτής περιοχής, από τις κτήσεις της Προποντίδας, από τη Λήμνο και από το Δεσποτάτο της Πελοποννήσου.

Από στρατιωτικής πάλι πλευράς το Βυζάντιο ήταν σχεδόν άοπλο, με οπλισμό απαρχαιωμένο σε σύγκριση προς εκείνον των Τούρκων, η οποία ήταν άριστα εξοπλισμένοι.

Επομένως, το Βυζάντιο βρισκόταν σε ανασφάλεια.

Από οικονομικής τέλος πλευράς ήταν σε απελπιστική παρακμή.

Ο Γεννάδιος Σχολάριος θρηνούσε, γιατί Κωνσταντινούπολη κατά τον 15ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν φτωχή, ακατοίκητη κατά το μεγαλύτερο μέρος, και ζούσε συνεχώς με το φόβο της υποδούλωσης.

ήταν γυμνή από την περιουσία της, την οποία άλλοτε όλοι υμνούσαν και όλοι οι λαοί ζήλευαν.

Η φανατισμένες ορδές των απίστων Αγαρηνών έκρουαν πλέον απειλητικά τις πύλες της Ευρώπης.

Το γένος συγκέντρωνε της δυνάμεις για μία τελευταία πολιτιστική αναγεννητική λάμψη.

άξιος όμως ιδιαίτερης προσοχής είναι ο τρόπος μεν των οποίον η Έλληνες των χρόνων πριν την άλωση είχαν ετοιμαστεί για να αντιμετωπίσουν την επικείμενη συμφορά.

Με την δυνατή τους διαίσθηση, είχαν εννοήσει ότι ως κράτος θα υπέκυπταν τελικά.

έπρεπε λοιπόν να διατηρηθούν ως γένος, ως φυλή, και με το οξύ τους αισθητήριο έκριναν ότι το γένος θα σωζόταν και θα επιβίωνε, αν στρεφόταν και αν αναζωογονιόνταν από τη μακραίωνη παράδοσή του, τη φιλολογική και τη θρησκευτική.

Επειδή θρησκευτική του παράδοση είχε πλέον ενσωματώσει ό,τι ωραίο, υψηλό, υγιές και ρωμαλέο υπήρχε στη φιλολογική του παράδοση, ζήτησε την σωτηρία και την διαιώνιση της φυλής απ’ την ορθόδοξη θεολογία, δηλαδή την εκκλησία.

Επίσης, η εκκλησία της Ρώμης δεν είδε με καλό μάτι ποτέ το χωρισμό του Ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό.

Φοβόταν ότι η νέα πρωτεύουσα στο Βόσπορο θα έχει την απαραίτητη απαίτηση να θεωρηθεί το θρησκευτικό κέντρο του Χριστιανισμού, ώστε όλες οι κινήσεις του Μεγάλου Κωνσταντίνου θεωρούνται ως απειλή κατά της αποστολικής αποστολής της Ρώμης.

Γι’αυτό ο Απόστολος Πέτρος είχε αναγορευτεί από την Ρωμαϊκή Εκκλησία ως πρίγκιπας Απόστολος και είχε συνταχθεί ένα συνεχής κατάλογος παπών με πρώτο Επίσκοπο Πάπα τον Απόστολο Πέτρο.

Ύστερα από έντεκα αιώνες η απειλή από τη Δύση είχε κορυφωθεί.

Οι Δυτικοί εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του Βυζαντίου και κυρίως τον τουρκικό κίνδυνο, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να υποτάξουν την Ορθόδοξη Ανατολή και έδιναν υποσχέσεις για υλική βοήθεια.

Δεν έλεγαν βέβαια ότι θα την υποτάξουν.

Πρότειναν απλά ένωση των εκκλησιών.

Το δόλωμα ήταν έξοχα ελκυστικό, Γιατί από τότε που έγινε το «Ολέθριο Σχίσμα» του 1054, η Ένωση ήταν βαθύς πόθος των Χριστιανών και ανατολής και δύσης.

Αλλά οι απόπειρες με «Περί ενώσεως» είχαν αποβεί μάταιες, γιατί οι μεν Δυτικοί ως Ένωση εννοούσαν την υποταγή της Εκκλησίας μας στην εκκλησία της Ρώμης, οι δε Ορθόδοξοι δεν πειθόταν να υποκύψουν σε αυτή την κυριαρχία, πιστεύοντας πως ήταν ικανοί να επαναργήσει.

Ολέθρια στην εθνική και πολιτική μας ύπαρξη, όπως γράφει και ο εθνικός μας ιστορικός ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

Επομένως, στους δύσκολους εκείνους καιρούς, κατά τους οποίους η πολιτική σκοπιμότητα επηρέαζε την Εκκλησία και την πίεζε να κάνει δογματικές υποχωρήσεις, ο Βρυέννιος και οι ομόφρονές του ποθούσαν μεν την ένωση, αλλά δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο υποταγής τον Πάπα και παραχάραξη της πίστεως με τις αυθαίρετες καινοτομίες του.

«Εάν γίνει ένωση», έλεγε ο Βρυέννιος, «πρέπει να γίνει απαρατρεπτον μενόντων των ημετέρων δογμάτων, το της πόλις μεν δοκούν είναι πάντων παραδοξότατον».

Δηλαδή, εάν γίνει ένωση, πρέπει να γίνει υπό τον όρο ότι τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα μείνουν αναλλοίωτα και απαρασάλευτα, πράγμα το οποίο στον εν πολλοί κόσμο φαίνεται ότι είναι πλέον παράδοξο απ’ όλα όσα έχουν συμβεί, στο Θεό όμως αυτό φαίνεται και είναι πάρα πολύ αποδεκτό και προσφιλές.

Το γένος λοιπόν καλούνται να πολεμήσει με το όπλο της Ορθόδοξης πίστης.

Αυτό ήταν το συμπέρασμα της σκέψης και των αγώνων του Βρυεννίου, ο οποίος ήταν ηγετική μορφή, δάσκαλος και εμπνευστής του Μάρκου του Ευγενικού.

Ο Μανουήλ, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Μάρκου του Ευγενικού, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη.

Γεννήθηκε μέσα στην τελευταία αγωνία και την ψυχική οδύνη της, την ώρα που οι Τούρκοι έσφιγγαν τον Κλοιό Και η Φραγκολατίνοι ζητούσαν ευκαιρία να υποτάξουν την ορθόδοξη πνευματικότητα.

Ευγενικός ήταν το οικογενειακό του επίθετο.

Και φανέρωνε μεν αυτόν τρόπο την ευγένεια της καταγωγής.

Πατέρας του, ο Γεώργιος Ευγενικός, καταρχήν διάκονος και αργότερα Πρωτέκδικος, Πρωτονοτάριος και Μέγας Χαρτοφύλακας του Πατριαρχικού Αρχείου, της Αλληλογραφίας δηλαδή και της Βιβλιοθήκης.

Η μητέρα του Μαρία, κόρη ενός ευσεβούς γιατρού.

το γένος και τον δύο σεβαστό από όλους.

Πιθανό τόπος της καταγωγής των ευγενικών φαίνεται ότι ήταν η Ίμβρος ή η Τραπεζούντα.

Ο Μανουήλ, στα δεκατρία του χρόνια, αφού πατέρας του ήχε πεθάνει, σπουδάζει κοντά στο λόγιο και σοφό δάσκαλό του το μητροπολίτη Σηλυβρίας Ιγνάτιο και τον φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, απ’ τον οποίο διδάσκεται και μαθηματικά.

Κοντά στο Πλήθωνα είχε και συμμαθητή του τον Βησσαρίωνα, μετέπειτα επίσκοπο Νικαίας και πνευματικό του αντίπαλο.

Με την πάροδο του χρόνου, ο νεαρός Μανουήλ απέκτησε τόσο φήμη, πόλοι μιλούσαν γι’ αυτόν.

Έγινε μάλιστα προϊστάμενος του Πατριαρχικού Φροντιστηρίου, απ’ το οποίο αποφοίτησε πλήθος ανδρών που έγιναν διάσημοι για την παιδεία τους.

Παρά τη νεαρή του ηλικία και τη μεγάλη του φήμη, ζούσε ταπεινός και με σωφροσύνη.

Έτσι, σ’ ηλικία εικοσιπέντε προς εικοσιέξι ετών, μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, έγινε μοναχός, Κι όχι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά στην Αντιγόνη, ένα μαγευτικό νησί της Προποντίδας.

Μετά την Κουρά και την απάρνηση των εγκοσμίων, πήρε το όνομα Μάρκος.

Με το όνομα πλέον αυτό τον γνωρίζει η Ορθοδοξία, ο Ελληνισμός, η Δύση.

Από τη στιγμή που έγινε μοναχός, επωμίστηκε το βαρύ σταυρό του μέχρι τη Χρυσία και άρχισε να ανεβαίνει το Γολγοθά του.

Στην ησυχία της Αντιγόνης υποβάλλεται σε σκληρή άσκηση και περισυλλογή, αλλά οι διαρκώς αυξανόμενες απειλές των Τούρκων, οι οποίοι συνεχώς προχωρούσαν και οι οποίοι είχαν από καιρό εγκατασταθεί στην όχθη του Βοσπόρου απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει την περιοχή που έμενε και να καταφύγει στην πόλη, στη Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων.

Εκεί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος απ’ τον Πατριάρχη Ευθύμιο, και το 1437 εκλέχθηκε Μητροπολίτης Εφέσου.

Παρέμεινε επί είκοσι χρόνια περίπου, στο μοναστήρι, συγγράφοντας θεολογικά έργα και καταρτίζοντας μαθητές.

Απ’ τους πιο γνωστούς μαθητές του, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά την πτώση, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, που οργάνωσε το Έθνος για την επιβίωση του μες την Τουρκοκρατία και για το θαύμα του εικοσιένα.

Εμπνευστής του και πρότυπο για τος ιερούς αγώνες του, ήταν ο Ιωσήφ Βρυέννιος.

Οι στενές σχέσεις του Μάρκου με τον Ιωσήφ, τον έκαναν πνευματικό απόγονο και μιας άλλης μεγάλης εκκλησίας, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, γιατί οι ο Ιωσήφ Βρυέννιος ήταν μαθητής του Παλαμά.

Έτσι, και με αυτή την άποψη, η βάση της θεολογίας του Αγίου Μάρκου ήταν άκαμπτη στάση για την ορθοδοξία, όπως εννοούσε αυτή, ο Άγιος Μάρκος ήταν η θεολογία του Παλαμισμού.

Αλλά και με τον Ιωάννη Η τον Παλαιολόγο, οι δεσμοί του Μάρκου ήταν στενότερη.

Η εκτίμηση του Αυτοκράτορα προς τον Άγιο φαίνεται και από ότι απευθυνόταν προς αυτόν για τη λύση θεολογικών ζητημάτων πριν ακόμα από την σύνοδο της Φλωρεντίας, αλλά και στην σύνοδο του έδωσε πρωτεύοντα θέση, ακριβώς γιατί εκτιμούσε τον Άγιον βαθύτατα και τον θαύμαζε για την καθαρότητα, την αγιότητα, την παιδεία, την φυσική του ευγλωττία και για την όλη του ορθόδοξη ζωή.

Όταν μάλιστα ο Μάρκος αρνήθηκε να υπογράψει το όρκο της ψευδοενώσεως, ο Αυτοκράτορας φρόντισε προσωπικά, ώστε να επιστρέψει ο ευγενικός ασφαλής στη Κωνσταντινούπολη, για να μη τον χτυπήσουν ή φονεύσουν οι παπικοί.

Μάλιστα, η προσωπική του προετοιμασία για το ταξίδι της συνόδου της Φλωρεντίας ήταν η προσευχή.

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα μιας ωραίας προσευχής, προς την Αγία Τριάδα, που είπε ο άγιος πριν οναχωρήσει για την Ιταλία.

Η προσευχή στην Αγία Τριάδα, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού

Εγώ και προς την αρετήν οκνηρώς έχων και των παθών προσλήψεσι τυραννούμενος, τι ποιήσω, μακρόθυμε Κύριε; Εκπεσούμαι της τοσαύτης σου δωρεάς, και επ’ εμοί αργήσει το της αγαθοπρεπούς ευδοκίας μυστήριον; Μη μοι γένοιτο, φιλοικτίρμον Θεέ και φιλόψυχε. Μη εγκαταλειφθείην υπό σου, μη γενοίμην μερίς τω πονηρώ εις απώλειαν, αλλά τοις των προλαβόντων αγίων σου πόνοις δυσωπηθείς και τας των ιερών αγγέλων πρεσβείαις δεξάμενος, εξαιρέτως δε και της αυτών υπερκειμένης δεσποίνης ημών Θεοτόκου, δος μοι την προς σε οδόν κατευθύναι, μη τον άξιον καρπόν της μετανοίας, αλλά τον δυνατόν απαιτών, έμβαλε τη σκληρά μου καρδία τον φόβον σου και δι’ αυτού καθάρας και απαλύνας όλην εις την την αγάπην συγκίνησιν.
Εν τω δε του σώματος εκδημείν ανάπαυσόν με ταις των αγίων σου σκηναίς και της αϊδίου δόξης και θεωρίας εμπλησθήναι ευδόκησον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν

Είναι χαρακτηριστικό, αγαπητοί, ότι ενόν ακόμω Αγίος Μάρκος ήταν ιερομόναχος, εκλέγεται σαν αντιπρόσωπος ιγένοντας τούτον εν τη Σύνοδο της Φλωρεντίας από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας, αργότερα εκλέγειτο από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων σαν εκπρόσωπος του, και μόλις έγινε το 1437 και Αρχιερέας Εφέσου, ο άγιος Μάρκος ορίστηκε και από τον πατριάρχη Αντιοχίας.

δηλαδή τρεις Ορθόδοξοι Πατριάρχες έδωσαν την εντολή, τον έστελναν εντεταλμένων τους εκ πρόσωπό τους να εκπροσωπήσει και τα Πατριαρχία αλλά και την Ορθοδοξία.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο τον τιμούσαν μέσα στην Εκκλησία αν και πάρα πολύ τον μισούσαν.

Η περίοδος της Προπαρασκευής της Συνόδου βρίσκει το Μάρκο ασθενή.

Πριν αναχωρήσει για την Ιταλία, οπού η Παπική είχαν ζητήσει να πάει ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης, εκπρόσωποι όλων των Ορθοδόξων εκκλησιών και Πατριαρχείων, για να υπογράψουν την ένωση των δύο εκκλησιών, μεν σκοπό να στείλουν τότε στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη και να την προστατεύσουν από τος Τούρκος.

Οι Βυζαντινοί αντιπρόσωποι θα πήγαιναν στη Λατινική εκκλησία για ένωση, αλλά Λατινική εκκλησία ήταν διχασμένη και περνούσε βαθιά κρίση εκείνη την περίοδο.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ δεν ήθελε αρχικά να μεταβεί στη Δύση.

Επικαλούμενος και το γήρας, έλεγε ότι επιθυμεί την ένωση των Εκκλησιών με όλη του την ψυχή.

Τελικά όμως μεταπείστηκε και ο Πατριάρχης.

Μερικοί πιστεύουν ότι είχε μεταπεισθεί λόγω της ευπιστίας του γήρατος.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι άλλαξε γνώμη, γιατί είχε την ελπίδα ότι έτσι ήταν δυνατόν να σταθεροποιήσει την εξουσία του απέναντι στον αυτοκράτορα, βοηθούμενος από τον ίδιο τον Πάπα.

Όταν μάλιστα γινόταν οι προπαρασκευές για την αποδημία στην Ιταλία, οι Ορθόδοξοι αντιδρούσαν, ο λαός ο Ορθόδοξος αντιδρούσε.

Οι αγιορείτες μοναχοί είχαν αρνηθεί να αποστείλουν στην Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεία, τελικά στείλαν μόνο δύο ιερομονάχους, τον Μωυσή απ’ τη Λαύρα και το Δωρόθεο απ’ το Βατοπέδι.

Δεν ήθελε ο ορθόδοξος λαός υποταγή στον Πάπα.

Η αναχώρηση για τη Δύση έγινε μετά από πλήθος εμποδίων.

Ο Θεός έστελνε εμπόδια, αλλά δεν ήθελα να καταλάβουν.

Πρώτα-πρώτα, μόλις είχαν αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης τα ενετικά πλοία των απεσταλμένων του Πάπα, που θα παραλάμβαναν τους Έλληνες για να τους μεταφέρουν στην Ιταλία, έγινε τρομερός σεισμός.

Οι συνετότεροι θεώρησαν το σεισμό σαν θεομηνία, σαν κακό οιωνό, αλλά κανένας άλλος δεν θέλησε να το σχολιάσει.

Ήρθε όμως και δεύτερο σύμβολο θεομηνίας, 27 Νοεμβρίου του 1437, Την ώρα ακριβώς που ο Αυτοκράτορας επιβιβαζόταν στη Βασιλική τριήρη.

Πάλι γίνεται σεισμός, μεγάλος, δυνατός, το κατάλαβαν ακόμα και αυτοί που είναι μέσα στα καράβια.

Δεν του σταμάτησε τίποτα.

Τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας ανερχόταν γύρω στα 700.

Επικεφαλής ήταν ο Αυτοκράτορας Ιωάννης μαζί με τον Πατριάρχη.

Ο Πατριάρχης συνοδευόταν από είκοσι Μητροπολίτες και ανώτερους Εκκλησιαστικούς Λειτουργούς.

Σημειώθηκε, αγαπητοί, και τρίτη Θεομηνία.

Μεγάλο σεισμός έγινε πάλι, πότε, την ώρα κατά την οποία το βασιλικό πλοίο σταματούσε στη Μάδυτο.

Πάλι ο σεισμός ήταν πολύ δυνατός, αλλά κανένας δεν σκεφτόταν να ανακρούσει πρύμνη, να ματαιώσει το ταξίδι για τη Δύση και για την ένωση με τους Παπικούς.

Τα οποία τελικά έφτασαν στη Βενετία αφού αντιμετώπισαν πολλές τρικυμίες.

Η ελληνική αντιπροσωπεία επιβιβάστηκε στη Βενετία 8 Φεβρουαρίου του 1438.

Αρχικά έγινε δεκτή με τιμή από τον λαό.

Όμως γρήγορα άρχισαν τα προβλήματα και οι προκλήσεις.

Ο Πάπας περίμενε από τους Έλληνες κληρικός συμμόρφωση προς ένα τρομερά ενοχλητικό λατινικό έθιμο.

Ποιο ήταν αυτό το έθιμο, απαιτούσαν όλοι οι ξένοι να φιλήσουν το πόδι του Πάπα.

Μεγάλη ήταν η δυσαρέσκεια του Πατριάρχη, γιατί περίμενε μια καλύτερη υποδοχή όπως μεταξύ ίσων.

Συσκέφθηκε λοιπόν με τους κληρικούς και αποφάσισε να μη συμμορφωθεί.

Οι απεσταλμένοι της αυλής του πάπα πηγαινοερχόταν, πίεζαν για να γίνει το λατινικό έθιμο.

Πάντως, για να μην καταστεί φανερή στους πολλούς η μειωτική υποχώρηση, δέχθηκε τον Πατριάρχη στις 8 Μαρτίου παρουσία λίγων καρδιναλίων σε ένα ιδιαίτερο κελί και όχι δημόσιο.

Μετά τον ασπασμό Πάπα και Πατριάρχη και τον ορθοδόξων επισκόπων, ο Πάπας κάθεσαι και χαιρετά τους υπόλοιπους καθισμένος.

Ο επίσκοπος Ρώμης καθόταν πάνω σε θρόνο ψηλό.

Δεξιά του ήταν καθισμένοι καρδινάλιοι, σε καθέδρες ίσες μεταξύ τους.

Αριστερά, σε αρκετή απόσταση απ’ τον Πάπα και σε πολύ χαμηλότερο κάθισμα καθόταν ο Πατριάρχης, ενώ οι άλλοι Ορθόδοξοι Επίσκοποι στεκόταν όρθιοι σαν δούλοι.

Τα προβλήματα της Πρωτοκαθεδρίας είναι πολλά.

Ύστερα όμως από πολλές συζητήσεις και αντιρρήσεις, οι Λατίνοι δέχτηκαν να καθίσει ο Πάπας μεν την ακολουθία του Στο δεξί ο μέρος του ναού που θα γινόταν η σύσκεψη, η σύνοδος, ο δε βασιλιάς και ο πατριάρχης με τους άλλους Ορθοδόξους το αριστερό τμήμα.

Πρόεδρος δεν θα ήταν ούτε ο αυτοκράτορας, ούτε ο πάπας.

Αλλά ο κύριος αυτοπροσώπως υπό τη μορφή ενός ιερού Ευαγγελίου, το οποίο είχε τοποθετηθεί πάνω σε θρόνο, στην κεφαλή των δύο σειρών, μεταξύ των λειψάνων των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των κηροπήγιων.

Παρ’ όλα αυτά παρουσιάστηκε και πάλι νέο πρόβλημα, γιατί Λατίνοι ήθελαν να καθίσει ο Πάπας ψηλότερο απ’ όλους τος άλλους, σε κάποια απόσταση απ’ αυτών, σε ύψος των αναβαθμών, το θρόνο να τοποθετηθεί μόνο ένας άδειος θρόνος, που θα ήταν ο θρόνος του Γερμανού βασιλιά, πιο πέρα πιο χαμηλά ο αυτοκράτορας και πολύ χαμηλότερα ο Πατριάρχης με τους Ορθόδοξους, Κληρικούς και Επισκόπους.

Ήταν πλέον ολοφάνερο σε όλους τους Έλληνες ότι ο Πάπας προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί όλες τις ευκαιρίες για να αποδείξει και να παρουσιάσει τη θεοκρατική θεωρία του ότι ην ανώτερος από κάθε άλλη πολιτική και εκκλησιαστική αρχή.

Στις 9 Απριλίου του 1438 έγινε πανηγυρική η έναρξη τη Συνόδου.

Τη Σύνοδος δεν άρχισε αμέσως της επίσημης συνεδρίας της, γιατί ο Αυτοκράτορας υπενθύμισε στον ΠάπΑ ότι δεν πρόκειται μόνο περί Εκκλησιαστικής Συνόδου, αλλά και περί διαπραγματεύσεων μεν τος κοσμικός ηγεμόνες της Δύσεις, οποί ην καλόν να προσκληθούν στη Φεράρα για το σκοπό αυτώ.

Πρόστασε μάλιστα, ότι έπρεπε να προσκληθούν όχι μόνο ηγεμόνες, αλλά και Λατίνοι συνοδοί της βασιλείας.

Εκεί υπήρχε μεγάλο πρόβλημα του Πάπα, αφού υπήρχαν σε διχασμό.

Για το λόγο αυτό δόθηκε αναβολή τεσσάρων μηνών.

Για να μην περνά όμως ο χρόνος άκαρπα, αποφασίστηκε να γίνονται και απ’ τα δύο μέρη προκαταρκτικές συζητήσεις.

Κατά συνεδριάσεις αυτές, με απόφαση του αυτοκράτορα, τις ορθόδοξες απόψεις θα διατύπωναν εξ ονόματος όλων ο Νικαίας Βησσαρίων, ο Εφέσου Μάρκος Ευγενικός.

Στις 15 Αυγούστου του 1438 έφτασε στη Φεράρα και ο Μητροπολίτης Κιέβου Μόσχας και Ρωσίας Ισίδωρος, που τον ακολουθούσαν πάνω από εκατό πρόσωπα.

Εν τω μεταξύ, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης, ο Παλαιολόγος, είχε εγκατασταθεί με λίγους άρχοντες σε μια μονή, έξι μίλια έξω απ’ τη Φεράρα, και εκεί δυστυχώς διασκέδασε συνέχεια, επιδιδόμενος εκδρομές κυνηγιού.

Μηδένα λόγον ποιούμενους περί των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όπως έγραφε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.

Ο αυτοκράτορας ερχόμενος στη Δύση σκεπτόταν μόνο τη βασιλεία του, η οποία κινδύνευε.

Γι’ αυτό έσπευδε προς την Ιταλία, αδιαφορώντας παντελώς για το μέλλον της εκκλησίας και για την Ορθοδοξία.

Αλλά και ο Πατριάρχης ο Ιωσήφ, ενώ στην αρχή φάνηκε τόσο ανυποχώρητος με τους εξωτερικούς τύπους και στις αξιώσεις το Πάπα περί Πρωτοκαθεδρίας και επέμεινε την ισοτιμία, αργότερα φάνηκε πολύ υποχωρητικός, και μάλιστα σε ουσιαστικά θέματα δόγματος και πίστης.

Ο ιστορικός Συρόπουλος τον χαρακτηρίζει ως άστατο καιροσκόπο, φιλόδοξο ιδιοτελή, ο οποίος φοβάται ένα μόνο, τον Αυτοκράτορα.

Ο άγιος Εφέσου Μάρκος, κατά της αρχής των συζητήσεων της Φεράρα, έστειλε και μία επιστολή προς τον Πατριάρχη Ιωσήφ, στην οποία του έγραφε ότι αποβλέπει προς αυτών ως προς άγκυρα και καταφυγή και προσφύγιον· αργότερα όμως, όταν είδε το άστατο του Πατριάρχη, το ασυνεπές του ανθρώπου, και ότι είχε εγκρίνει τα όσα έγιναν στη Σύνοδο, έγραψε· και ο Πατριάρχης επεψηφίσατο, και την και αυτός ο δυστυχής ην είδε πρόδιεφθαρμένος· ο Ιωσήφ, άμερος μάλλον θεολογικής μόρφωσης, ανίκανος ν’ αντιμετωπίσει της πανουργίας του πάπα, και μη μπορώντας ν’ ανταπεξέλθη στης διπλωματικής πίεσης των Βυζαντινών αυτοκράτορα, στο τέλος έγινε υποχείριο των ισχυρών της ημέρας, του πάπα δηλαδή και τω αυτοκράτορα.

Βέβαια, ο Πατριάρχης παρέμεινε μέχρι τέλος υπέρμαχος της Ενώσεως.

Είχε πάρει μαζί του στη Δύση, μάλιστα πολυτελέστατα άμφια και τα λαμπρότερα ιερά σκεύη, για τον πανηγυρισμό της Ενώσεως.

Πίστευε ότι θα γίνει σίγουρα, όμως δεν αξιώθηκε να υπογράψει τον όρο, ούτε να πανηγυρίσει.

τον πρόλαβε ο θάνατος στις δέκα Ιουνίου του 1439.

Ο Άγγλος βυζαντινολόγος Ράνσιμαν γράφει «Η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν πιο ρευστή απ’ τη λατινική.

Επειδή κατά την ορθόδοξη παράδοση κάθε επίσκοπος εμπνέεται εξίσου στα δογματικά ζητήματα ενώ οι λαϊκοί έχουν δικαίωμα να έχουν θεολογικές γνώμες, γι’ αυτό ο κάθε Έλληνας συζητητής τραβούσε και το δικό του δρόμο.

Δυστυχώς, όπως γίνεται και σήμερα.

Δεν υπήρχε συνοχή και νέα γραμμή μεταξύ των Ελλήνων Ορθοδόξων.

Οι Έλληνες στη Σύνοδο έδειξαν στην αρχή κάποια σταθερότητα, αλλά κλονίστηκαν πολύ και τελικά κάτω από αφόρητες πιέσεις του Πάπα υπέγραψαν την ψευδοένωση.

Χαρακτηριστικά παράδειγμα της ασυνέπειας και αστάθειας αυτής Είναι ο Μονεμβασίας ο Δοσίθεος και ο Ρωσίας Ισίδωρος.

Ο πρώτος σε κάποια συζήτηση διακήρυξε «Θέλετε να προδώσουμε την Ορθοδοξία μας, για να μας δώσει ο Πάπας την βοήθεια του; Εγώ βούλομαι αποθανείν ή λατινήσε ποτέ».

Τελικά όμως, προτίμησε να λατινήσει παρά να πεθάνει.

Αλλά και ο Ρωσίας Ισίδωρος ενώ έλεγε διάφορα όταν θα ξεκινούσε από τη Ρωσία ψήφισε πρώτος υπέρ των Παπικών.

Η τιάρα του παπικού καρδιναλίου τον είχε τόσο πολύ θαμπώσει, ώστε δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αλήθεια της ορθοδόξου πίστης, αλλά για το χρυσάφι και τη λάμψη του αξιώματος του καρδιναλίου.

Οι Έλληνες αγαπητοί επίσκοποι, άμεροι πνευματικού πλούτου οι περισσότεροι, έδειξαν χλιαρότητα και αφού υποτάχθηκαν έγιναν προδότες της σεαυτών σωτηρίας και ευσεβίας.

Ο Πάπας, με τα όργανα του, είχε εξαγοράσει με φλουριά τον επίσκοπο Μυτιλήνης, τον Νικομηδείας και τον Μέγα Σκευοφύλακα και πολλούς όλους.

Οι Έλληνες και οι Λατίνοι προτίμησαν να συζητήσουν τα περί καθαρτηρίου πυρός, αντί να αρχίσουν με το επίμαχο θέμα της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.

Ο Νικαίας διαφώνησε πολύ με τον Εφέσου.

Ο Νικαίας ο Βησσαρίων έγινε τελικά παπικός, όπως και ο Ισίδωρος από τη Ρωσία.

Ο πρώτος θεωρούσε το θέμα αυτό ανάξιου λόγου, τη δε διαφορά μας με τους Λατίνους επουσιώδη.

Ο δεύτερος επέμενε ότι στο θέμα αυτό η απόστασή μας από τους Λατίνους είναι μεγάλη.

Τα όσα ανέπτυξε ο Άγιος Μάρκος Περί Καθαρτηρίου Πυρός, δείχνουν πόσο άνετα κινούνταν στα δογματικά ζητήματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Στα επιχειρήματά του δεν έβαλε κοινωνικά σχόλια, αλλά αντίκρουε τις παπικές θέσεις, με μαρτυρίες του Μεγάλου Βασιλείου, το Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Ασκητή Δωροθέου, του Θεοφάνη του Γραπτού, του Θεοδώρου του Στουδίτου, του Ωριγένη, του Αυγουστίνου, και του Θωμά του Ακινάτου, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του Μεγάλου Επιφανίου, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνό και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.

Ο Πάπας χορήγησε στον αυτοκράτορα και χορηγούσε συνέχεια τριάντα φλουριά κατά μήνα, στον Πατριάρχη εικοσιπέντε, στον Δεσπότη Δημήτριο, τον αδελφό το αυτοκράτορα, είκοσι φλουριά και στους επόλοιπους από τέσσερα ή τρία.

Αλλά και το σιτηρέσιο, δηλαδή το φαγητό, είταν ανεπαρκές και ανάξιου λόγου, και ακόμα χειρότερο, δε καταβαλλόταν τακτικά.

Έτσι οι Ορθόδοξοι πεινούσαν, στενοχωρούνταν μάλιστα τόσο πολλή οικονομικά, ώστε η φρουρά του Βασιλέα για να ζήσει, πωλούσε, όπως γράφει ο Συρόπουλος, τα όπλα της και έδινε ενέχυρο τα ρούχα της.

Τόσο πολλή πεινούσε, ώστε ο μέγας πρωτοσύγκελος του Πατριάρχη, ακούστε, αναγκάστηκε να δώσει τα ιερά του επιμάνικα στη φρουρά για να τα πουλήσει και έτσι να εξοικονομήσει χρήματα για τρόφιμα.

Όλα αυτά ήταν εκβιαστικά μέσα του Πάπα για να εξαναγκάσουν τους Ορθοδόξους να υποχωρήσουν στις αξιώσεις του και να ενδώσουν στην Ένωση.

Μάλιστα κάποιοι έδιναν αντί νερό από τη θάλασσα νερό αλμυρό για να πιουν οι Ορθόδοξοι για να αναγκαστούν μέσα σε θλίψη να υπογράψουν όπως-όπως την Ένωση και να φύγουν.

Δύο μάλιστα, ο ένας ήταν και ο αδελφός του Αγίου Μάρκου, επίσκοποι προσπάθησαν να διαφύγουν.

Κι ύστερα, για να μην έχουμε αποδράσεις των Μητροπολιτών, μετέφεραν από την Φεράρα στην Φλωρεντία, την σύνοδο που έγινε, όπου διήρκησε για ένα διάστημα ακόμα.

Εκεί όμως άρχισαν πολλοί εκφοβισμοί.

Στρατιώτες του Πάπα εκφόβιζαν το βράδυ την Ορθόδοξη Αποστολή γαρ να υποκύψει και να μπορέσει να δώσει γη και ύδωρ και να πουλήσει την ορθοδοξία.

Οι καινοτομίες της παπικής εκκλησίας που προβλημάτισαν την ορθόδοξη αντιπροσωπεία δεν ήταν λίγες.

Η δυτική εκκλησία από τον 10ο αιώνα απέκλεισε από το ποτήρι της τις ευχαριστίες τους λαϊκούς, τους κοινωνά μόνο με όστια μέχρι και σήμερα.

Το 12ο αιώνα έχουν την διδασκαλία τους περί καθαρτηρίου πυρός και υπερβολές και εκμετάλλευση των ανθρώπων με την άφεση των αμαρτιών με τα συγχωροχάρτια.

Επί Πάπα Βονιφάτιου το 8ο, γέρος το 1294, τότε άρχισε επίσημα να χορηγούνται συγχωροχάρτια.

Φυσικά με αμοιβή αυτών που θα τα έπαιρναν.

Το 14ο αιώνα εισήγαγε το ραντισμό ή την επίχυση στο βάπτισμα.

Επίσης και από κάθε πλευρά απαράδεκτο και αντι-ευαγγελικό παπικό πρωτείο το οποίο άρχισε ουσιαστικά τον 1ο αιώνα επί Πάπα Νικολάου του 1ου και το οποίο συνετάραξε όχι μόνο την Εκκλησία αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη γιατί ο Πάπας είχε την απαίτηση να υποτάξει όλους κάτω από το πέλμα του.

Στη Σύνοδο κάποτε αναγνώστηκαν οι όροι.

Τότε ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός άρχισε να αναγνώσκει ένα-ένα τους όρους της Πίστεως που είχαν οι Ορθόδοξοι και οι Παπικοί.

Και τι βρήκαν; Ότι οι Παπικοί είχαν νοθεύσει τον όρο της 7ης Οικουμενικής Σύνοδο.

Έλεγαν ότι εκεί, απ’ τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, υπήρχε το φιλιόκβε.

Δηλαδή το να εκπορεύεται, να λέμε στο σύμβολο της πίστης το πιστεύω, το Άγιο Πνεύμα όχι μόνο απ’ τον Πατέρα αλλά και απ’ τον Υιό.

Αυτό αγαπητοί, ήταν μια και είναι ακόμα μέχρι σήμερα μια φοβερή θεολογική αίρεση.

Αν δεχόμασταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και απ’ τον Πατέρα και απ’ τον Υιό, τότε εισάγεται μέσα στη θεότητα μια διαρχία ως προς τον τρόπο ύπαρξης στο Θεό.

Δύο πηγές Θεού, ο Πατήρ και ο Υιός, σαν ανώτεροι θεοί, και το Άγιο Πνεύμα μια κατώτερη μορφή θεότητας.

Χανόταν η σωτηρία και η σχέση μας και η επικοινωνία μας με το Θεό και η θέωσή μας.

Γι’αυτό λοιπόν και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς που πάλεψε, αλλά και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, που δεν δέχτηκε την ένωση στη Φεράρα Φλωρεντία, έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο για τη δικιά μας σωτηρία και για να μείνει ορθόδοξη, αναλλοίωτη η αλήθεια του Θεού μέσω στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην οποία είμαστε και μες τη χερί που ζούμε και υπάρχουμε.

Αλλά ο στύλος της ορθοδοξίας ο Άγιος Μάρκος δεν αρκέστηκε μόνο στον όρο των οικουμενικών συνόδων τον επτα, ούτε μόνο σε Έλληνες πατέρας, είχε αντλήσει επιχειρήματα στο διάλογο με τους παπικούς, ακόμα και από Λατίνους.

Μάλιστα, επέμενε να αναγνωστεί η επιστολή του πάπα Κελεστίνο προς τον αιρεσιάρχη Αστόριο.

η επιστολή εκείν κατεδίκαζε κάθε προσθήκης στο ιερό σύμβολο της πίστες, που έλεγε ένας πάπας.

Αν ήταν λοιπόν αλάθητος, έπρεπε και οι υπόλοιποι πάπες να τα δεχθούν.

όμως όλα αυτά ηχούσαν σαν κύμβαλα στα αυτιά και τον παπικών, που δεν είχαν κανένα νόημα και εκ των αληθήν ανάγκησαν και ανάγκησαν την αληθήν.

Μόνο ο εχωρισμός τοις, αλλά ούτε ούν η ορθόδοξοι πλέον μπορούσαν να ακούν τίποτα.

Μάλιστα, ο Άγιος Εφέσου παρουσίασε μία επιστολή ακόμα του πάπα Αγάθωνα, οποίος ην πάπας επί των 678-681, πολλή πριν τα προβλήματα και τα σχίσματα, στην οποία και αυτός ομολογεί την πίστη του στο Άγιο Πνεύμα, χωρίς προσθήκη της φράσης και εκ του Υιού.

Κατόπιν επιμονής του Αφέσου, αναγνώσθηκε επίσης και άλλη επιστολή του ίδιου Πάπα, την οποία ο τελευταίος απεύθυνε προς τους βασιλείς και οποία καταδίκαζε κάθε είδους προσθήκη στο ιερό σύμβολο.

Όμως ήδη είχε παρθεί απόφαση.

Συ μία συνεδρίαση της ορθοδόξου αντιπροσωπίας, όταν ο άγιος Μάρκος, επίσκοπος Εφέσου, απεκάλεσε αιρετικούς τους παπικούς, οι μητροπολίτες Λακεδαιμόνιας και Μυτιλήνης έβρισαν τον άγιο, προσπάθησαν μάλιστα να τον χτυπήσουν.

Σε τέτοια πλάνη δυστυχώς είχαν οδηγηθεί. όπως και σήμερα, πολλοί που θεωρούν τον Οικουμενισμό ως θείο δώρο, και τρέχουν και σέρνοντας τος διαλόγους πίσω από τος παπικούς, χειρότερα και από ότι έκαναν οι Ορθόδοξοι της εποχής του Αγίου Μάρκου.

Τελικά, 5 Ιουλίου του 1439 υπογράφηκε η Ένωση και όπως αναφέρει ο ιστορικός Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς τη θέλησή τους, φοβόμουν τον αυτοκράτορα.

Όταν όμως ο Πάπας ρώτησε αν υπέγραψε ο Μάρκος, έλαβε την αρνητική απάντηση, είπε προφορικά.

Λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν.

Ήξερε, λοιπόν, τι σήμαινε για την Ορθοδοξία ο Μάρκος.

Αν ένας δεν υπέγραψε, ο Μάρκος, η Ορθοδοξία δεν υποτάχθηκε.

Αργότερα, μάλιστα, παρακάλεσε και με βίο τρόπο έφερε μπροστά του τον Άγιο Μάρκο, όρθιο σαν να τον ανέκρινε, και προσπάθησε να τον εκφοβήσει ακόμα και με τη ζωή του, για να υπογράψει.

Μάτι, όμως, προσπάθησε, ο Αιρεσιάρχης Πάπας για να μπορέσει να κάμψει το παλικάρι των Ορθοδόξων.

Ήταν αμετακίνητος ο Άγιος Μάρκος στις θέσεις του και στις απόψεις του.

Δεν δέχτηκε κανένα εκφοβισμό, καμία απειλή, δεν δίστασε μπροστά στον αιρετικό να τονίσει ότι δεν παρακάμπτω την δόξα που μου παρέδωσαν, το δόγμα δηλαδή, οι πατέρες μου.

Μετά την προδοτική ένωση της Φεράρας Φλωρεντίας, η Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλία και επέστρεψαν στην πολιορκούμενη πόλη.

Ο Αυτοκράτορας παρέλαβε τον Αγίου Μάρκος τον αυτοκρατορικό πλοίο, για να τον σώσει από τους Ενετούς, μήπως τον κατασφάξουν στη διαδρομή.

Ύστερα από ταξίδι τριάμισι σχεδόν μηνών, έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη.

εκεί οι κάτοικοι δέχθηκαν με αισθήματα εχθρικά, όλους όσους υπέγραψαν, τους εκπροσώπους των Μητροπολιτών, τους εκπροσώπους των Πατριαρχών, τον Αυτοκράτορα, όλους τους αυλικούς του, για έναν μόνον μπορούσαν να τιμήσουν και να τον προσκυνούν σαν ομολογητή και άγιον, κι αυτός ήταν ο Αγίος Μάρκος ο Ευγενικός.

Μάλιστα αυτοκράτορας, για να προσεγγίσει τον Μάρκο και καταστείλει την αγριότητα των Ορθοδόξων που αντιδρούσαν, θέλησε να βάλεις τον πατριαρχικό θρόνο, που χήρεψε, είχε πεθάνει, είπαμε, ο πατριάρχης, στην Ιταλία, τον άγιον Μάρκο τον Ευγενικό, ομοίως όμως αρνήθηκε, δεν ήθελε κανένα συμβιβασμό με αυτούς που υπέγραψαν και πρόδωσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Έτσι λοιπόν κινδύνευε, όμως, πλέον στην Κωνσταντινούπολη η ζωή του.

Αναγκάστηκε τέσσερις Μαΐου του 1440 να δραπετεύσει απ’ την Βασιλεύουσα και να πάει στην μητροπολιτική του περιφέρεια την Έφεσο.

όμως εκεί, ενώ ποίμανε με κάθε τρόπο το ποίμνιό του και το στήριζε, άρχισε να κυριαρχεί το Τουρκικό στοιχείο και ήταν και εκεί έτοιμος να δώσει τη ζωή του.

Φεύγει λοιπόν και από κει και αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Άγιον όρος τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και από κει να πολεμεί υπέρ της Ορθόδοξης Εκκλησίας με επιστολές και συγγράμματα.

Όμως, επάνω στο πλοίο έκανε έναν σταθμό στην Λήμνο, ο Άγιος αναγνωρίστηκε, τον συνέλαβαν, και κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής τον φυλάκισαν εκεί για δύο χρόνια.

Κατά την διάρκεια της φυλακής του υπέφερε πολύ, αλλά όπως έγραψε ο ίδιος τον ιερομόναχο Θεοφάνη, χαιρόταν που ζούσε κάποιος κόπος για τον αληθινό Θεό και για την ορθή πίστη.

Απ’ τη Λήμνο μάλιστα εξαπέλυσε τον περίφημο λόγω του τη μια εγκύκλιο επιστολή προς τους απανταχού της γης και τον γνήσιον ευρισκόμενος Ορθόδοξος Χριστιανός.

Μ’ αυτό ελέγχει αυστηρώς της Ορθόδοξους εκείνος που αποδέχτηκαν την ένωση με τον Πάπα, αποδεικνύει ότι οι Λατίνοι είναι καινοτόμοι και αιρετική και μάλιστα προαισθανόμενος στο θάνατό του, Κάλεσε, ενώ ήταν 52 ετών, το 1444, κάλεσε τον μαθητή του, τον αγαπημένο, τον Γεννάδιο Σχολάριο, το μετέπειτα, όπως είπαμε, Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, τον όρισε να είναι ηγέτης, αρχηγός των Ανθενωτικών, της κινήσους που δεν θα ήθελαν να πουληθεί, να προδοθεί ορθόδοξη πίστη και να αλλοιωθεί απ’ τους παπικούς και έτσι άφησε την πνοήν του 23 Ιουνίου του 1444, συ ηλικία 52 ετών.

Αμέσως ο Άγιος γράφτηκε μέσα στα κατάστιχα των Αγίων.

19 Ιανουαρίου ορίστηκε να είναι η μνήμη του ημέρα της ανακομιδής του τιμίου λείψανού του και του ενταφιασμού του στη Μονή Λαζάρου στο Γαλατά.

Ο Άγιος Μάρκος, αγαπητοί, έδωσε σε όλους μας την Ορθόδοξη γραμμή.

Δεν ακολουθούμε είτε Πατριάρχης είτε Επίσκοποι, όποιος κι αν μας πει, λανθασμένα την Ορθοδοξία και προσβάλλει την πίστη μας.

Η Ορθοδοξία δεν ήταν σε θρόνους πατριαρχικούς.

Ούτε στη Σαλόνια το Αυτοκράτορα ήταν στη Λήμνο, μέσα στη φυλακή.

Αυτή είναι η Ορθοδοξία.

Αυτή είναι οι Άγιοι μας.

Είτε θέλουμε, είτε όχι, αυτούς πρέπει να ακολουθήσουμε.

Έτσι θα πρέπει να σταθεί και πάλι η Ορθόδοξη Εκκλησία τους χαλεπούς χρόνους που ζούμε.

Θα ακολουθήσουμε τους φωτισμένους, τους Ορθόδοξους.

Δεν θα προδώσουμε ποτέ την Ορθοδοξία, θα μείνουμε για πάντοτε μαζί της με κάθε τίμημα Ορθόδοξοι, Χριστιανοί και Έλληνες.

Γένοιτο.

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί έργο προσωπικής του έρευνας και εργασίας. Έχει γίνει προσπάθεια να σας παρέχει αντικειμενική πληροφόρηση, αλλά σε θέματα υγείας, διατροφής και όχι μόνο, πάντοτε πρέπει να ζητάμε τη συμβουλή ενός ειδικού.