
Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες οι εν Σεβαστεία μαρτυρήσαντες
Βίος και μαρτύριο
Αυτοί οι σαράντα στρατιώτες, ειχαν διακριθεί για την ανδρεία, την εμφάνιση, την πειθαρχία και την υπακοή τους και υπηρετούσαν στο στρατιωτικό τάγμα της Σεβάστειας της Αρμενίας κατά τους που Αυτοκράτορες ήταν ο Λικίνιος και ο Μέγας Κωνσταντίνος.
Στον ειδωλολάτρη Λικίνιο οφείλονται πλήθος διαταγμάτων που οδήγησαν σε βασανισμό και θανάτωση μεγάλου πλήθους χριστιανών. Την εποχή εκείνη, γύρω στα χρόνια του 320 μ.Χ., ενώ στην αυτοκρατορία συμβασίλευαν ο Λικίνιος και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο πρώτος, αθετώντας το πνεύμα της θρησκευτικής ελευθερίας, θέλησε να αναζωπυρώσει την αρχαία πλάνη και να πλήξει την Εκκλησία του Χριστού. Έδωσε λοιπόν διατάγματα σκληρά, ώστε να εξαναγκάζονται οι πιστοί σε θυσίες προς τα είδωλα, και όπου υπήρχε αντίσταση, να ακολουθούν φυλακές, βασανιστήρια και θάνατος.
Στην περιοχή της Καππαδοκίας και της Μικρής Αρμενίας, τον καιρό εκείνο, ήταν έπαρχος ο σκληρόκαρδος Αγρικόλαος. Για να βοηθηθεί ο έπαρχος στο αποτρόπαιο έργο που όριζαν τα διατάγματα του Λικινίου, κάλεσε στη Σεβάστεια, που ήταν το διοικητικό κέντρο, την 12η αυτοκρατορική λεγεώνα, η οποία ήταν υπό τη διοίκηση του δούκα Λυσία.
Στη λεγεώνα αυτή υπηρετούσαν και σαράντα γενναίοι νέοι, που είχαν διακριθεί για τις υπηρεσίες τους και έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και αποδοχής σε όλο το στράτευμα. Ήταν άνδρες ωραίοι στην όψη, άριστοι στην πειθαρχία, πρόθυμοι στην υπακοή, λαμπροί στην ανδρεία. Οι νέοι όμως αυτοί ήταν χριστιανοί. Και ενώ κατάγονταν από διαφορετικά μέρη, ήταν ενωμένοι από κάτι δυνατότερο από κάθε συγγένεια αίματος: από την αγάπη τους προς τον Χριστό.
Σκοπός της παρουσίας της λεγεώνας στην επαρχία ήταν, όπως ήδη αναφέραμε, ο διωγμός και η θανάτωση των χριστιανών. Ο Αγρικόλαος, λόγω των σχετικών εντολών αλλά και λόγω των προσωπικών του πεποιθήσεων, δεν υπήρχε περίπτωση να ανεχθεί την ύπαρξη χριστιανών, πόσω μάλλον μέσα στις τάξεις των στρατιωτών που θα έφερναν εις πέρας τις βδελυρές εντολές του.
Η ομολογία της πίστεως
Όταν λοιπόν ζητήθηκε από τους στρατιώτες να θυσιάσουν στους ειδωλολατρικούς θεούς, οι σαράντα αρνήθηκαν πεισματικά να προδώσουν την πίστη τους στον Χριστό. Ενωμένοι από την αγάπη τους προς Αυτόν, στάθηκαν απέναντι στον έπαρχο και διακήρυξαν με παρρησία την πίστη τους. Παρουσιάστηκαν, σαν να μιλούσε η ίδια ψυχή μέσα από σαράντα στόματα, και ομολόγησαν θαρραλέα ότι είναι χριστιανοί.
Στην αρχή ο Αγρικόλαος προσπάθησε να στρέψει τους σαράντα λεγεωνάριους στην ειδωλολατρία με ευγενικά λόγια και κολακείες. Τους υποσχέθηκε τιμές, αξιώματα, στρατιωτικές προαγωγές, πλούτη, δόξες και απολαύσεις. Ήλπιζε πως θα νικούσε την ψυχή τους με εκείνα που συνήθως σαγηνεύουν τον κόσμο. Εκείνοι όμως είχαν ήδη λογαριάσει όλα αυτά ως μικρά και πρόσκαιρα μπροστά στην αγάπη του Χριστού.
Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο άγιος Κάνδιδος, αποκρίθηκε με μεγάλη σύνεση και ανδρεία, δείχνοντας ότι η πίστη τους δεν εμπόδιζε την υπακοή τους στον αυτοκράτορα, αλλά αντιθέτως η χριστιανική διδασκαλία τους μάθαινε να πράττουν όσα ωφελούν αληθινά την πολιτεία. Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο Κάνδιδος, δήλωσε ότι η πίστη τους δεν εμπόδιζε την υπακοή τους στον αυτοκράτορα, ενώ η Χριστιανική διδασκαλία οδηγούσε σε έργα που ωφελούσαν το κράτος.
Άρχοντα, αν έχουμε αγωνισθεί γενναία για τον επίγειο αυτοκράτορα, με πόσο μεγαλύτερο ζήλο πρέπει να δοθούμε τώρα στον αγώνα για την αγάπη του Παμβασιλέως; Για μας μία επιλογή υπάρχει: ο υπέρ Χριστού θάνατος!
Η φυλάκιση και η πνευματική ενίσχυση
Βλέποντας όμως πως η πρακτική αυτή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, με τη σύμφωνη γνώμη του στρατηγού Λυσία, προχώρησε στην εφαρμογή σκληρών μεθόδων. Φυλάκιση ως αρχή και κατόπιν βασανιστήρια.
Στη φυλακή οι σαράντα δεν έπεσαν σε λύπη ούτε σε ταραχή, αλλά προσεύχονταν με θέρμη στον Χριστό να τους διαφυλάξει και να τους ενδυναμώσει. Και εκεί, μέσα στο σκοτάδι της φυλακής, δέχθηκαν ουράνια παρηγοριά. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε και ενίσχυσε τους αγωνιστές Του, λέγοντάς τους ότι άρχισαν καλά, αλλά ο στέφανος θα δοθεί σε όποιον υπομείνει μέχρι τέλους. Έτσι η φυλακή έγινε τόπος φωτισμού και όχι απελπισίας, προσμονής και όχι φόβου.
Την επόμενη μέρα ο Αγρικόλαος συνέχισε τις κολακείες, αλλά ο άγιος Κάνδιδος τον έλεγξε για την υποκρισία του, προκαλώντας την οργή του. Επειδή ο στρατηγός Λυσίας δεν τους είχε ακόμη κρίνει, ο Αγρικόλαος διέταξε να τους ρίξουν ξανά στη φυλακή. Ύστερα από επτά ημέρες έφθασε ο Λυσίας στη Σεβάστεια και τους οδήγησαν ενώπιόν του. Καθ’ οδόν, ο άγιος Κυρίων ενθάρρυνε τους συντρόφους του λέγοντας ότι οι εχθροί τους είναι ο διάβολος, ο Λυσίας και ο έπαρχος, αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε εναντίον σαράντα στρατιωτών του Χριστού.
Το πρώτο βασανιστήριο
Πρώτη σκέψη ήταν το σπάσιμο των δοντιών των τεσσαράκοντα με πέτρες. Όταν όμως επιχείρησαν να εφαρμόσουν το φρικτό αυτό βασανιστήριο, η δύναμη του Θεού ματαίωσε το σχέδιό τους. Εκείνοι που πήγαν να εκτελέσουν τη διαταγή βρέθηκαν σε σύγχυση, σαν να τους σκέπασε αόρατο σκοτάδι. Και όταν ο ίδιος ο Λυσίας άρπαξε πέτρα και την εκσφενδόνισε εναντίον των αγίων, η πέτρα, κατά παραχώρηση Θεού, χτύπησε τον Αγρικόλαο και τον τραυμάτισε σοβαρά.
Το σημείο αυτό δεν μαλάκωσε την καρδιά των διωκτών. Αντί να φοβηθούν, αγρίεψαν περισσότερο. Έτσι, αφού απέτυχαν οι κολακείες και δεν τελεσφόρησαν τα πρώτα βασανιστήρια, αποφάσισαν να παραδώσουν τους αγίους σε μαρτύριο ακόμη σκληρότερο.
Η διαθήκη και η παγωμένη λίμνη
Τη νύχτα πριν από το μαρτύριό τους, οι άγιοι υπαγόρευσαν τη διαθήκη τους στον νεαρό δούλο Ευνοϊκό. Η πράξη αυτή φανερώνει ότι οι καρδιές τους ήταν ήδη γαλήνιες και έτοιμες. Δεν έβλεπαν μπροστά τους το τέλος, αλλά την αναχώρηση προς την αιώνια ζωή. Ο Ευνοϊκός κατόπιν διέφυγε τον διωγμό και φρόντισε αργότερα για τον τόπο όπου θα αποθέτονταν τα τίμια λείψανά τους.
Σειρά είχε το μαρτύριο του ψύχους. Οι σαράντα χριστιανοί στρατιώτες οδηγήθηκαν σε μία παγωμένη λίμνη. Εκεί τους αφαίρεσαν όλα τους τα ενδύματα και τους άφησαν απροστάτευτους στα στοιχεία της φύσης. Μάλιστα, για να κάνουν πιο έντονη την ψυχολογική πίεση, τοποθέτησαν σε μικρή απόσταση από αυτούς ένα θερμό λουτρό. Μια μικρή ζεστή «όαση», που θα μπορούσε να απολαύσει όποιος από αυτούς αλλαξοπιστούσε, απαλλάσσοντας έτσι το σαρκίο του από τους φρικτούς πόνους που προκαλεί το δριμύ κρύο στο ανθρώπινο σώμα. Μια μικρή «όαση» που θα τους στερούσε τον Παράδεισο και θα τους οδηγούσε στην Κόλαση.
Οι άγιοι όμως, μόλις άκουσαν την απόφαση, δεν έτρεμαν σαν άνθρωποι χωρίς ελπίδα. Αντίθετα, συναγωνίζονταν ποιος θα βγάλει πρώτος τα ρούχα του, σαν να αποτίναζαν μαζί με τα ενδύματα και τον παλαιό άνθρωπο. Ενίσχυαν ο ένας τον άλλον με λόγια πίστεως, με προσευχή, με αγάπη αδελφική, με φρόνημα ουράνιο. Έλεγαν: «Ας υπομείνουμε λίγο και θα ζεσταθούμε μέσα στους κόλπους του Αβραάμ. Με τους κόπους μιας νύχτας θα εξαγοράσουμε την αιώνια χαρά».
Και εκεί ακούστηκε ο περίφημος εκείνος λόγος, που η Εκκλησία διέσωσε ως άρωμα του μαρτυρίου τους: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος· αλγεινή η πήξις, αλλ᾿ ηδεία η ανάπαυσις». Σκληρός ο χειμώνας, αλλά γλυκός ο Παράδεισος· οδυνηρό το πάγωμα, αλλά γλυκιά η ανάπαυση. Μέσα σε λίγες λέξεις χωρά όλη η θεολογία της μαρτυρίας: πρόσκαιρος ο πόνος, αιώνια η χαρά· μικρή η νύχτα της δοκιμασίας, ατελεύτητη η ημέρα της βασιλείας.
Από μόνοι μας θα εξαλείψουμε την κατηγορία που έχει καταγραφεί σε βάρος μας. Δριμύς ο χειμώνας, αλλά ηδεία η ανάπαυση. Ας υπομείνουμε λίγο και θα ζεσταθούμε μέσα στους κόλπους του Αβραάμ. Με τους κόπους μιας νύχτας θα εξαγοράσουμε την αιώνια χαρά. Ας περιμένουμε λίγο και ο κόλπος του Αβραάμ θα μας περιθάλψει. Θα ανταλλάξουμε μια νύχτα με όλη την αιωνιότητα. Ας καούν τα πόδια μας, για να χορεύουν διηνεκώς με τους αγγέλους. Ας αποκοπούν και τα χέρια μας, για να έχουν παρρησία να υψώνονται προς τον Δεσπότη. Αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε, ας πεθάνουμε για να ζήσουμε αιώνια. Ας πραγματοποιηθεί η θυσία μας ενώπιόν Σου, Κύριε· και είθε να γίνουμε δεκτοί από Σένα, σαν μια θυσία ζώσα και ευάρεστη σε Σένα, καθώς θα γίνουμε ολοκαυτώματα του ψύχους και όχι του πυρός.
Και πάλι έλεγαν: «Αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε, ας πεθάνουμε για να ζήσουμε αιώνια». Δεν ζητούσαν απλώς να υπομείνουν· ζητούσαν να γίνουν δεκτοί από τον Θεό ως «θυσία ζώσα», ως ολοκαύτωμα όχι πυρός, αλλά ψύχους. Έτσι η λίμνη έγινε για αυτούς θυσιαστήριο και το κρύο έγινε δρόμος προς τον ουρανό.
Ο λιποψυχήσας και ο Αγλάιος
Καθώς η νύχτα προχωρούσε και το κρύο γινόταν ολοένα και πιο αβάσταχτο, ένας από τους σαράντα οπλίτες δεν άντεξε το βασανιστήριο και, εγκαταλείποντας πίστη και συντρόφους, έτρεξε στο θερμό λουτρό.

Εκεί τον βρήκε ακαριαίος θάνατος εξαιτίας της απότομης αλλαγής θερμοκρασίας. Έχασε έτσι τον στέφανο του μαρτυρίου. Το στεφάνι όμως που εκείνος αρνήθηκε να κρατήσει, δεν έμεινε κενό.
Ένας από τους δεσμοφύλακες, που ονομαζόταν Αγλάιος, είδε τότε ένα θαυματουργό φως να στέκεται πάνω από τους τριάντα εννέα πλέον μάρτυρες και αγγέλους να τους στεφανώνουν. Βλέποντας ότι ένας στέφανος έμενε άδοτος, κατάλαβε πως ο Ουρανός καλούσε άλλον να λάβει τη θέση του πεσόντος. Και αμέσως, πιστεύοντας στον Χριστό, έβγαλε τα ρούχα του και στάθηκε μαζί τους μέσα στη λίμνη, λαμβάνοντας έτσι τον τεσσαρακοστό στέφανο!
Η σκηνή αυτή είναι από τις πιο συγκλονιστικές του μαρτυρίου. Εκεί όπου φάνηκε για λίγο η ανθρώπινη αδυναμία, έλαμψε αμέσως η δύναμη της θείας κλήσεως. Και όπως ακριβώς η Εκκλησία είδε στον Ματθία την αναπλήρωση της θέσεως του Ιούδα, έτσι και εδώ είδε στον Αγλάιο εκείνον που συμπλήρωσε τον ιερό αριθμό των αθλητών του Χριστού, καθώς μας εξηγεί και ο Μέγας Βασίλειος.
Το τελικό μαρτύριο
Την επόμενη ημέρα ήρθε η εντολή της θανάτωσης των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων των εν Σεβαστεία μαρτυρησάντων, από τον έπαρχο Αγρικόλαο. Οι μάρτυρες βγήκαν από τη λίμνη μισοπεθαμένοι, αλλά η ψυχή τους έμενε άγρυπνη, φωτισμένη και νικήτρια. Τότε οι δήμιοι τους έσπασαν τα πόδια, για να επιταχύνουν το τέλος τους.
Καθώς οδηγούνταν στο έσχατο μαρτύριο, οι ένδοξοι Μάρτυρες δεν θρηνούσαν, ούτε κραύγαζαν από απόγνωση, αλλά έψαλλαν. Μέσα από τη φωτιά των θλίψεων και το ταραγμένο νερό των δοκιμασιών, ομολογούσαν ότι ο Κύριος τούς οδηγεί σε τόπο αναψυχής. Έτσι, ακόμη και την ώρα του θανάτου τους, έδειξαν πως ο πιστός δεν νικιέται από το μαρτύριο, αλλά το μεταβάλλει σε δοξολογία.
Ο μαρτυρικός τους θάνατος επήλθε μετά από θραύση των ποδιών τους και καύση των σωμάτων τους σε μεγάλη πυρά. Κατόπιν, για να μη μείνει τίποτε που να μπορούν να τιμήσουν οι χριστιανοί, τα οστά τους ρίχθηκαν σε ποτάμι. Η μανία των διωκτών θέλησε να εξαφανίσει ακόμη και το τελευταίο ίχνος τους από τη γη.
Ανάμεσα στους σαράντα, ο νεότερος ήταν ο Μελίτων. Αν και βρισκόταν ακόμη ζωντανός, η μητέρα του, με πίστη πιο δυνατή και από τη φυσική στοργή, δεν τον άφησε να γυρίσει πίσω στη ζωή αυτού του κόσμου. Τον έβαλε στο κάρο μαζί με τους νεκρούς συντρόφους του, για να μη στερηθεί και αυτός τον στέφανο του μαρτυρίου. Η πράξη της αυτή φανερώνει ότι η αληθινή αγάπη δεν ζητεί απλώς την παράταση της παρούσας ζωής, αλλά τη μετοχή στην αιώνια.
Τα τίμια λείψανα
Τρεις ημέρες όμως μετά τον μαρτυρικό τους θάνατο, οι Άγιοι Τεσσαράκοντα εμφανίστηκαν στον επίσκοπο Σεβαστείας Πέτρο και του υπέδειξαν το σημείο ρίψης των οστών τους. Έτσι αποκαλύφθηκε εκείνο που οι διώκτες νόμιζαν ότι είχαν κρύψει για πάντα. Οι χριστιανοί, με κίνδυνο της ζωής τους, περισυνέλεξαν τα Τίμια Λείψανά τους από το ποτάμι και τα ενταφίασαν με τιμή και ευλάβεια.
Αργότερα τα τίμια λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα μοιράστηκαν σε πολλούς τόπους και η τιμή τους διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Ιδιαίτερα μεγάλη υπήρξε η συμβολή της οικογένειας του Μεγάλου Βασιλείου στη διάδοση της μνήμης τους. Η Αγία Εμέλεια, μητέρα του Αγίου Βασιλείου, οικοδόμησε την πρώτη εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες τους εν Σεβαστεία μαρτυρήσαντες, καθώς και τη μονή που συνδέθηκε με την αγία Μακρίνα.
Δεν είναι καθόλου μικρό το γεγονός ότι η μνήμη τους συνδέθηκε τόσο στενά με το περιβάλλον του Μεγάλου Βασιλείου. Η Καππαδοκία, που ανέδειξε τόσους μεγάλους Πατέρες, κράτησε με ιδιαίτερη ευλάβεια και τη μνήμη αυτών των στρατιωτών του Χριστού. Έτσι ο βίος τους δεν έμεινε ένα τοπικό γεγονός, αλλά έγινε κτήμα ολόκληρης της Εκκλησίας.
40 Μάρτυρες: τα ονόματά τους
Οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια είναι (με αλφαβητική σειρά) οι εξής:
Άγιος Αγγίας, Άγιος Αέτιος, Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Ακάκιος, Άγιος Αλέξανδρος, Άγιος Βιβιανός, Άγιος Γάιος, Άγιος Γοργόνιος, έτερος Άγιος Γοργόνιος, Άγιος Δομετιανός, Άγιος Δόμνος, Άγιος Εκδίκιος, Άγιος Ευνοϊκός, Άγιος Ευτύχιος, Άγιος Ηλιανός, Άγιος Ηράκλειος, Άγιος Ησύχιος, Άγιος Θεόδουλος, Άγιος Θεόφιλος, Άγιος Ίλης, Άγιος Ιωάννης, Άγιος Κάνδιδος ή Κλαύδιος, Άγιος Κυρίων, Άγιος Κύρριλος, Άγιος Λυσίμαχος, Άγιος Μελέτιος, Άγιος Μελίτων, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Ξανθίας, Άγιος Ουάλης, Άγιος Ουαλέριος, Άγιος Πρίσκος, Άγιος Σακερδών, Άγιος Σεβηριανός, Άγιος Σισίννιος, Άγιος Σμάραγδος, Άγιος Φιλοκτήμων, Άγιος Φλάβιος, Άγιος Χουδίων (Λεόντιος) και ο δεσμοφύλακας-στρατιώτης Άγιος Αγλάιος.
Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες οι εν Σεβαστεία μαρτυρήσαντες. Γιορτή
Τη μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων των εν Σεβαστεία μαρτυρησάντων τιμούμε στις 9 Μαρτίου.
Η ιστορία τους αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα πίστης, υπομονής και θάρρους. Μέσα από το μαρτύριό τους, δίδαξαν ότι η αγάπη για τον Χριστό υπερνικά τον φόβο του θανάτου και οδηγεί στην αιώνια ζωή.
Άγιοι 40 Μάρτυρες. Ύμνοι
Άγιοι 40 Μάρτυρες. Απολυτίκια
Ήχος γ’. Θείας πίστεως (καταβασιά)
Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα, διά πυρός γάρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ’ αιτήσασθε, Τριάδα την υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Ήχος α’
Τας αλγηδόνας των Αγίων, άς υπέρ σου έπαθον, δυσωπήθητι, Κύριε· και πάσας ημών τας οδύνας ίασαι, φιλάνθρωπε δεόμεθα.
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης
Τους γενναίους οπλίτας του των όλων δεσπόζοντος, τους συγκροτηθέντας εν πίστει, ομοφώνος τιμήσωμεν· Χριστώ γάρ στρατευθέντες ευσεβώς, δι’ ύδατος διήλθον και πυρός, και προς θείαν εισέλθοντες αναψυχήν, προΐστανται των βοώντων· δόξα τώ ενισχύσαντι υμάς, δόξα τώ στεφανώσαντι, δόξα τώ θαυμαστώσαντι υμάς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

Άγιοι 40 Μάρτυρες. Κοντάκια
Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω
Συντεταγμένοι ευσεβεία και στερρότητι μαρτυρικώς τον δυσμενή εθριαμβεύσατε, Τεσσαράκοντα γενναίοι Χριστού οπλίται· Αλλ’ ως σύμμορφοι εν άθλοις και εν χάριτι, Εν αγάπη και ειρήνη συντηρήσατε τους κραυγάζοντας, χαίροις άγιον σύνταγμα.
Ήχος πλ. β’. Την υπέρ ημών
Πάσαν στρατιάν, του κόσμου καταλιπόντες, τώ εν ουρανοίς Δεσπότη προσεκολλήθητε, Αθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα, διά πυρός γάρ και ύδατος, διελθόντες μακάριοι, επαξίως εκομίσασθε, δόξαν εκ των ουρανών, και στεφάνων πληθύν.
Άγιοι 40 Μάρτυρες. Μεγαλυνάριο
Το τετραδεκάριθμον και λαμπρόν, σύνταγμα του Λόγου, ευφημήσωμεν εν ωδαίς· κρύει και πυρί γάρ, στερρώς δοκιμασθέντες, εστέφθησαν αξίως, οι Τεσσαράκοντα.
Άγιοι 40 Μάρτυρες. Οίκος
Τώ εν θρόνω αστέκτω εποχουμένω, τώ εκτείναντι τον ουρανόν καθάπερ δέρριν, τώ την γην εδράσαντι, και συνάξαντι τα ύδατα εις τας συναγωγάς αυτών, τώ τα πάντα εκ μη όντων ποιήσαντι υπάρχειν, και πάσι χορηγούντι πνοήν και ζωήν, τώ προσδεχομένω των Αρχαγγέλων τον ύμνον, και υπ’ αγγέλων δοξαζομένω, και υπό πάντων προσκυνουμένω, Χριστώ τώ παντοκράτορι, τώ Πλάστη και Θεώ ημών, προσπίπτω ο ανάξιος προσάγων μου την δέησιν, λόγου χάριν αιτών, ίνα ισχύσω ευσεβώς υμνήσαι καγώ τους Αγίους, ούς αυτός έδειξας νικητάς, δωρησάμενος αυτοίς δόξαν εκ των ουρανών, και στεφάνων πληθύν.
Κάθισμα
Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν.
Τώ Χριστώ στρατευθέντες μαρτυρικώς, τον εχθρόν καθελόντες αθλητικώς, έργοις εκπληρώσαντες, του Προφήτου τα ῥήματα· διά πυρός γάρ και ύδατος, γενναίως διήλθετε, αναψυχήν ευράμενοι, ζωήν την αιώνιον· όθεν και στεφάνους ουρανόθεν λαβόντες, χοροίς συνευφραίνεσθε, Ασωμάτων δυνάμεων, Αθλοφόροι πανεύφημοι, πρεσβεύσατε Χριστώ τώ Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην υμών.
Άγιοι 40 Μάρτυρες. Στίχοι
Πληρούμεν υστέρημα σού, Σώτερ, πάθους,
Τεσσαράκοντα, συντριβέντες τα σκέλη.
Αμφ’ ενάτη εάγη σκέλη ανδρών τεσσαράκοντα.