Tag: Κώστας Καρυωτάκης

Ο Μιχαλιός

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη. Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία με το Μαρή και με τον Παναγιώτη. Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ ώμου». Όλο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα, άσε με να γυρίσω στο χωριό μου». Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο, αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε. Εκάρφωνε πέρα, σ ένα σημείο, το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο, σα να λέγε, σα να...

Χιόνι

Τι καλά που ναι στο σπίτι μας, τώρα που έξω πέφτει χιόνι! Το μπερντέ παραμερίζοντας τ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι να σκεπάζει όλα τα πράματα, δρόμους, σπίτια, δέντρα, φύλλα. Πόσο βλέπω μ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα! Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι εκείνο τρέχει. Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί, λέει, πως δεν έχει, πως κρυώνει, πως επάγωσε… -Έλα μέσα, κοριτσάκι,...

Δημόσιοι υπάλληλοι

Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν σαν στήλες δύο δύο μές στα γραφεία. (Ηλεκτρολόγοι θα ναι η Πολιτεία κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν). Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία. “Συν τη παρούση αλληλογραφία έχομεν την τιμήν” διαβεβαιώνουν. Και μονάχα η τιμή τους απομένει, όταν ανηφορίζουμε τους δρόμους, το βράδυ στο οχτώ, σαν κορντισμένοι. Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται...

Υποθήκαι

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους. Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, όταν ακούσεις ανθρώπους. Όταν ακούσεις ποδοβολητά λύκων, ο Θεός μαζί σου! Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά και κράτησε την πνοή σου. Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό, στον πλατύ κόσμο μια θέση. Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό, του δίνουν όψη ν αρέσει. Του δίνουν λόγια...

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί, μαραίνονται οι Βερλέν τους απομένει πλούτος η ρίμα πλούσια κι αργυρή. Οι Ουγκό με “Τιμωρίες” την τρομερή των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε. Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι. Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί, η αθανασία τους είναι χαρισμένη. Κανένας...

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου, κι αν έχασα για πάντα τη χαρά, κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου, πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙ Κι αν έχει,πριν ανοίξει,το λουλούδι στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί, το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙ Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου βαθιά...

Μοναξιά

Μεσάνυχτα και λείπετε, αδερφούλες μου. Σαλεύει θλιβερό το κυπαρίσσι. Τις κάμαρες θ ανοίξω που στοιχειώσανε, τ αγέρι κι η νυχτιά ναν τις γιομίσει. Ανε με πάρει ο ύπνος, μέσα στ όνειρο θα ρθει κάποια από σας να ξυπνήσει. Πού πήγατε, αδερφούλες μου, κι απόμεινα μονάχη μες στο σπίτι μας και ξένη; Στην άρπα, που ενοστάλγησε τα δάχτυλα, η αράχνη τον...

Ιδανικοί αυτόχειρες

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους, διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν για τελευταία φορά τα βήματά τους. Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία. Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων, τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία των ουρανών, η ερημιά των τόπων. Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση, τους μαρμαράδες...

Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους. Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε. Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ναι ζήτημα ύψους. Σύμβολα ζωής υπερτέρας, ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα, λευκές άκανθες ολόγυρα σ ένα Αμάλθειο κέρας. (Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος, πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!) Όνειρο ανάγλυφο, θα ρθω κοντά σου κατακορύφως. Οι ορίζοντες θα μ έχουν πνίξει. Σ όλα τα κλίματα, σ...

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. O άνεμος, όταν περνάει, στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες. Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες. Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη, στην κορυφή τους τ άπειρο αντηχάει, μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες. Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις, χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε. Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις. Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε. Mας διώχνουνε...

Στο Άγαλμα της Eλευθερίας που φωτίζει τον κόσμο

Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει τους ουρανούς το στέμμα σου. Tο φως σου, χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου. Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι, λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου. Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι Εβραίοι. Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη, πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν...