Ματιά

Πόσοι είστε πρόθυμοι να ακούσετε;

Μήπως ήρθε η ώρα να σπάσουμε την ασφάλεια του παρελθόντος που κρύβονται τα τέρατα και να τα δείξουμε ένα ένα με το δάχτυλο μας;

Πόσοι είστε πρόθυμοι να ακούσετε;

Γράφει: tm

Και κάπως έτσι ήθελα πολύ να σας μιλήσω για εκείνον. Τον γνώρισα στα Εξάρχεια. Παράξενο παιδί! Από τα τόσα αγρίμια που συνάντησα στη ζωή μου εκείνος ήταν σίγουρα το πιο άγριο πλάσμα που κατάφερα να πλησιάσω.

Εκείνος δεν γνώρισε μητέρα. Τους χώρισαν από το μαιευτήριο και τον έστειλαν για απεξάρτηση αφού ήταν χρήστης ηρωίνης πριν ακόμα γεννηθεί και την μητέρα του την έστειλαν πίσω στους δρόμους να γεννά κάθε χρόνο από ένα παιδί. Το 7ο παιδί της γεννήθηκε νεκρό και ο γιατρός είπε πως αυτή η γυναίκα έπρεπε να στειρωθεί. Η ίδια δεν είχε αντίρρηση γιατί μέσα στο χάος που επικρατούσε στη λογική της υπήρχαν αναλαμπές που της φώναζαν πως κάνει λάθος. Κάθε φορά που γεννούσε έκανε ένα τραγικό λάθος.

Ένα από τα λάθη της, εκείνος, αθόρυβα μεγάλωνε στα ιδρύματα μαζί με άλλα αγνώστου πατρός παιδιά και διατηρεί μνήμες πριν τα 3 του χρόνια, τότε που η επιστήμη λέει πως ο άνθρωπος δεν έχει μνήμες. Εκείνος όμως θυμάται.

– Θυμάται ανθρώπους υπεράνω υποψίας να του κάνουν προτάσεις που δεν ήξερε αν είναι ανήθικες αφού κανένας δεν του έδειξε με την στάση του τι θα πει ηθική.

– Θυμάται πως φοβόταν το σκοτάδι και τις κλειστές πόρτες. Σήμερα είναι ένα παιδί στο σώμα ενός άντρα που ενώ εξακολουθεί να φοβάται τις κλειστές πόρτες είναι αναγκασμένος να ζει έγκλειστος τιμωρημένος από την κοινωνία για εγκλήματα που ευθύνεται η ίδια η κοινωνία.

– Θυμάται έναν παιδαγωγό του, τα χρόνια που έψαχνε μια αγκαλιά για να νιώσει ασφάλεια και ο παιδαγωγός ήθελε να του δώσει αυτή την αγκαλιά αρκεί να έμεναν γυμνοί. Είναι πολύ εύκολο να πείσεις ένα παιδί πως το αγαπάς ειδικά όταν αυτό το παιδί δεν ξέρει πως είναι το πρόσωπο της αγάπης.

Κι έτσι βρέθηκε γυμνός στην αγκαλιά του και όταν τον ρώτησα πως ένιωθε μου απάντησε χωρίς καν να σκεφτεί πως του άρεσαν τα φιλιά και τα χάδια αλλά όχι αυτό που ακολουθούσε μετά. Αυτό έπρεπε να το υποστεί για λίγο αλλά τον ανακούφιζε το γεγονός πως συνήθως δεν κρατούσε πολύ.

Είχε πειστεί πως ο παιδαγωγός τον αγαπούσε και μια φορά που αναρωτήθηκε πόσοι άραγε να έβλεπαν την κλειστή πόρτα, ξεκίνησε και πάθαινε κρίσεις πανικού και κάποιες φορές αφηρημένη που έκλεινα την πόρτα, του κοβόταν η ανάσα. Έτσι έμαθα να μην κλείνω ποτέ τις πόρτες.

Μαζί με τις πόρτες κράτησα ανοιχτά και τα αυτιά μου και έμαθα να ακούω χωρίς να διακόπτω. Χωρίς να έχω άποψη. Χωρίς η αηδία που ένιωθα για τα τέρατα που πετάγονταν από τις αφηγήσεις του να με αναγκάσει να του πω σταμάτα, δεν μπορώ να ακούσω άλλο.

Δεν ήμουν εγώ και ο εαυτός μου σε αυτές τις αφηγήσεις. Ήταν εκείνος με τα τέρατα του και όσο και αν νόμιζε πως ζούσαν ασφαλή στο παρελθόν εγώ ήθελα με κάθε τρόπο να καταστρέψω την ασφάλεια τους και αν άνοιγα το στόμα μου ήταν μόνο για να τον παρακαλέσω να μιλήσει στον εισαγγελέα… αλλά βλέπεις εκείνος είχε δει έναν εισαγγελέα να τον κρίνει ένοχο ενώ ήταν ακόμη ανήλικος, χωρίς ούτε καν να σηκώσει το βλέμμα από τα χαρτιά που είχε μπροστά του και πλέον δεν πίστευε πως οι εισαγγελείς είναι πρόθυμοι να δούνε κάτι πέρα από μια δικογραφία.

Κάποια στιγμή τον έκρυβα μέσα στο σπίτι μου και μη με ρωτήσετε ποτέ γιατί και από ποιους τον έκρυβα και θυμάμαι με ρώτησε αν είναι πολύ ενοχλητικό να με αποκαλεί μαμά. Όσο απλά με ρώτησε άλλο τόσο απλά του απάντησα πως δεν είναι καθόλου ενοχλητικό.

Τα βράδια τον έκλεινα στην αγκαλιά μου για να κοιμηθούμε και εκείνος έκανε να με χαϊδέψει γιατί ήταν μπερδεμένος. Είχε συνδέσει την αγκαλιά με το σεξ και χρειάστηκαν πολλές αγκαλιές για να του αποδείξω πως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Χρειάστηκαν αμέτρητες αγκαλιές για να καταλάβει πως οι αγκαλιές οι δικές μου τελείωναν με έναν ήρεμο ύπνο, χωρίς εφιάλτες. Αν ήθελα κάτι να βγει μέσα από τις αγκαλιές μας ήταν να διώξουν τους εφιάλτες του.

Τη μέρα που μέσα από την ΓΑΔΑ περίμενε την μεταγωγή που θα τον πήγαινε στις φυλακές έκλαψε με λυγμούς και εγώ από την άλλη άκρη της γραμμής άκουγα μόνο μια λέξη. Μαμά. Μαμά πέρασα τον εισαγγελέα και θα με κρατήσουν. Μαμά φοβάμαι. Μαμά ήταν τόσο κακό αυτό που έκανα; Μ’ αγαπάς ακόμα;

ΚΑΙ σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα, του ζήτησα να γράψει ένα κείμενο μέσα από την φυλακή με όλα τα τέρατα που έχουν ονοματεπώνυμο. Αυτά τα υπεράνω υποψίας καθάρματα που άπλωσαν τα χέρια τους πάνω του και με ρώτησε “πόσοι θα με ρωτήσουν γιατί δεν το έκανα νωρίτερα;”

Και εγώ λοιπόν με τη σειρά μου σας ρωτάω ευθέως: πόσοι είστε πρόθυμοι να ακούσετε χωρίς να εκφέρετε τη γαμημένη σας άποψη;

Μήπως ήρθε η ώρα να σπάσουμε την ασφάλεια του παρελθόντος που κρύβονται τα τέρατα και να τα δείξουμε ένα ένα με το δάχτυλο μας;

tm

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί προϊόν προσωπικής του εργασίας.

Σχετικά άρθρα