Άρης, του Γιώργου Πολυχρονίδη

Last modified date

Άρης, του Γιώργου πολυχρονίδη

Άρης, του Γιώργου Πολυχρονίδη

Ένα κατάμαυρο μικρό πήγε στα πόδια του Κωσταντή, έσκυψε κι αυτός και το χάιδευε, το κουταβάκι του δάγκωνε τρυφερά το χέρι, το σήκωσε στην αγκαλιά του και το έσφιξε στο στήθος του.

Πρόλογος

Από τα βάθη του χρόνου, από τα αρχαία ακόμη χρόνια, οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τους σκύλους. Με αυτά τα τετράποδα διαβολάκια που όταν μπαίνουν στη ζωή μας γίνονται αναπόσπαστο μέρος της, μέλη της οικογένειάς μας, σύντροφοι και συνοδοιπόροι!

Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Άργο του πολυμήχανου Οδυσσέα, που η αγάπη για το αφεντικό του υμνήθηκε από τον μεγάλο Όμηρο; Αλλά και πιο κοντά στη εποχή μας, όλοι όσοι μάθαμε τα κατορθώματα του Τόγκο στην Αλάσκα, δεν δακρύσαμε με την γενναιότητα και την αυτοθυσία του θαυμαστού αυτού χάσκυ; Ή μήπως υπάρχει κάποιος που δεν έχει συγκινηθεί με την ιστορία του Χάτσικο (Chuken Hachiko), του λευκού ακίτα, στην Οντάτε της Ιαπωνίας;

Αυτά είναι τρία, γνωστά τοις πάσι, παραδείγματα λατρεμένων σκυλιών, ανάμεσα στα εκατομμύρια άλλα! Κάθε άνθρωπος που είχε ή έχει σκύλο μπορεί να σας διηγηθεί απίστευτες, τρυφερές, αστείες και πολλές φορές συγκινητικές ιστορίες που έζησε με τον τετράποδο σύντροφό του.

Μια τέτοια ιστορία είναι και η ιστορία του Άρη!

Είστε έτοιμοι να γνωρίσετε ένα ακόμα απίστευτο σκύλο; Πάμε…

Ο Κωνσταντής και ο Άρης. Ένα αγόρι στη πέμπτη δημοτικού και ένα νεογέννητο κουτάβι. Δύο τρυφερές υπάρξεις που θα χτίσουν μια υπέροχη συντροφική σχέση. Ο Κωνσταντής με την ευγενική ψυχή και ο Άρης με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τις σπάνιες δεξιότητες στο κυνήγι, θα σας συνεπάρουν, θα σας συγκινήσουν και θα κατακτήσουν επάξια μια θέση στην καρδιά και στο μυαλό σας.

Η πένα του ταλαντούχου Γιώργου Πολυχρονίδη, σκιαγραφεί με περισσή μαεστρία μια ακόμα υπέροχη ιστορία που αν και απευθύνεται σε νεαρούς αναγνώστες, θα ψυχαγωγήσει και όλους εμάς που τα έχουμε τα χρονάκια μας. Οι τετράποδοι συνοδοιπόροι μας στην Ιστορία, τα σκυλιά μας, έχουν αγγίξει τις ζωές και τις ψυχές όλων εκείνων που έζησαν μαζί τους με μοναδικό τρόπο!

Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, ο Άρης, ένας κατάμαυρος σκυλάκος, θα σταθεί στο πλευρό του Κωνσταντή ως σύντροφος των παιδικών και εφηβικών του χρόνων. Επιπλέον δε, θα του εξασφαλίσει -με τις ικανότητές του- και την ευκαιρία να μορφωθεί ώστε να ζήσει μια καλύτερη ζωή από εκείνη των γονιών του.

Γνωρίζοντας το πόσο δροσερά και ζωντανά γράφει ο Γιώργος Πολυχρονίδης και με δεδομένο ότι η ιστορία είναι συγκινητική, δεν χρειάζεται θαρρώ να σας πω τίποτα άλλο… αδράξτε ένα πακέτο χαρτομάντιλα, καθίστε αναπαυτικά και ακολουθήστε τον Κωνσταντή και τον Άρη στις περιπέτειές τους!

Άρης

Πέτρινο ήταν το σχολείο που πήγαινε ο Κωσταντής, έξι μεγάλες αίθουσες με πολλά παράθυρα που έβλεπαν στην αυλή, ακόμα, μια αποθήκη στην αριστερή μεριά, μια αίθουσα λίγο πιο μικρή στην πίσω μεριά, και το γραφείο του διευθυντή και των δασκάλων στη δεξιά μεριά δίπλα στην αίθουσα της έκτης τάξης.

Ο Κωσταντής πήγαινε στην πέμπτη τάξη και σε μερικές μέρες θα την τέλειωνε κι αυτήν, ήτανε σίγουρος ότι το Σεπτέμβρη θα πήγαινε στην έκτη. Δεν ήταν άριστος μαθητής, αλλά δεν ήταν και κακός, όλες τις τάξεις μέχρι τώρα τις πέρναγε, κι επέστρεφε στο σπίτι κρατώντας το ενδεικτικό που το έδειχνε με καμάρι στον πατέρα του όταν τον ρωτούσε «αν έφτασαν και γι’ αυτόν», αυτήν τη χρονιά μάλιστα μπορεί να έπαιρνε και καλύτερο βαθμό, γιατί του άρεσαν τα μαθήματα της πέμπτης τάξης, μόνο στην ορθογραφία δεν ήταν καλός, ζαλιζόταν με τη γραμματική, αλλά τα κατάφερνε στην αριθμητική, του άρεσε και η ιστορία που κάνανε φέτος, ακόμα και τα θρησκευτικά, ήταν καλός και στα ποιήματα και τα σκετς που παίζανε στις εθνικές γιορτές, σίγουρα λοιπόν θα την πέρναγε την τάξη κι ας έκανε κάποια λάθη στην έκθεση και στη γραμματική.

Στενοχωριόταν όμως για το συμμαθητή του τον Αναστάση, που ήταν μεγαλύτερός του και τον είχε φτάσει στην τρίτη τάξη γιατί είχε μείνει στάσιμος κι από τότε πηγαίνανε μαζί, αλλά φέτος ήταν δύσκολα τα πράμματα, του το έλεγε κι ο δάσκαλος αρκετές φορές, ότι αν δε συμμορφωθεί και να στρωθεί να διαβάσει μια στάλα θα μείνει πάλι στάσιμος, αλλά ο Αναστάσης πέρα βρέχει, τίποτα δεν έκανε, ούτε την αντιγραφή που κάνανε κάθε μέρα, ούτε το κομμάτι της ορθογραφίας, τίποτα, ούτε βέβαια την προπαίδεια είχε μάθει, δεν του άρεσε κανένα μάθημα.

Μένανε στην ίδια γειτονιά με τον Αναστάση, μαζί πήγαιναν στο σχολείο, μαζί γυρνούσαν στα σπίτια τους, κι όταν δεν είχαν σχολείο, πάλι μαζί έπαιζαν.
Εκείνη τη μέρα ο δάσκαλός τους δεν είχε έρθει στο σχολείο και τους έκανε μάθημα ο διευθυντής. Τους μάζεψε όλους στην αίθουσα της έκτης τάξης και την προτελευταία ώρα τους μίλησε για τους δώδεκα θεούς.
Πολύ του άρεσαν αυτοί οι θεοί του Κωσταντή, απ’ την παράδοση κι όλας τους έμαθε σχεδόν όλους, δυο τρεις ξέχναγε μόνο. Μεγάλη εντύπωση του έκανε ο Άρης, ο θεός του πολέμου, έτσι όπως φάνταζε αγέρωχος στη φωτογραφία του βιβλίου, με την πολεμική του στολή και τα όπλα του. Του άρεσε ακόμα και η Άρτεμης με το κοντό της φόρεμα, τα μακριά της μαλλιά που ανέμιζαν, και το τόξο της με τη φαρέτρα γεμάτη βέλη.

Την τελευταία ώρα δεν έκαναν μάθημα και σχόλασαν νωρίτερα. Οι δυο φίλοι έφυγαν μαζί και κίνησαν για τα σπίτια τους, στην πλατεία όμως ο Αναστάσης έστριψε για άλλη γειτονιά.

-Που πας από κει; ρώτησε ο Κωσταντής.
-Θα πάω στη θεία μου, γέννησε η σκύλα τους και θα μου δώσει ένα σκυλάκι, είναι κυνηγόσκυλα.
-Να έρθω κι εγώ;
-Έλα.

Πήγανε τα δυο παιδιά στη θεία του Αναστάση, μπήκαν στην αυλή του σπιτιού, φώναξε ο Αναστάσης, θεία, θεία, αλλά αντί για τη θεία έτρεξαν προς το μέρος τους μια μαυροκίτρινη σκυλίτσα απ’ αυτές που τα’ αυτιά τους κρέμονται προς τα κάτω, κουνούσε την ουρά της κι έκανε χαρές, τον γνώριζε τον Αναστάση, είχε πάει πολλές φορές στο σπίτι της θείας του, πίσω απ’ τη σκυλίτσα τρέχανε κουτρουβαλώντας πεντέξι σκυλάκια κάνοντας κι αυτά χαρές, γαυγίζοντας και γρυλίζοντας. Ένα κουβάρι γίνανε στα πόδια του Αναστάση που έσκυψε και τα έπαιζε.

Ένα κατάμαυρο μικρό πήγε στα πόδια του Κωσταντή, έσκυψε κι αυτός και το χάιδευε, το κουταβάκι του δάγκωνε τρυφερά το χέρι, το σήκωσε στην αγκαλιά του και το έσφιξε στο στήθος του.

-Α..! Αναστάση εσύ είσαι είπε η θεία που βγήκε απ’ την πλαϊνή πόρτα της κουζίνας.
-Εγώ θεία, ήρθα να πάρω το σκυλί.
-Κι αυτός ποιος είναι, είπε η Θεία δείχνοντας τον Κωσταντή, αλλά τι ρωτάω, συνέχισε, αυτός είναι ολόιδιος η μάνα του, της Σουλτάνας δεν είσαι;
-Ναι, απάντησε ο Κωσταντής, κρατώντας ακόμα στην αγκαλιά του το μαύρο κουτάβι που είχε ηρεμήσει και κόντευε να το πάρει ο ύπνος.
-Διάλεξε όποιο θέλεις είπε η θεία στον ανεψιό της.
-Αγόρι θέλω θεία, ποιο είναι αγόρι;
-Αρσενικό είναι σίγουρα αυτό που κρατάει ο φίλος σου.
-Δώσ’ το μου, είπε ο Αναστάσης και το πήρε απ’ την αγκαλιά του Κωσταντή.

Σα να του ξερίζωναν ένα κομμάτι απ’ το σώμα του πόνεσε ο Κωσταντής, γιατί σκεφτόταν να ρωτήσει αν μπορεί κι αυτός να πάρει αυτό το μαύρο.

-Αν θέλεις κι εσύ παιδί μου του είπε η θεία του Αναστάση, διάλεξε ένα.
-Ευχαριστώ, είπε ο Κωσταντής, θα ρωτήσω αν με αφήνουν να πάρω, κι αύριο περνάω και το παίρνω.

Τα μάτια του όμως είχαν καρφωθεί σ’ αυτό το μαύρο που κρατούσε τώρα ο Αναστάσης, αν ήταν να πάρει αυτό δε θα ρωτούσε τους γονείς του, ήξερε άλλωστε ότι τον άφηναν να έχει σκυλί, τα άλλα ούτε γύρισε να τα κοιτάξει.

-Γιατί δεν πήρες ένα άλλο βρε Αναστάση, παραπονέθηκε στο φίλο του όταν πήραν το δρόμο για τη γειτονιά τους, σίγουρα θα είχε κι άλλο αρσενικό.
-Αφού μου διάλεξε αυτό η θεία μου, αυτό πήρα, κι έδειξε το μαύρο που κράταγε στην αγκαλιά του.

Γυρίσανε στα σπίτια τους. Ο Κωσταντής στενοχωρημένος, το μυαλό του ήταν κολλημένο στο κουτάβι, αυτό μπήκε στην καρδιά του, δεν ήθελε άλλο, αν ήταν να το πάρει, ήξερε ότι δε χρειαζόταν να ρωτήσει, τον άφηνε η μάνα του να έχει σκυλί, αλλά από τότε που πέθανε από γηρατειά το προηγούμενο, δεν είχαν πάρει άλλο, τώρα όμως, απ’ την ώρα που πήρε το μαύρο στην αγκαλιά του λαχτάρησε πάλι.

Η μάνα του Αναστάση δεν τα ήθελε τα σκυλιά, πώς τώρα τον άφησε να πάρει, απορούσε ο Κωσταντής. Έφαγε χωρίς όρεξη το φαί που του έφτιαξε η μάνα του, απάντησε «τίποτα», όταν τον ρώτησε αν έχει κάτι και βγήκε στην αυλή. Τι να κάνει άραγε ο μαυρούλης, σ’ αυτόν ήταν το μυαλό του, να πάει μέχρι το σπίτι του Αναστάση να δει τι γίνεται; Δε χρειάστηκε όμως, λίγο πριν σουρουπώσει φάνηκε ο Αναστάσης κουβαλώντας το σκυλάκι, φαινόταν κι αυτός στενοχωρημένος, και τα μάτια του κόκκινα, σα να είχε κλάψει πριν.

-Η μάνα μου, είπε, δεν το θέλει, μου είχε πει να πάρω ένα άμα θέλω αλλά τώρα που το πήγα σπίτι και το είδε, δεν της άρεσε, να το πάω πίσω μου είπε, αλλά εγώ το έφερα σε σένα. Σ’ αφήνει η μάνα σου;
– Μ’ αφήνει, πως δε μ’ αφήνει, είπε ενθουσιασμένος με την τροπή που πήραν τα πράμματα, αλλά συγκρατήθηκε γιατί δεν ήταν σωστό να δείξει τη χαρά του την ώρα που ο φίλος του ήταν στενοχωρημένος. Δύσκολο όμως, έλαμπε από χαρά. Και γιατί δεν το θέλει η μάνα σου, αφού σου είπε να το πάρεις, ρώτησε τελικά.
-Που να ξέρω, ίσως να μετάνιωσε που μου είπε να το πάρω.

Το ήξερε ο Κωσταντής, η μάνα του Αναστάση δεν τα αγαπούσε τα σκυλιά, ούτε τα άλλα ζώα, ούτε τα παιδιά καλά –καλά, στο δικό τους το σπίτι δεν τα άφηνε να παίξουν ποτέ, τα έδιωχνε, και μια μικρή σκυλίτσα που είχαν δεν την ήθελε. Πήγαν και την άφησαν μακριά σ’ ένα άλλο χωριό, αλλά αυτή μετά από μερικές μέρες ξαναγύρισε, αλλά πάλι την πήγαν πιο μακριά τώρα και δεν ξαναγύρισε, είχε ακουστεί όμως ότι τη βάλανε σ’ ένα τσουβάλι και την πετάξανε στο κανάλι και μάλλον το κακόμοιρο σκυλί, πνίγηκε. Όσο και να ήθελε ο Αναστάσης δεν έπρεπε να παίρνουν σκυλιά στο σπίτι τους αφού η μάνα του δεν τα αγαπούσε. Μόλις άφησε κάτω το σκυλάκι ο Αναστάσης αυτό έτρεξε στον Κωσταντή που το πήρε και το έσφιξε πάλι στην αγκαλιά του. Ευτυχώς, αν το κράταγαν στο σπίτι τους, μπορεί κι αυτό να είχε την ίδια τύχη.

-Του έδωσες να φάει τίποτα;
-Όχι, εδώ έγινε χαμός όταν το είδε η μάνα, φαΐ θα σκεφτόμουνα να του δώσω;

Χωρίς ν’ αφήσει το κουτάβι απ’ την αγκαλιά του έτρεξε μέσα στο σπίτι και ζήτησε λίγο γάλα από τη μάνα του.

-Πού το βρήκες αυτό; τον ρώτησε.
-Ο Αναστάσης μου το έφερε, να το κρατήσω ε;

«Έτσι σφιχτά που το κρατάς», γέλασε η μάνα του «ποιος να σου το πάρει», κι έβαλε λίγο γάλα σ’ ένα χτυπημένο τσίγκινο πιατάκι, «αυτό θα είναι το δικό του, ακούς; μη μου πάρεις άλλα πιάτα, κάτσε να το αραιώσω λίγο με νερό, είναι πολύ μικρούλης μην τον πειράξει, να μεγαλώσει λίγο μέχρι να το συνηθίσει, γιατί άλλο το γάλα της μάνας του, άλλο αυτό».

Ο μαύρος έπεσε με τα μούτρα στο γάλα κι έγινε χάλια, η μουσουδίτσα του και τα μουστάκια του έγιναν ασπρόμαυρα.

-Βάλτου και λίγο ψωμάκι ψίχα σε μικρά κομματάκια.

Νύχτωσε για τα καλά, ο Αναστάσης έφυγε κι ο Κωσταντής βάλθηκε να φτιάξει φωλιά για τον… Άρη, Άρη τον βάφτισε, σαν τον αρχαίο θεό που τους είπε σήμερα ο διευθυντής.
Ο Άρης χορτάτος κι ευχαριστημένος μετά το φαΐ και τα παιχνίδια κοιμόταν στα σκαλοπάτια του σπιτιού.

Ο Κωσταντής βρήκε στην αποθήκη ένα ξύλινο τελάρο, το έβαλε πλαγιαστά δίπλα στην πόρτα, έβαλε μέσα ένα παλιό ρούχο κι από πάνω μια σχισμένη κουρελού που κρεμόταν μπροστά, για να μπορεί να μπαινοβγαίνει ο Άρης αν ήθελε.

-Όχι εδώ του είπε η μάνα του όταν το είδε, βάλτον κοντά στο κοτέτσι να συνηθίσει εκεί, και όταν μεγαλώσει να φυλάει τις κότες.

Έκανε όπως του είπε η μάνα του, πήρε το τελάρο με το κοιμισμένο κουτάβι όπως το είχε φτιάξει και το πήγε δίπλα στο κοτέτσι.

Το πρωί ξύπνησε απ’ τα γαυγίσματα του Άρη, είχε βγει απ’ τη φωλιά του και κυνηγούσε τις κότες, αλλά αυτές δεν του δίνανε σημασία, όταν όμως πλησίασε την κόκκινη, αυτή του έριξε μια με το ράμφος της κι αυτός γύρισε στη φωλιά του κλαίγοντας, «τις κότες δεν τις πειράζουν», άκουσε τη μάνα του να λέει.

Όταν ο Κωσταντής κίνησε για να πάει στο σχολείο, έτρεξε για να πάει μαζί του.
-Βρε, αυτό δε γίνεται, πρέπει να μεγαλώσεις λίγο, κι ύστερα θα έρχεσαι, του είπε τρυφερά και τον κουβάλησε πίσω στη φωλιά του.
«Δέσ’ τον μ’ ένα σχοινάκι» του είπε η μάνα του, «μέχρι να συνηθίσει», κι έτσι έκανε το παιδί, γιατί αν έφευγε και χανόταν μετά τι θα έκανε, τα μικρά σκυλάκια άμα φύγουν απ’ το σπίτι τους μετά δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν.

Βδομάδα είχε περάσει από τότε που είχε τον Άρη, αλλά χτες ο Αναστάσης του είπε ότι τον θέλει πίσω, η μάνα του άλλαξε γνώμη και του επέτρεψε να τον ξαναπάρει.
Αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Πώς; Αυτό το σκυλί ήταν πια δικό του και δε θα το έδινε πίσω με κανένα τρόπο. Όχι.

«Κοίτα Αναστάση», του είπε όταν ήρθε να το πάρει, «εγώ το έχω μια βδομάδα και…! Τόσο καιρό το ταΐζω, το ποτίζω, έχω κάνει έξοδα, δε γίνεται, πώς θα το πάρεις πίσω; Γιατί δεν πας στη θεία σου να πάρεις ένα άλλο;»
-Δύο μείνανε μόνο και τα δύο είναι θηλυκά, κι η μάνα μου δεν θέλει θηλυκό να γεννοβολάει και να γεμίσει αρσενικά σκυλιά το σπίτι μας, όταν θα είναι στον καιρό της, έτσι είπε.
-Να ψάξουμε να βρούμε ένα άλλο, να πάρεις βρε Αναστάση.
-Εγώ αυτό πήρα, άμα βρούμε άλλο να το πάρεις εσύ.
-Μα εγώ τον έχω τόσες μέρες, δεν μπορώ να στον δώσω. Άλλωστε έχω κάνει έξοδα λέμε.
-Κι αν σου τα πληρώσω;
-Τι να μου πληρώσεις;
-Τα έξοδα που έκανες, πόσα ήταν πια.
-Όχι Αναστάση, πως θα τα υπολογίσουμε, άστο, θα βρούμε ένα πιο όμορφο για σένα.
-Και γιατί να ψάχνω εγώ για σκυλί και να μην ψάχνεις εσύ, αυτό είναι δικό μου..
-Πως είναι δικός σου, αφού μου το έδωσες.
-Σου το έδωσα αλλά τώρα το θέλω πίσω.

Άκρη δεν μπόρεσαν να βρουν, τα είπαν τα ξαναείπαν, οξύνθηκαν και λίγο τα πνεύματα, αρπάχτηκαν, γέμισαν ο ένας τον άλλον γρατζουνιές, και χώρισαν κλαίγοντας. Τον Άρη πάντως δεν τον έδωσε πίσω, κι αυτή ήταν η τελευταία του κουβέντα. «Δε στον δίνω πάει και τέλειωσε.»

Το βράδυ, αφού έπλυνε το γρατζουνισμένο του πρόσωπο, προσπαθούσε να βρει τρόπο και να βάλει το κουτάβι στο δωμάτιό του, για να μην ανησυχεί μήπως του το κλέψει ο Αναστάσης, αλλά η μάνα του έχοντας καταλάβει τις προθέσεις του, του το ξέκοψε μια και καλή, κι έτσι το πήγε μέσα στην αποθήκη κλείνοντας την πόρτα μ’ ένα σύρμα.

Η νύχτα ήταν δύσκολη για τον Κωσταντή, όλα τα όνειρα που είδε ήταν εφιάλτες, ένα όμως του έκανε περισσότερη εντύπωση και το θυμόταν πολύ καλά. Ο Αναστάσης και ο Άρης κάθονταν μαζί στο ίδιο θρανίο, κι όλο κάτι έλεγαν, κι όλο γελούσαν, που και που ο Άρης του έριχνε μια ματιά μ’ αυτά τα όμορφα μελιά καφετί μάτια με την κατάμαυρη κόρη. Περίεργο, γιατί να κάθεται με τον Αναστάση και όχι μ’ αυτόν; Το τι ήθελε βέβαια το σκυλί στο σχολείο και μάλιστα μέσα στην τάξη τους δεν του έκανε εντύπωση, το θεώρησε φυσικό.

Αξημέρωτα έτρεξε στην αποθήκη, έλυσε το σύρμα και μπήκε να δει. Ο Άρης ούτε κουνήθηκε, κοιμόταν αμέριμνος μέσα στο τελάρο του. Το κουτάκι με το νεράκι του και το πιατάκι για το γάλα και το ψωμί, ήταν άδεια. Έτρεξε και τα γέμισε και τα δύο, μετά άφησε την πόρτα της αποθήκης μισάνοιχτη, αλλά το σκυλάκι δεμένο με το σχοινί του, αρκετά μακρύ όμως για να μπορεί να μπαινοβγαίνει. Να είσαι φρόνιμος, του είπε, το μεσημέρι θα γυρίσω.

Όταν έφτασε στο σχολείο, ο Αναστάσης ήταν εκεί, αλλά δε μίλησαν, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος φαινόταν να έχει διάθεση. Όταν μπήκαν στην τάξη ο Αναστάσης κάθισε στο ίδιο θρανίο, εκεί που στο όνειρό του καθόταν με το σκυλί του, τώρα ήταν μοναχός του.

Η χρονιά τέλειωσε, όλοι εκτός από δύο αγόρια κι ένα κορίτσι πήραν το ενδεικτικό για την έκτη. Ο Κωσταντής όπως το περίμενε πέρασε με οχτώ, ο Αναστάσης ήταν το ένα απ’ τα δύο αγόρια που μείνανε στον τόπο, «ωραία δε θα ήταν μαζί του χρόνου στην έκτη, καλύτερα δεν ήθελε ούτε να τον βλέπει, εκεί να μείνει χίλια χρόνια στην ίδια τάξη, αυτός δεν ήταν φίλος, αφού του έδωσε τον Άρη δεν έπρεπε τώρα να το θέλει ξανά πίσω και να τσακώνονται».

Άρης - Γιώργος Πολυχρονίδης

Ολόκληρο το καλοκαίρι πάντως δεν του έλειψε καθόλου ο φίλος του, ξεπετάχτηκε λίγο ο Άρης και παίζανε ώρες ατελείωτες, κυνηγητό, κρυφτό και άλλα παιχνίδια, το κρυφτό όμως είχε μεγάλη πλάκα, γιατί όταν τα φύλαγε ο Άρης ήταν τύπος και υπογραμμός, καθόταν γυρισμένος προς τον τοίχο και μόνο που δε μέτραγε μέχρι τα εκατό, ούτε κρυφοκοίταζε ούτε έκανε άλλες ζαβολιές, όπως έκανε ο Κωσταντής που όταν τα φύλαγε έκλεβε στο μέτρημα, από τα τριάντα κι ύστερα, πήγαινε δέκα –δέκα, μέχρι τα εκατό, ο Άρης όμως δεν είχε πρόβλημα σαν αστραπή εξαφανιζόταν και κρυβόταν, και μόνο άμα πέρναγε πολύ ώρα που τον έψαχνε το παιδί και δεν τον έβρισκε, έσκαγε μύτη για να συνεχίσουν το παιχνίδι.

Μια μέρα που παίζανε τους ινδιάνους σ’ ένα οικόπεδο παραδίπλα, που ήταν γεμάτο ψηλά χόρτα και θάμνους και βόλευε να κρύβονται για να αιφνιδιάσουν τους υποτιθέμενους καουμπόηδες, εκεί σ’ ένα θάμνο ο Άρης ανακάλυψε μια φωλιά πουλιού και γαύγιζε πηδώντας να τη φτάσει, κατάλαβε ο Κωσταντής ότι κάτι βρήκε και πήγε να δει τι είναι, είδε τη φωλιά που ήταν γεμάτη μικρούλια αυγά, τα πήρε με τον Άρη να τρέχει πίσω του κι αφού τα έσπασε τα έβαλε στο πιατάκι του να τα φάει και το σκυλί έγλυψε το πιάτο, του άρεσαν. Αυτό όμως δεν ήταν καλό, στα σκυλιά δεν πρέπει να δίνουμε αυγά, συνηθίζουν κι ύστερα ψάχνουν κι άλλες φωλιές, ακόμα και στα κοτέτσια για να βρουν και να φάνε αυγά, κάτι που όσο μεγάλωνε έμαθε και ο Άρης, έκλεβε αυγά ακόμα κι απ’ το δικό τους κοτέτσι.

Πρώτα το κατάλαβε η μάνα του που μάζευε τα αυγά, γιατί τελευταία έβρισκε λίγα αυγά. Αυτές τις μέρες πριν απ’ το Πάσχα, κακάριζαν και γεννούσαν κάθε μέρα, αλλά τώρα ενώ κακάριζαν και πηγαινοερχόντουσαν στο κοτέτσι, τα αυγά ήταν λιγοστά.
-Λιγοστά τα αυγά φέτος, είπε στον άντρα της.
-Περίεργο, είπε αυτός, εγώ μια χαρά τις βλέπω, μήπως τα τρώει τίποτα;
-Τι να σου πω, δεν πήρε το μάτι μου κάτι.
Ο πατέρας όμως είχε το νου του και πήρε κάτι το μάτι του. Ένα απόγευμα είδε τον Άρη να πηγαίνει προς το κοτέτσι, τον παρακολούθησε και τον έπιασε στα πράσα μ’ ένα αυγό στο στόμα. Τον μάλωσε μόνο και δεν τον έδειρε όπως φοβόταν ο Κωσταντής ότι θα κάνει, του ετοίμασε όμως κάτι χειρότερο.

Μια βδομάδα πριν τη Μεγάλη Βδομάδα η μάνα του είχε βάλει φωτιά έξω από το φούρνο και ζέσταινε νερό σ’ ένα μεγάλο καζάνι για να πλύνει τα χειμωνιάτικα κιλίμια. Ο Άρης κι ο Κωσταντής βοηθούσαν κουβαλώντας ξύλα.

Ο πατέρας του πήγε κι αυτός κοντά στη φωτιά κουβαλώντας μερικά αυγά που τα έβαλε με μια κουτάλα μέσα στο ζεστό νερό για να βράσουν, ο Άρης είχε κάτσει δίπλα και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον, ο Κωσταντής στεκόταν πιο πίσω και κοίταζε κι αυτός απορώντας γιατί ο πατέρας του έβραζε αυγά, αφού δεν έτρωγαν αρτυμένο, νήστευαν γιατί θα κοινωνούσαν. Η μάνα του κοιτούσε απ’ το παράθυρο, αυτή πρέπει να ήξερε, κάτι μαγειρευόταν εδώ αλλά τι ήταν; Δεν πήγαινε το μυαλό του.

Κάποια στιγμή ο πατέρας, έβγαλε τα ζεματισμένα αυγά απ’ το καυτό νερό, κράτησε τα περισσότερα μπροστά του κι αυτό που έβγαλε τελευταίο το άφησε να κατρακυλήσει πίσω του, προς τη μεριά που καθόταν και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον ο Άρης. Γυάλισε το μάτι του μόλις είδε το αυγό να τσουλάει προς το μέρος του, και χωρίς δεύτερη σκέψη το άρπαξε. Ο πατέρας όμως, πιο γρήγορος κι από αστραπή, γύρισε και άρπαξε το σκυλί απ’ τα σαγόνια και τα κράτησε κλειστά με το αυγό μέσα που ζεματούσε. Ο Άρης ούτε πρόλαβε να φύγει, γιατί με το άλλο χέρι τον κράταγε ο πατέρας του, ούτε το στόμα του μπορούσε ν’ ανοίξει, μούγκριζε μόνο απ’ τον πόνο αλλά ο πατέρας του δεν τον άφηνε. Το ζεματισμένο αυγό του έκαιγε τη γλώσσα κι έκλαιγε απ’ τον πόνο. Μη μπαμπά, μη, φώναζε ο Κωσταντής, μη! πονάει..! Ο πατέρας όμως κράτησε λίγο ακόμα τα σαγόνια του Άρη κλειστά.
«Έτσι θα μάθει να μην ξανατρώει αυγά», του είπε, «μη φοβάσαι σε λίγες μέρες θα είναι καλά, θα του περάσει, αλλά αυτό το μάθημα δεν πρόκειται να το ξεχάσει». Κι όντως δεν το ξέχασε, από τότε ο μαύρος και μόνο που έβλεπε αυγά, έφευγε τρέχοντας και κλαίγοντας. Όχι μόνο δεν έκλεψε, αλλά ούτε ξαναπλησίασε φωλιές με αυγά.

Αρκετές μέρες του έδινε κρύο γάλα για να του περάσει, αισθανόταν άσχημα το παιδί, γιατί αυτός του έδωσε να φάει τα πρώτα αυγά, κι ύστερα συνήθισε ο κακομοίρης, αυτός έφταιγε που πέρασε το σκυλί αυτήν τη δοκιμασία. Καθόταν και τον χάιδευε με τις ώρες.
Σε λίγες μέρες, όπως του είχε πει ο πατέρας του, πέρασε και συνέχισαν τα παιχνίδια τους.

Το καλοκαίρι αυτό, ο Κωσταντής τέλειωσε και την έκτη τάξη, βγάλανε και φωτογραφίες με τα απολυτήρια στο χέρι, ο Αναστάσης έμεινε πάλι στάσιμος, δεν έλεγε ν’ ανοίξει τα στραβά του και να ρίξει μια ματιά στα μαθήματα, το πάθημα που έμενε στάσιμος δεν του έγινε μάθημα, όπως έγινε στον Άρη, που δεν πλησίαζε σε κοτέτσια, κι όταν έβλεπε αυγό έφευγε τρέχοντας κι ο Κωσταντής όλο και του το θύμιζε, «όχι αυγά, όχι αυγά Άρη, όχι, κακό, όχι αυγά».

Εκείνη τη ζεστή καλοκαιριάτικη μέρα το παιδί βαριόταν να παίξει με τον Άρη, κι είχε αράξει στον ίσκιο της κληματαριάς και διάβαζε. Του είχε κολλήσει μια καινούργια συνήθεια μ’ ένα περιοδικό που έβγαινε κάθε βδομάδα και παρακολουθούσε τις περιπέτειες του αγαπημένου του ήρωα, του Τζιμ Άνταμς, και τώρα ήταν σ’ ένα δύσκολο σημείο γιατί το ελληνόπουλο που ήταν σερίφης στο Τέξας, είχε μπλέξει. Τον είχε πιάσει μια συμμορία μεξικανών κακοποιών, και προσπαθούσε να ξεφύγει τρίβοντας το σχοινί που τον κρατούσε δεμένο, πάνω σ’ ένα αιχμηρό αντικείμενο. Αν και ανησυχούσε ο Κωσταντής ήταν σίγουρος ότι ο μικρός σερίφης θα γλύτωνε, κάτι που έγινε με τη βοήθεια του φίλου και βοηθού του, Πεπίτο.

Το γαύγισμα του Άρη ακούστηκε επίμονο έξω στο δρόμο και τον γύρισε από το Τέξας στην αυλή του, είδε το σκυλί να έρχεται προς το μέρος του γαυγίζοντας πάλι, «τι είναι βρε Άρη» ρώτησε, «τι;» Το σκυλί βέβαια όπως ήταν φυσικό δεν απάντησε, αλλά γαύγισε άλλες δύο φορές κοιτάζοντας προς το δρόμο.

-Άσε με τώρα δεν έχω όρεξη για παιχνίδια, δε βλέπεις ότι διαβάζω.
Επέμενε, μέχρι και στο μανίκι τον δάγκωσε απαλά τραβώντας τον προς το δρόμο. Για να επιμένει τόσο αυτός, κάτι θα συμβαίνει, σκέφτηκε το παιδί και σηκώθηκε, γουβ, γουβ γαύγισε άλλες δυο φορές ο Άρης.
-Καλά, καλά του είπε, πάμε να δούμε κι ακολούθησε το σκυλί που έτρεξε προς το δρόμο.
Έξω, δίπλα στο φράχτη προς τη μεριά της αυλής τους ήταν ένα κανελί σκυλάκι πιο μικρόσωμο απ’ το δικό του.
-Ε…! Ένα σκυλάκι είναι, είπε στον Άρη, τι θέλεις;
-Γαβ, γάβ ανταπάντησε το σκυλί και προχώρησε προς το κανελί, γαβ τον προέτρεψε ν’ ακολουθήσει.

Πλησίασε ο Κωσταντής και.. τι να δει…! Ο σκυλάκος είχε χωμένο το κεφάλι του σ’ ένα τετράγωνο πλαστικό βάζο, σαν αυτά τα μπεζ που είχαν βιδωτό μαύρο καπάκι από πάνω,

Άρης - Γιώργος Πολυχρονίδης

η μάνα του σ’ ένα τέτοιο ίδιο, έβαζε τη ζάχαρη, εδώ ο κανελής είχε χώσει μέσα στο βάζο όλο το κεφαλάκι του μέχρι το λαιμό, ούτε έβλεπε ούτε θα άκουγε καλά, γρύλιζε φοβισμένος και προσπαθούσε να το βγάλει τρίβοντας το βάζο στο φράχτη αλλά έκανε τα πράγματα χειρότερα, όσο προσπαθούσε τόσο πιο βαθιά έμπαινε μέσα στο βάζο το κεφάλι του. Προσπάθησε ο Κωσταντής να το βγάλει, αλλά είχε σφηνώσει για τα καλά και δεν έβγαινε, γουβ, γουβ είπε σε διαφορετικό τόνο ο Άρης, προσπάθησε πάλι το παιδί τραβώντας πιο δυνατά αλλά τίποτα, ξανά, ξανά, πάλι δεν έβγαινε, ίσως να μην τραβούσε δυνατά γιατί φοβόταν κι όλας, άγνωστο σκυλί ήταν ποτέ δεν ξέρεις, φοβισμένο κι όλας, μέσα απ’ το βάζο ακουγόταν το κλάμα του.
Με το τράβηγμα δε γινόταν τίποτα, έπρεπε να βρει άλλο τρόπο κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι ο Κωσταντής με τον Άρη να ακολουθεί ξωπίσω του, πήρε ένα μαχαίρι απ’ τη κουζίνα και ξαναπήγαν στον κανελί, αυτός είχε πάει λίγο πιο πέρα κι όταν ένοιωσε ότι ξανάρχονται, κουτούλησε πάλι τρομαγμένος στο φράχτη. Ο Άρης τον μύριζε φιλικά και το παιδί πολύ προσεχτικά μην τραυματίσει το ζώο έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό του και λίγο -λίγο από μέσα προς τα έξω, προσπαθούσε να κόψει το βάζο, ξεκινώντας από το σημείο που βίδωνε το καπάκι, εκεί που είχε το σπείρωμα, που κόπηκε πολύ δύσκολα, μετά κοβόταν πιο εύκολα. Ο κανελής στεκόταν ακίνητος μέχρι που του έβγαλαν επιτέλους αυτό το ρημάδι. Τα μάτια του ήταν γεμάτα τσίμπλες, ποιος ξέρει πόσες μέρες τραβούσε αυτό το μαρτύριο. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Κωσταντή, μετά του έγλυψε το χέρι κουνώντας την ουρά του. Το παιδί έφυγε πάλι τρέχοντας για το σπίτι, άφησε το μαχαίρι και πήρε λίγο γάλα και το πήγε στο σκυλάκι που περίμενε στο φράχτη, μέχρι να το πιεί πήγε και του έφερε νερό που το διψασμένο ζώο ήπιε με λαχτάρα. Ωραία, όλα πήγαν καλά, κι ο Άρης με το αφεντικό του γύρισαν σπίτι, ο κανελής ακολούθησε κι αυτός αλλά.. μέχρι εδώ και μη παρέκει. Ο Άρης στάθηκε στην είσοδο και του γρύλιζε απειλητικά όταν πήγε να μπει, μαζεύτηκε αυτό λίγο, αλλά σε λίγο προσπάθησε πάλι να μπει, ο Άρης όμως σαν κέρβερος του γαύγισε δυνατά και πολύ απειλητικά, διότι, εντάξει κύριε, σε βοηθήσαμε αλλά όχι και να έρθεις και στο σπίτι μας, κι αγριεύοντας περισσότερο το πήρε στο κατόπι. Ο κακόμοιρος ο κανελής το κατάλαβε και έντρομος έφυγε τρέχοντας για να συνεχίσει το δρόμο του, μόνο που τώρα έβλεπε πού πήγαινε. Ποιος ξέρει από πού χάθηκε, αλλά ήταν σε ηλικία που θα έβρισκε το σπίτι του, γιατί στην περιοχή τους δεν είχαν αδέσποτα, όλα τα σκυλιά ήταν σε σπίτια. Αρκετά μακριά όταν αισθάνθηκε ασφαλής σταμάτησε και γύρισε προς τον Άρη, που καθόταν ακίνητος φρουρός μπροστά στην είσοδο της αυλής, ο Κωσταντής συνέχισε το διάβασμα και σε λίγο ξαναβρέθηκε στο.. Τέξας.

Όταν πήρε το απολυτήριο απ’ το δημοτικό ο Κωσταντής, πολλοί συμμαθητές του έδωσαν εξετάσεις και όσοι πέρασαν θα πήγαιναν στο γυμνάσιο. Ο Κωσταντής δεν έδωσε εξετάσεις, «είναι πολλά τα έξοδα» είπαν οι γονείς του, «δε θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε πέρα». Το γυμνάσιο ήταν μακριά στην πόλη, κι έπρεπε να νοικιάσουν σπίτι για να μένει εκεί το παιδί κι όλα τα υπόλοιπα έξοδα, φαγητό και εισιτήρια να γυρίζει στο χωριό κάθε σαββατοκύριακο.

Όλο το καλοκαίρι όμως το συζητούσαν, κρίμα είναι να μην πάει το παιδί γυμνάσιο επειδή ήταν φτωχοί, κρίμα! κι έψαχναν να βρουν λύση για να δώσει εξετάσεις το Σεπτέμβρη, αλλά ούτε αυτό έγινε κι έτσι ολόκληρο το χρόνο δεν είχε τι να κάνει και διάβαζε μόνο παιδικά περιοδικά που δανειζόταν από μεγαλύτερα παιδιά, και βέβαια είχαν πολύ χρόνο να παίζουν με τον Άρη, που όσο μεγάλωνε τα παιχνίδια τους γίνονταν διαφορετικά, πάντα όμως είχαν να κάνουν με το κυνήγι, φερμάριζαν μαζί, προχωρούσαν μπουσουλώντας όταν έβλεπαν πουλιά στο έδαφος και την τελευταία στιγμή πεταγόντουσαν κι έτρεχαν να τα προλάβουν, αλλά δεν μπορούσαν, εκτός από μια φορά που έπιασαν μια φάσα, που ήταν τραυματισμένη στο φτερό και δυσκολευόταν να πετάξει, κάποιος κυνηγός θα τη χτύπησε αλλά δεν τη βρήκε να την πάρει. Το διαλαλούσε ο Κωσταντής, πιάσαμε μια φάσα και πιάσαμε μια φάσα, ιστορώντας λεπτομερώς πώς έγινε, αποφεύγοντας να αναφέρει ότι το πουλί ήταν τραυματισμένο.

Άλλο ένα παιχνιδο-κυνήγι που τους άρεσε και συνεργάζονταν τέλεια, ήταν με τα ποντίκια των χωραφιών. Στα βοσκοτόπια, εκεί που ήταν ίσιο το λιβάδι και χορταριασμένο, είχε πολλά ποντίκια. Ανακάλυψαν μια φορά που κυνηγούσαν ένα ποντίκι κι αυτό τρομαγμένο χώθηκε σε μια τρύπα, κι όταν ο Άρης προσπάθησε να σκάψει στην τρύπα που είχε μπει, αυτό τρομαγμένο πεταγόταν έξω από άλλη τρύπα που ήταν μερικά μέτρα πιο πέρα. Έτσι άρχισε αυτό το παιχνίδι, στη μια τρύπα έσκαβε ο Άρης, μυρίζοντας και ξεφυσώντας και στην άλλη φύλαγε καραούλι ο Κωσταντής για να πατήσει ή να χτυπήσει το ποντίκι. Πολλές φορές έπιαναν, αν δεν τα κατάφερνε το αγόρι, με δυο σάλτα το προλάβαινε το σκυλί. Άλλες φορές πάλι, ενώ ο ένας έσκαβε στη μια τρύπα, κι ο άλλος παραφύλαγε σε άλλη, το ποντίκι πεταγόταν από μια άλλη τρύπα που δεν είχε δει ο Κωσταντής κι έτρεχαν κι οι δυο να το προλάβουν πριν χωθεί σε άλλη τρύπα.
Διαλαλούσε κι αυτές τις επιτυχίες, «πέντε πιάσαμε σήμερα, εφτά σήμερα», κι άλλες μέρες όταν ήταν λιγοστά, δεν έλεγε τίποτα, μονάχα αν τον ρωτούσαν. «Δυο, μόνο δυο, ή ένα ή κανένα», δεν είχε αποχτήσει τη νοοτροπία του κυνηγού ή του ψαρά, την τρίχα να την κάνει τριχιά.

Στις τελευταίες βόλτες τους στην εξοχή, ο Άρης χανόταν αρκετές ώρες ψάχνοντας για μεγαλύτερα κυνήγια, ανακάλυψε τους λαγούς και τους προτιμούσε απ’ τα ποντίκια. Τον πρώτο που ξετρύπωσε δεν μπόρεσαν να το πιάσουν, χώθηκε σε κάτι θάμνους, κι όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν ούτε το λαγό, ούτε τη φωλιά του. Αυτό συνεχίστηκε μερικές φορές ακόμα μέχρι εκείνο το απόγευμα που ο Κωσταντής περπατούσε σ’ ένα δρομάκι κι ο Άρης είχε χαθεί ψάχνοντας. Πρώτα ακούστηκε γαύγισμα, σημάδι ότι κάτι βρήκε, κι ύστερα αρκετά μέτρα μπροστά, ο Κωσταντής είδε ένα μεγάλο λαγό να διασχίζει το δρομάκι, αμέσως πέρασε κι ο Άρης που τον κυνηγούσε, αλλά περίεργο, δεν ήταν από πίσω του, ήταν μερικά μέτρα πιο πέρα, απόρησε το παιδί, γιατί να το κάνει αυτό, γιατί ήταν πιο μακριά, συνήθως κυνηγούσε τους λαγούς από πίσω.

Ο Άρης όμως ήξερε τι έκανε, στόχος του ήταν να γυρίσει το λαγό πάλι προς το δρομάκι που ερχόταν ο Κωσταντής, κάτι που κατάφερε, πάλι όμως ο λαγός διέσχισε το δρόμο, πάλι το σκυλί τον γύρισε πίσω κι αυτήν τη φορά κουρασμένος ακολούθησε το δρομάκι και τότε ο Άρης τον κυνηγούσε από πίσω, έχοντας το νου του μη λοξοδρομήσει, αυτό ήθελε και το κατάφερε. Σε πολλά σημεία το δρομάκι είχε λάσπες και λακκούβες με λασπόνερα, είχε βρέξει χτες και προχτές. Σε μια τέτοια λακκούβα που βούτηξε ο λαγός και κόλλησε λίγο έλειψε να το προλάβει ο Άρης, κάτι που έκανε στην επόμενη λακκούβα που ήταν πιο βαθιά και είχε μπόλικο νερό. Οι καρδιές όλων κόντευαν να σπάσουν, του λαγού απ’ το φόβο και την κούραση, του Άρη από ικανοποίηση και του Κωσταντή από λαχτάρα να προλάβει και να πιάσει το λαγό απ’ τ’ αφτιά, κάτι που κατάφερε τσαλαβουτώντας στα λασπόνερα, κι αυτό γιατί ο Άρης τον κράταγε με πόδια και με δόντια. Ο Λαγός κλώτσαγε απελπισμένα να ξεφύγει αλλά το παιδί τον κράταγε σφιχτά. Τον λυπήθηκε λιγάκι αλλά τι να γίνει; Αφού τον πιάσανε η μοίρα του ήταν να γίνει στιφάδο, κι η μάνα του το έκανε πολύ νόστιμο με μπόλικα κρεμμυδάκια και πλούσια κόκκινη σάλτσα.

Βούιξε ο τόπος, έτσι ο Άρης, αλλιώς ο Άρης, έτσι τον οδήγησε στο δρομάκι, έτσι τον έριξε στα λασπόνερα και τον κράταγε σφιχτά μέχρι να τον αρπάξει ο Κωσταντής.
Η έπαρση, η ύβρης και η αλαζονεία μόνο σε καλό δε βγαίνουν. Όλα αυτά έφτασαν και στα αυτιά του Σπύρου του πιο ξακουστού κυνηγού της περιοχής. Είχε τα καλύτερα όπλα, ένα δίκαννο που έπαιρνε και μεγάλα φυσίγγια και μια επαναληπτική καραμπίνα, τα όπλα αυτά μέχρι και μεγάλα αγριογούρουνα άφηναν στον τόπο.

-Αλήθεια είναι όλα αυτά για το σκυλί; ρώτησε τον πατέρα του Κωσταντή.
-Αλήθεια, απάντησε αυτός, μόνο του το σκυλί βγάζει και πιάνει λαγούς, απ’ τη μέρα που πιάσανε τον πρώτο φέρανε άλλους δύο, κι απ’ ότι μου είπε το παιδί κυνηγούν και μια αλεπού κι όπου νάναι θα τη στριμώξουν.
Οι επιτυχίες όντως συνεχίστηκαν, ο Άρης είχε γίνει θρύλος. Ο Σπύρος ο κυνηγός τον ήθελε.
-Τον πουλάς; Ρώτησε τον πατέρα του Κωσταντή.
-Μπααα, τι να πουλήσω το ζώο, άλλωστε είναι του παιδιού.
Επέμενε όμως ο κυνηγός, «χαμένο πάει εκεί με το παιδί τέτοιο κυνηγόσκυλο, Θα σου δώσω εκατό».
Δεν ήθελε ο κυρ-Γιάννης να στεναχωρήσει το γιο του, κι έτσι ήταν άλλωστε, αυτό το σκυλί ήταν πολύ δεμένο με τον Κωσταντή του.
Ο Σπύρος όμως επέμενε, «θα σου δώσω διακόσια…!»
-Μα τι λες βρε Σπύρο, διακόσια είναι πολλά, τόσα λεφτά για ένα σκυλί; Αλλά πάλι δεν μπορώ σου λέω, είναι του παιδιού.
Έμεινε το πράμα έτσι κανένα μήνα, οι επιτυχίες του Άρη συνεχίστηκαν κι ο Σπύρος ο κυνηγός δεν ησύχαζε, το ήθελε αυτό το σκυλί, τα δύο που είχε, κι ήταν ακριβά κυνηγόσκυλα, σπάνια έβγαζαν κανένα λαγό, αυτό το σκυλί κάθε φορά που έβγαινε, έβγαζε, είχε πάρει το κολλάει, ακολουθούσε τη μυρωδιά και τους έβρισκε, κι ο Κωσταντής βέβαια πήγαινε γυρεύοντας, το διαλαλούσε «πάλι πιάσαμε, πάλι..» φώναζε.
-Πεντακόσια, είπε στον πατέρα του παιδιού.
-Τί πεντακόσια; Απόρησε ο κυρ-Γιάννης.
-Πεντακόσια για το σκυλί.
Δεν μπορούσε να το πιστέψει ο άνθρωπος, πεντακόσια έκανε ένα μοσχάρι καλοθρεμένο, είναι δυνατόν, αυτά είναι πολλά λεφτά..!

Απ’ τα σύννεφα έπεσε ο Κωσταντής, τόσα λεφτά για το σκυλί του; καλά θα ήταν, πολλά ήταν, αλλά ήταν δυνατόν, ο Άρης ήταν ο κολλητός του, δεν ήταν μοσχάρι να το πουλήσουν…!
Τα πεντακόσια όμως δεν έφευγαν από το μυαλό του πατέρα του, να το δώσουμε είπε, και παίρνεις ένα άλλο, όχι μπαμπά παρακαλούσε ο Κωσταντής, δε θέλω άλλο σκυλί, να μην τον δώσουμε, θα σου δίνω περισσότερο χαρτζιλίκι τις Κυριακές που βγαίνεις βόλτα, θα μπορείς να παίρνεις περισσότερα, όχι, αντιδρούσε το παιδί, δε θέλω να αγοράζω ούτε καραμέλες ούτε κουλούρια, το σκυλί μου θέλω, κι αν είναι για τα λεφτά θα δουλέψω εγώ και θα σου δίνω λίγα-λίγα αυτά τα πεντακόσια, μην τον πουλήσεις.

Έδωσα το λόγο μου, έκλεισε την κουβέντα ο κυρ-Γιάννης και δε γίνεται να μην το δώσουμε.

Εκείνο το βράδυ ήταν πολύ δύσκολο για τον Κωσταντή, έσπαγε το κεφάλι του να βρει μια λύση, κι όλο άκουγε τα γρυλίσματα και τα γαυγίσματα απ’ έξω. Κι ο Άρης ήταν ανήσυχος όλη νύχτα.

Πρωί -πρωί ήρθε ο Σπύρος ο κυνηγός, έδεσαν το σκυλί μ’ ένα σκοινί κι έφυγε παίρνοντάς τον μαζί του, ο Κωσταντής δε βγήκε έξω, παρακολουθούσε κλαίγοντας απ’ το παράθυρο, αυτά τα λεφτά που πήρε ο πατέρας του, ήταν σαν τα τριάντα αργύρια που πήρε ο Ιούδας για να πουλήσει το Χριστό, έτσι αισθάνθηκε.

Μόλις ο κυνηγός με τον Άρη δεμένο πίσω του βγήκανε στο δρόμο, βγήκε προσεχτικά κι ακολούθησε κρατώντας απόσταση για να μην τον δει ο Σπύρος. Ο Άρης όμως ήξερε ότι το αφεντικό του ακολουθούσε, κι όλο γρύλιζε κι έστριβε πίσω να τον δει, τι ήταν αυτό τώρα; Γιατί τον είχε δεμένο αυτός ο άνθρωπος, που τον πήγαινε; Κι ο Κωσταντής του γιατί δεν ερχόταν κοντά;

Ήθελε να δει το παιδί που ήταν το σπίτι του κυνηγού, να ξέρει πού θα έμενε από δω και πέρα ο Άρης. Αυτός έφταιγε σκέφτηκε και τα ’βαλε με τον εαυτό του, γιατί να παινεύεται για το σκυλί του, αν δεν το διαλαλούσε δε θα το μάθαινε και δε θα τον αγόραζε ο κυνηγός. Αυτός και μόνο αυτός έφταιγε, που δεν το έραψε το ρημάδι του. Το σπίτι δεν ήταν μακριά, είχαν περάσει πολλές φορές από κει οι δυο τους όταν πήγαιναν για κυνήγι στην από κει μεριά των χωραφιών, εκεί ήταν που κυνηγούσαν τα ποντίκια.

Ο Σπύρος μόλις έφτασε σπίτι του, έδεσε τον Άρη κοντά στα δικά του σκυλιά, που άρχισαν να γαυγίζουν μόλις είδαν το νεοφερμένο, αυτός δεν αντιδρούσε, τα μάτια του κοιτούσαν προς το μέρος που ήταν κρυμμένος ο Κωσταντής.

Εκείνο το μεσημέρι το παιδί δε γύρισε στο σπίτι του, αν και δεν είχε φάει ούτε πρωινό, δεν είχε όρεξη για φαγητό. Περίμενε έξω από το σπίτι του κυνηγού ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα τον έλυνε και τότε ο Άρης θα ερχόταν σπίτι τους, αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο, το σκυλί ήταν δεμένο συνέχεια κι όταν άρχισε να νυχτώνει, αποφάσισε να γυρίσει σπίτι του. Κανείς δεν τον μάλωσε που έλειπε όλη μέρα, τσίμπησε με το ζόρι μια μπουκιά ψωμί και πήγε στο δωμάτιό του. Ο Άρης τι να έφαγε άραγε, τον τάισαν; Ήξεραν οι δικοί του που ήταν όλη μέρα, αλλά τι να του πουν έτσι που τον είδαν.

-Πολύ στενοχωρήθηκε το παιδί, είπε η μάνα του, δεν έφαγε τίποτα όλη μέρα.

Την επομένη το πρωί, ο πατέρας του είπε να πάνε μαζί σ’ ένα φίλο του που είχε κουτάβια να διαλέξει ένα, αλλά ο Κωσταντής δεν ήθελε ούτε να πάνε ούτε να δούνε ούτε να μιλάει με τον πατέρα του, που πούλησε τον Άρη του, ένα ξερό «δε θέλω» ήταν η απάντησή του κι απομακρύνθηκε, δεν ήθελε να δούνε τα κόκκινα απ’ το κλάμα και την αϋπνία μάτια του.
Από τότε τις περισσότερες ώρες της μέρας ήταν κρυμμένος έξω από το σπίτι του κυνηγού κοιτάζοντας το δεμένο σκυλί του, που κοιτούσε προς τη μεριά του κουνώντας αργά και θλιμμένα την ουρά του. Τι στην ευχή δε θα πάει για κυνήγι, τι κυνηγός είναι; Ήλπιζε πως άμα πήγαιναν τότε θα τον έλυνε γιατί πως αλλιώς θα κυνηγούσε;

Έτσι έγινε, δέκα μέρες ήταν δεμένος στο καινούργιο του σπίτι ο Άρης που ο κυνηγός με το δυο δικά του σκυλιά λυμένα και τον Άρη δεμένο βγήκαν, κι απ’ το δρόμο που πήραν κατάλαβε ο Κωσταντής ότι δε θα πήγαιναν μακριά, λαγούς είχε εκεί κοντά σ’ ένα ύψωμα που είχε και πολλούς θάμνους. Τα δυο λυμένα σκυλιά τρέχανε πάνω κάτω ψάχνοντας, ο Άρης αφού τον έλυσε το καινούργιο του αφεντικό, ακολούθησε τα άλλα σκυλιά, ακολούθησε αλλά το παιδί αν και ήταν αρκετά πιο πίσω, έβλεπε ότι το σκυλί του δεν είχε διάθεση.

Άρης - Γιώργος Πολυχρονίδης

Κυνηγός και σκυλιά και πιο πίσω να παρακολουθεί ο Κωσταντής, περπάτησαν, έψαξαν, αλλά ούτε πουλί, ούτε λαγό είδαν, ήταν απ’ τις μέρες που το δισάκι του κυνηγού θα ήταν άδειο, κι όχι μόνο αυτήν τη φορά, αλλά βδομάδες πέρασαν, κι ούτε τα δικά του, ούτε ο Άρης έβγαλαν τίποτα. Έβλεπε το παιδί ότι το σκυλί του δεν κυνηγούσε, ούτε έψαχνε. Όταν τέλειωναν τη διαδρομή τους ο Σπύρος φώναζε τα σκυλιά, πήγαινε κι ο Άρης τον έδενε και γυρνούσαν σπίτι τους, γυρνούσε κι ο Κωσταντής στο δικό του, αδυνατισμένος κι αυτός όπως και το σκυλί του, είχαν χάσει από μερικά κιλά.

Ο κυνηγός έβλεπε το παιδί που τον ακολουθούσε κι είχε το νου του σε περίπτωση που πυροβολήσει, να μην είναι προς το μέρος του. Ένα απόγευμα που τον πέτυχε πάλι έξω από το σπίτι του, του μίλησε.

-Αν και το ξέρεις κι εσύ, του είπε, το σκυλί σου δεν κάνει τίποτα, ποιο πολλούς λαγούς βλέπω εγώ όταν βγαίνουμε, παρά αυτός.
-Είναι στενοχωρημένος, είπε το παιδί, είναι που τον έχεις συνέχεια δεμένο.
-Τί; Να τον λύσω για να ξανάρθει σπίτι σας;
-Δε θα ’ρθει σπίτι μας, κύριε Σπύρο, αν είναι θα ερχόταν όταν τον λύνεις στο κυνήγι, αλλά και πάλι αν έρθει, εγώ θα το φέρω πίσω, είπε το παιδί κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του, αφού είναι δικό σας τώρα.
-Δικός μου; Γέλασε ο κυνηγός, τί δικός μου; Η ψυχή του είναι σε σένα, είτε ξύπνιος είναι, είτε κοιμάται, πάντα το κεφάλι του προς το σπίτι σας είναι στραμμένο. Ο Κωσταντής δεν είπε τίποτα, προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
-Λοιπόν άκου τι σκέφτηκα συνέχισε ο άντρας, έτσι όπως σας βλέπω κι αυτόν και σένα, έτσι όπως αδυνατίσατε στο τέλος θα αρρωστήσετε, γι αυτό λοιπόν πήρα την απόφαση να σας τον δώσω πίσω.
-Να μας τον δώσεις; Ψέλλισε το παιδί.
-Ναι, να σας τον δώσω.
-Και πως θα γίνει αυτό κυρ-Σπύρο; Εγώ δεν έχω να σας δώσω τα λεφτά, ούτε ο πατέρας μου θα έχει, αλλά αν περιμένετε να μεγαλώσω και να δουλέψω, τότε θα σας τα δώσω.
-Δε θέλω να μου δώσεις τίποτα, δε θέλω λεφτά πίσω βρε Κωσταντή, κάτι άλλο θέλω, που αυτό μπορείς να το κάνεις.
-Ότι θέλετε κύριε Σπύρο, ότι θέλετε θα το κάνω, είπε τρέμοντας από ελπίδα.

Μια φορά τη βδομάδα ζήτησε να πηγαίνουν μαζί για κυνήγι, όποια μέρα θέλει, τα Σάββατα ή τις Κυριακές, κάτι που δέχτηκε με χαρά το παιδί, αυτό ήταν πολύ εύκολο, και του πρότεινε ακόμα να πηγαίνουν κι άλλες, έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινε σχολείο. Σαν ελατήριο πετάχτηκε πάνω ο Άρης όταν έπιασε το λουρί του, πηδούσε τόσο ψιλά που πέρναγε το μπόι του Κωσταντή, «αυτό το σκυλί» είπε ο Σπύρος, «δεν πρόκειται να δέσει με άλλο αφεντικό».

Στο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι τους, φτερά είχαν βγάλει κι οι δυο τους, πετούσαν. Άμα έφτασαν ο Άρης έφαγε και ήπιε τόσο όσο δεν είχε πιει και φάει όσο καιρό έλειπε, το ίδιο κι ο Κωσταντής, έτυχε εκείνη τη μέρα να κάνει τυρόπιτα η μάνα του κι έφαγε τρία μεγάλα κομμάτια και με τρόπο πέρασε και ένα στο Άρη που το έκανε μια χαψιά.

Δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις πως κι έφερε το σκυλί στο σπίτι, χάρηκε η μάνα του που έβλεπε το γιο της μετά από καιρό να είναι καλά, «να προσέχεις» τον συμβούλεψε ο πατέρας του «όταν θα πηγαίνετε για κυνήγι, να είσαι συνέχεια πίσω απ τον κυνηγό κι όχι μπροστά του», «είναι πολύ προσεχτικός ο Κυρ-Σπύρος μπαμπά», είπε το παιδί, «μη φοβάσαι».

-Καλός ο Σπύρος, αλλά τα όπλα είναι του διαβόλου πράμα, γι αυτό πρέπει να προσέχουμε και να τα αποφεύγουμε, εγώ αυτό ξέρω.
-Θα προσέχω μπαμπά..!

Η βδομάδα πέρασε μέσα σε χαρές, παιχνίδια και πανηγύρια, πιο ευτυχισμένα μάτια απ’ του Άρη και του Κωσταντή δε θα μπορούσες να βρεις όσο κι αν έψαχνες σ’ όλη την περιοχή.
Απ’ τα χαράματα του Σαββάτου ήταν στο πόδι, «νωρίς το πρωί» είχε αφήσει παραγγελία ο Σπύρος, κι αρκετή ώρα πριν βγει ο ήλιος ήταν έξω από το σπίτι του και περίμεναν. Ο Άρης ήταν τόσο συνεργάσιμος που ακολουθούσε τον Κωσταντή κι έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει χωρίς να περιμένει εντολές, λες και ήξερε τι συμφωνία είχε γίνει, γι’ αυτό και τώρα καθόταν ήσυχα δίπλα του, περιμένοντας.

Η μέρα πήγε πολύ καλά, ο Κωσταντής ζήτησε μόνο να μην πάρουν μαζί τους τα άλλα σκυλιά, ο Άρης ξέρει να βγάζει λαγούς μόνος του, δεν τρέχει πέρα δώθε ψάχνοντας, μυρίζει και τους βρίσκει πριν τον πάρουν χαμπάρι.

Πριν το μεσημέρι ο κυνηγός είχε τέσσερις λαγούς στο δισάκι του, τους δύο μάλιστα δε χρειάστηκε καν να τους πυροβολήσει, ο Άρης τους έφερε εξαντλημένους στα πόδια τους.
-Ο ένας δικός σου, είπε ο κυνηγός στο παιδί, απίστευτο, τόσα χρόνια με σκυλιά δεν είδα κάτι τέτοιο, άκου κυνηγόσκυλο να κυνηγάει μόνο όταν θέλει, πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο.
Πήραν το δρόμο της επιστροφής ικανοποιημένοι όλοι. Ο Άρης μέχρι το σπίτι του κυρ-Σπύρου ακολουθούσε, όταν όμως φτάσανε στην είσοδο της αυλής κοντοστάθηκε και τον κοιτούσε στα μάτια, «πήγαινε με τον Κωσταντή» του είπε αυτός, και το σκυλί κουνώντας την ουρά του σαν να χαιρετούσε έτρεξε χαρούμενος για το σπίτι τους, ναι ήταν αλήθεια θα ήταν πάλι με τον Κωσταντή του.
Όταν μεγαλώσεις λίγο ακόμα, είπε το επόμενο Σάββατο ο κυνηγός στο παιδί, θα σου δώσω και σένα ένα όπλο να κυνηγάμε παρέα.
-Ευχαριστώ κύριε Σπύρο, είπε αφού σκέφτηκε λίγο, αλλά δε θέλω όπλο, δε μ’ αρέσουν τα όπλα.
-Άλλο πάλι κι αυτό, αφού είσαι κυνηγός πως δε θα έχεις όπλο;
-Δεν μπορώ να βλέπω τα ζώα χτυπημένα, τα λυπάμαι, σφίγγεται το στομάχι μου.
-Ναι αλλά το στιφάδο σ’ αρέσει, είπε γελώντας ο κυρ-Σπύρος.
-Μ’ αρέσει, αλλά αν έχω δει πριν το λαγό χτυπημένο, δύσκολα το τρώω. Τι να πω δεν ξέρω, και χαίρομαι που πιάνουμε λαγούς και λυπάμαι.
-Άμα μεγαλώσεις θα σου περάσει.

Εκείνη τη μέρα, τον πρώτο λαγό που έβγαλε ο Άρης τον οδήγησε σ’ ένα θάμνο με αγκάθια, κι αυτός τρομαγμένος όπως ήταν, μπλέχτηκε κι έμεινε ακινητοποιημένος, το σκυλί στάθηκε φρουρός και περίμενε το αφεντικό του και τον κυνηγό.
Ο κυρ-Σπύρος ξέμπλεξε το τρομοκρατημένο ζώο, έψαξε λίγο στην κοιλιά του και αφού τον καθάρισε απ’ τα’ αγκάθια, είπε στο παιδί, «πες στον Άρη να μην τον κυνηγήσει τώρα που θα τον αφήσω».
Δεν μπορούσε να καταλάβει το παιδί, αλλά έκανε ότι του είπε, έπιασε μάλιστα κι απ’ το λουρί το σκυλί του για να είναι σίγουρος, «εδώ Άρη, εδώ».
Ο κυρ-Σπύρος άφησε το λαγό που απομακρύνθηκε με μεγάλα πηδήματα κάνοντας ζικ ζακ, το παιδί και το σκυλί, όπως το κράταγε το αφεντικό του κοιτούσαν απορημένα, ο Άρης δεν έκανε κίνηση να τον κυνηγήσει, αλλά το παιδί του είπε πάλι, εδώ, εδώ..!
Αφού εξαφανίστηκε ο λαγός, ο κυρ-Σπύρος εξήγησε γιατί τον ελευθέρωσε.
-Λαγουδίνα ήταν, είπε, κι απ’ ότι είδα, πρέπει να έχει μικρά που βυζαίνουν, κι αν την κρατάγαμε δε θα ζούσαν. Είναι ο καιρός που γέννησαν, γι’ αυτό θα σταματήσουμε να κυνηγάμε λαγούς μέχρι να μεγαλώσουν τα μικρά τους.
Κι ύστερα θα κυνηγάμε και τα μικρά τους σκέφτηκε ο Κωσταντής, αλλά γρήγορα έδιωξε αυτήν τη σκέψη απ’ το μυαλό του, γιατί τον στενοχωρούσε και τον προβλημάτιζε.
-Πρέπει να προσέχουμε Κωσταντή, συνέχισε ο κυνηγός, η αλήθεια είναι ότι δεν πρέπει να έχουμε πολλούς λαγούς γιατί θα κάνουν πολλές ζημιές στα σπαρτά, αλλά ούτε και να τους ξεπαστρέψουμε όλους, θέλει μέτρο, να το έχεις υπόψη σου κι εσύ όταν θα γίνεις κυνηγός. «Παν μέτρον άριστον», θυμήθηκε τη φράση που είχε ακούσει στο σχολείο απ’ το δάσκαλο της πέμπτης και της έκτης τάξης, αυτό θα σήμαινε.

Δεν είπε τίποτα, γιατί όλα ήταν μπερδεμένα μέσα στο μυαλό του, στην αρχή ενθουσιαζόταν όταν πιάνανε λαγούς, τώρα είχε αρχίσει να λυπάται, γι’ αυτό προσπάθησε να μάθει και στον Άρη να μην κυνηγάει, αλλά αυτό ήταν δύσκολο. Ο Άρης ήταν γεννημένος κυνηγός, κανένας δεν του έμαθε να βγάζει λαγούς, μόνος του ξεκίνησε και μόνος του έμαθε. Αυτό όμως έπρεπε να σταματήσει, δεν ήθελε ο Κωσταντής να ξαναδεί τρομαγμένα μάτια λαγού και να αισθάνεται την καρδούλα τους που πήγαινε να σπάσει, έπρεπε να βρει μια λύση. Αποφάσισε να μην ξαναπάει σε περιοχές που είχε λαγούς, πήγαινε στο βαλτότοπο που είχε άγριες πάπιες και άλλα πουλιά. Μάλιστα, εκεί θα πηγαίνουμε για κυνήγι αλλά δεν θα πιάνουμε πουλιά γιατί αυτά πετάνε ή βουτάνε στο νερό, κι έτσι θα μας μένει μόνο η χαρά του παιχνιδιού.

Ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν το πουλί πετούσε αφήνοντας στα κρύα του λουτρού τον Άρη, ή την έκπληξή του με τις νερόκοτες που βουτούσαν στο νερό.

Αμ’ έλα που το σκυλί είχε υπομονή και παρατηρητικότητα, κι άρχισε να αλλάζει την ταχτική του. Αν έβλεπε πουλιά που πετούσαν, δεν έτρεχε να τα κυνηγήσει, περίμενε να δει που θα κατέβαιναν και προσπαθούσε να πλησιάσει απαρατήρητος όσο πιο κοντά γινόταν. Προτιμούσε τα μεγάλα κοπάδια γιατί παρατήρησε ότι εκεί που είχε πολλά πουλιά, όταν τα τρόμαζε αυτά πάνω στην ταραχή τους να πετάξουν χτυπούσαν το ένα πάνω στο άλλο κι έτσι είχε ελπίδα να αρπάξει κάποιο, κάτι που δεν άργησε να γίνει όταν εντόπισε ένα κοπάδι αγριόπαπιες στην άκρη του βάλτου που είχε και καλαμιές. Πλησίασε πολύ κοντά απ’ την ξηρά, κι όταν όρμησε μέσα στο νερό με μεγάλα πηδήματα έγινε χαμός, τρομοκρατημένες αγριόπαπιες, μπλέχτηκαν μεταξύ τους και με τις καλαμιές και μπροστά τα μάτια του έκπληκτου Κωσταντή, άρπαξε μία από το φτερό και την κράτησε με τα πόδια του μέχρι να έρθει το αφεντικό του, που έτρεξε γρήγορα και πήρε την τραυματισμένη αγριόπαπια στα χέρια του, χωρίς να ξέρει τι να κάνει.

-Τι είσαι συ βρέ; Τόσο έξυπνος…! είπε κοιτώντας με θαυμασμό τον Άρη, πραγματικά πιάνεις πουλιά στον αέρα. Κι όχι μόνο στον αέρα, τις επόμενες μέρες έπιασε και βουτήχτρα. Είχε παρατηρήσει κι ο Κωσταντής πως όταν βουτούσαν, σε λίγο έβγαιναν πιο πέρα, συνήθως χωρίς να απομακρύνονται από την όχθη, έτσι το σκυλί που κι αυτό κατάλαβε ότι πάνε ή απ’ τη μια ή απ’ την άλλη μεριά, ακολουθούσε κι αυτός αθόρυβα και περίμενε στο σημείο που υπέθετε ότι θα έβγαινε η νερόκοτα, και δεν άργησε ν’ αρπάξει μία, χώνοντας μέσα στο νερό το κεφάλι του στο σημείο που είδε κάτι μαύρο να κουνιέται.
Στις πάπιες ο Κωσταντής μετά την πρώτη που έπιασε ο Άρης είχε το νου του και του χαλούσε τη δουλειά, ή έκανε θόρυβο για να πετάξουν, ή πέταγε κάποιο κομμάτι σκληρό χώμα και τα πουλιά τρόμαζαν και πετούσαν κι έτσι δεν προλάβαινε να τα αιφνιδιάσει και να τα πιάσει αυτό το πανέξυπνο σκυλί.
Έτσι εκτός από την πρώτη αγριόπαπια που πήγε σπίτι και την έκανε η μάνα του στο ταψί με φρέσκα κρεμμυδάκια και σταφίδες ξανθές, ένα φαγητό πολύ νόστιμο που του άρεσε πολύ, δεν ήθελε να πιάσουν άλλη πάπια.

Τη νερόκοτα, τη βουτήχτρα, όταν την πήγε σπίτι, η μάνα του είπε ότι αυτό δεν είναι νόστιμο, όπως και να το μαγειρέψεις, και να μην ξαναπιάσουν.
Έλεγε το παιδί «όχι Άρη, όχι» χλιαρά όμως γιατί διασκέδαζε τόσο πολύ το σκυλί μ’ αυτό το παιχνίδι στο νερό που έκανε τα στραβά μάτια, όταν όμως έπιανε ποτέ δεν του έλεγε μπράβο, όπως έκανε παλιά.

Μετά την πρώτη αγριόπαπια που ήταν κι η τελευταία, ο Κωσταντής ζήτησε από τον πατέρα του να μην το πει πουθενά, ούτε και στον κυρ-Σπύρο και πηγαίνουν το σκυλί να πιάνει και πουλιά γιατί όπως τα σήκωνε ο Άρης ο κυνηγός θα τα πετύχαινε όλα με κείνη την επαναληπτική καραμπίνα.

Όταν ξαναβγήκαν για κυνήγι λαγού, παρ’ όλο που ο Άρης ήταν λίγο μπερδεμένος, έβγαλε τρεις λαγούς, ο Κωσταντής για να σταματήσουν είπε στον κυρ-Σπύρο πως αυτός δε θέλει λαγό κι έτσι σταμάτησαν και γύρισαν πίσω.

-Μ’ αυτούς τους τρεις κι έναν που έχω στην κατάψυξη δε θα χρειαστεί να βγούμε. Να περάσει κι ο επόμενος μήνας κι όταν είναι θα σε ειδοποιήσω, είπε ο κυρ- Σπύρος και χώρισαν. Ωραία σκέφτηκε το παιδί, δε θα χρειαστεί να περνάει το μαρτύριο του τουφεκίσματος των λαγών.

Όταν ήταν μικρότερος δεν είχε τέτοια προβλήματα με τα ζώα και τα πουλιά, πίστευε ότι αυτό ήταν το σωστό, τα πουλιά στο ταψί κι οι λαγοί στιφάδο. Τι άλλαξε τώρα; Οι περισσότεροι φίλοι του, δεν είχαν τέτοια προβλήματα.

Σταμάτησαν να πηγαίνουν στο βαλτότοπο, όχι άλλες νερόκοτες, τώρα βολτάριζαν μόνο σε περιοχές που δεν είχε λαγούς και πάπιες, πήγαιναν σε περιοχές που σύχναζαν κοράκια, καρακάξες, σπουργίτια κι αλεπούδες, αυτά και να τα έπιανε ο Άρης δεν είχε πρόβλημα το παιδί, ήταν πάρα πολλά και κάνανε πολλές ζημιές στα σπαρτά, γι’ αυτό και τα είχαν επικηρυγμένα, όποιος παρέδιδε πόδια από κοράκια και καρακάξες του δίνανε μια δραχμή το ζευγάρι, αλλά οι κυνηγοί δε σπαταλούσαν φυσίγγια για να σκοτώσουν τέτοια πουλιά που δεν τρώγονταν κι όλας, γιατί τα λεφτά που τους έδιναν όταν τα παρέδιδαν, ήταν λιγότερα απ’ όσο κόστιζαν τα φυσίγγια.

Μια μέρα πηγαίνοντας προς την περιοχή των κορακιών είδαν μια αλεπού που είχε μια κότα στα σαγόνια της, μάλλον την είχε κλέψει από κάποιο κοτέτσι, κι έτρεχε με τη φουντωτή της ουρά να ανεμίζει. Ο Άρης μόλις την εντόπισε την πήρε στο κατόπι, πιο πίσω έτρεχε κι ο Κωσταντής. Η αλεπού μπροστά στον κίνδυνο παράτησε τη βαριά κότα κι έστριψε στο δρόμο που οδηγούσε στο νεκροταφείο. Ο δρόμος μπροστά τους χωριζόταν σε δύο, κι ο Κωσταντής πήγε απ’ την από δω μεριά, παροτρύνοντας τον Άρη να πάει απ’ την άλλη, για να την κυκλώσουν και να τη στριμώξουν στο συρμάτινο φράχτη του νεκροταφείου, κάτι που είχε κάνει ο Άρης πριν του το πει, έκοψε μάλιστα λίγο ταχύτητα για να προλάβει ο Κωσταντής και να είναι στην ίδια ευθεία και να οδηγούν την αλεπού προς τα σύρματα και να μην τη χάσουν μέσα στα χωράφια. Έτσι έγινε, η αλεπού στριμώχτηκε και πήγε κατευθείαν πάνω στα σύρματα και χώθηκε μέσα στα χόρτα που ήταν σύριζα στο φράχτη.

Σκυλί και παιδί έφτασαν εκεί νομίζοντας ότι τη στρίμωξαν αλλά η αλεπού είχε εξαφανιστεί, άνω κάτω έκαναν τα χόρτα πουθενά αυτή. Μύρισε ο Άρης σε όλες τις κατευθύνσεις αλλά τζίφος, δε βρήκε άκρη, μόνο στα σύρματα ήταν μια μικρή τρύπα, μάλλον η αλεπού μπήκε στο νεκροταφείο και χάθηκε μες τα μνήματα, προσπάθησε να μπει ο Άρης αλλά δε χωρούσε, άρχισε να σκάβει αλλά ο Κωσταντής του είπε: «όχι Άρη, θα πάμε απ’ την πόρτα». Και πήγαν.

Δεν τα μπορούσε τα νεκροταφεία το παιδί, καλά είπε στο σκυλί να πάνε απ’ την πόρτα, αλλά σφίχτηκε το στομάχι του όταν μπήκαν και άρχισαν να ψάχνουν.

Η μέρα ήταν ζεστή, ο ήλιος τσουρούφλιζε κι έκανε εκείνα τα κόλπα με τον αντικατοπτρισμό, που νομίζεις ότι βλέπεις κάτι σα νερά και ατμούς, ήταν κι ο φόβος από πάνω, μούσκεμα είχε γίνει ο Κωσταντής. Ο Άρης εκτός από το λαχάνιασμα δεν είχε πρόβλημα, όταν μάλιστα ήπιαν νερό απ’ τη βρύση, συνήλθε τελείως, το παιδί έριξε μπόλικο νερό και στο πρόσωπό του και συνέχισαν να ψάχνουν για την άφαντη αλεπού.

Είχαν ψάξει το μισό νεκροταφείο όταν ο Άρης στάθηκε σ’ ένα διάδρομο κι άρχισε να γαυγίζει, «σους» φώναξε σιγά ο Κωσταντής, «εδώ είναι νεκροταφείο», κι έτρεξε να δει τι βρήκε και να τον κάνει να σωπάσει. Αυτό όμως που είδε του έκοψε την ανάσα. Έμειναν και οι δυο, ο ένας κοκαλωμένος απ’ το φόβο κι ο άλλος στυλωμένος στα τέσσερα, να κοιτάζουν προς τη μεριά που τελείωνε το νεκροταφείο.

Καμιά δεκαριά μέτρα πριν τον πίσω φράχτη, μέσα σ’ ένα τάφο κάτι κουνιόταν.

Αυτό ήταν, άρχισε η Δευτέρα παρουσία και σηκώνονταν οι πεθαμένοι, μεσημεριάτικα όμως; Πίστευε ότι όταν θα γινόταν αυτή, η Δευτέρα παρουσία θα ήταν νύχτα, και μάλιστα μεσάνυχτα. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να ξεκαθαρίσει τι είναι αυτό που έβλεπαν, ο Άρης έκανε ακόμα δυο τρία βήματα γαυγίζοντας, πήρε θάρρος κι έκανε κι ο Κωσταντής ένα βήμα. Αυτό που κουνιόταν έμοιαζε με το… δρεπάνι του χάρου, αυτό το τεράστιο που κράταγε στις εικόνες που είχε δει. «Έλα Παναγία μου…!»
Ότι κι αν ήταν αυτό που κοιτούσαν, εξαφανίστηκε, και σε πολύ λίγο εμφανίστηκε ένα άσπρο πράμα σα μπόγος, το σκυλί σταμάτησε να γαυγίζει, η σιγή έφερε στον Κωσταντή μια ανατριχίλα, ο χρόνος σταμάτησε… και ξαφνικά πάνω απ’ τον άσπρο μπόγο εμφανίστηκε μια… νεκροκεφαλή, κι ένα χέρι κανονικό, όχι σκελετωμένο, ξεσκόνισε το πάνω μέρος…!
Αυτό ήταν, τώρα πια, ήταν εκατό τα εκατό σίγουρος ο Κωσταντής ότι ζωντάνευαν οι πεθαμένοι, δεν αποκλείεται μάλιστα κάποιοι να είχαν σηκωθεί και να ήταν πίσω τους. «Έλα Παναγία μου, ας μην είχε από πίσω τους κι άλλους..!», κι από ακίνητος έγινε πυραυλοκίνητος, έσπασε ρεκόρ στο ενάμιση χιλιόμετρο μέχρι να φτάσει στη γειτονιά του, ευτυχώς δεν είχε άλλους σκελετούς πίσω του, η Παναγιά τον άκουσε, ο Άρης ακολουθούσε κατά πόδας.

Έτσι όπως έτρεχαν παραλίγο να πέσουν πάνω στον Αναστάση, «ε…..» φώναξε αυτός, «σιγά τι τρέχετε έτσι μες τη ζέστη..!»
Ο λαχανιασμένος και κίτρινος σα λεμόνι Κωσταντής, προσπάθησε να εξηγήσει, μπορεί να έσπασε κάπως η φιλία τους πριν από δυο χρόνια για τον Άρη, αλλά πάλι έκαναν παρέα.
-Να… στα μνήματα…!
-Τι στα μνήματα;
Είπε κάτι ο Κωσταντής αλλά δεν κατάλαβε ο Αναστάσης.
-Τι έγινε στα μνήματα; Ηρέμησε και πες μου, σιγά-σιγά όμως, πάρε μια ανάσα.
-Να.. ένας σκελετός βγήκε απ’ τον τάφο του..
-Άντε βρε σαχλαμάρα, που ένας σκελετός βγήκε απ’ τον τάφο του..
Το σαχλαμάρα ενόχλησε τον Κωσταντή. Άκου σαχλαμάρας, και ποιος το λέει; Αυτός που έμεινε τρία χρόνια στάσιμος στο δημοτικό, ακόμα στην έκτη ήταν, αυτός κι αν ήταν σαχλαμάρας, αλλά τώρα το θέμα ήταν ο σκελετός.
-Αφού σου λέω τον είδααα…!
-Ποιος ξέρει τι είδες, έτσι που είσαι σα χεσμένος απ’ το φόβο σου και το νόμισες για σκελετό, πάμε να δούμε.
Κοντοστάθηκε λίγο ο Κωσταντής αλλά το μεγαλύτερο παιδί τον παρέσυρε.
-Έλα σου λέω, πάμε να δούμε, οι πεθαμένοι ούτε σηκώνονται, ούτε περπατούν, κάτι άλλο θα είδες.

Ξεκίνησαν με τον Αναστάση να προηγείται και λίγο πιο πίσω ο Άρης και τελευταίος ο Κωσταντής.
Όταν έφτασαν ο Αναστάσης ρώτησε σε ποια μεριά είδε το σκελετό και καλού κακού πήγαν απ’ έξω, πρώτα να δουν από μακριά. Πλησίασαν προσεχτικά, πρώτα άκουσαν ένα λαϊκό τραγούδι, νυχτερίδες κι αράχνες έλεγε ο τραγουδιστής μέσα στον καημό του, μετά είδαν τον Παπαγιώργη. Ο Παπαγιώργης δεν ήταν παπάς αλλά νεκροθάφτης και τον έλεγαν έτσι γιατί το επίθετό του ήταν Παπαγεωργίου και το όνομά του Γιώργης.
Πρώτα μίλησε ο Παπαγιώργης.

-Τι είναι βρε, τι κοιτάτε; Και χαμήλωσε το ραδιάκι με τις νυχτερίδες που είχαν χτίσει φωλιά μέσα στο άδειο κι έρημο σπίτι, για ν’ ακούσει τι θα πουν τα παιδιά, αλλά τα παιδιά δεν είπαν τίποτα και συνέχισε, «ελάτε μέσα να σας δώσω καρπούζι» και τους έδειξε ένα μεγαλούτσικο που είχε κόψει στη μέση, «αυτό δύσκολα θα το καταφέρω μόνος μου, κι είναι πολύ γλυκό» είπε δοκιμάζοντας, «γλυκό και δροσερό, το είχα παραχωμένο στο χώμα».

Ο Αναστάσης κοίταξε επιδοκιμαστικά τον Κωσταντή σαν να έλεγε, «είδες; τι σκελετοί και κουραφέξαλα, ο Παπαγιώργης ήταν», και ξεκίνησαν να πάνε μέσα, ακολούθησε κι ο Άρης, ήπιαν πάλι νερό απ’ τη βρύση, αλλά καρπούζι που ήταν παραχωμένο στον τάφο για να είναι δροσερό δεν έφαγαν, μόνο το σκυλί έξυσε με τα δόντια του μια φλούδα βγάζοντας μικρά ζουμερά κομματάκια καρπουζιού, μουσκεύοντας τα μουστάκια του, που τα έγλυψε βγάζοντας τη ροζέ γλώσσα του. Ο Παπαγιώργης του έβαλε ένα κανονικό κομμάτι αλλά αυτός προτιμούσε να ξύνει με τα δόντια του τη φλούδα και να δροσίζεται. Λίγο πιο πέρα απ’ το δέντρο που καθόταν ο νεκροθάφτης, ήταν ο ανοιγμένος τάφος και δίπλα ένα τσουβάλι.

-Λοιπόν, δε μου είπατε τι ψάχνατε.
-Αυτός, είπε ο Αναστάσης δείχνοντας τον Κωσταντή, είπε ότι είδε το χάρο, μετά ένα άσπρο πράμα να βγαίνει απ’ τον τάφο κι ύστερα μια νεκροκεφαλή με χέρια, του είπα ότι όλα αυτά είναι βλακείες, αλλά αυτός επέμενε κι ήρθαμε να δούμε, φαίνεται ότι τον βάρεσε η ζέστη.
Ο Άρης μύριζε το σακί.
-Αυτό είναι το σκυλί που πιάνει λαγούς μόνο του; ρώτησε ο νεκροθάφτης.
-Αυτό, είπε ο Κωσταντής.
-Δικό μου ήταν αλλά το έδωσα σ’ αυτόν, πετάχτηκε ο Αναστάσης.
-Λοιπόν συνέχισε ο Παπαγιώργης, τρώγοντας το δροσερό του καρπούζι, το άσπρο πράμα και η νεκροκεφαλή είναι μέσα στο τσουβάλι, εγώ τα έβγαλα απ’ τον τάφο, γιατί αύριο θα φέρουν να θάψουν μια κοπέλα που σκοτώθηκε σ’ ένα εργοστάσιο στη Γερμανία, τώρα τα χέρια που είδες είπε γυρνώντας στον Κωσταντή, μάλλον ήταν τα δικά μου που καθάρισα το καύκαλο, αυτό όμως που δεν μπορώ να καταλάβω είναι που είδες το χάρο, εκεί πράγματι τα μάτια σου απ’ το φόβο θα έκαναν πουλάκια.
-Ξέρω ’γω… ναι φοβήθηκα, αλλά σίγουρα κάτι είδα να κουνιέται μέσα στον τάφο.
-Ε… εγώ θα ήμουνα που πέταγα με το φτυάρι τα χώματα έξω, αυτό θα είδες, τα υπόλοιπα θα τα έκανε η φαντασία σου.
Γέλασαν όλοι, πιο πολύ ο Αναστάσης που όταν χόρτασε γέλιο είπε.
-Είδες που σου είπα ότι ήταν όλα μπούρδες, άκου χάρος και σκελετοί που ζωντάνεψαν.
-Πολλά μπορείς να φοβάσαι στη ζωή, μίλησε σοβαρά ο Παπαγιώργης ο νεκροθάφτης. «Πολλά, και πιο πολύ τους ζωντανούς, οι πεθαμένοι δεν μπορούν να σου κάνουν τίποτα, και ποτέ κανένας δε σηκώθηκε απ’ τον τάφο του, αυτά που λένε είναι παραμύθια, να…!» είπε κι έδειξε το τσουβάλι, «τι να φοβηθείς, ένα μάτσο κόκκαλα κι ένα κρανίο, που περιμένουν να ξαναθαφτούν, και να ησυχάσουν πάλι, θεός σχωρέσ’ τον. Ευτυχώς που δε ζει για να περάσει κι αυτό το φαρμάκι με την εγγονή του, να ένα φόβιο πράμα, τα ατυχήματα στις φάμπρικες της Γερμανίας, πολλούς έφεραν από κει μέσα σε σφραγισμένα ακριβά φέρετρα».

Ο Άρης πήγε προς τους τελευταίους τάφους στην άκρη του νεκροταφείου και κάτι έψαχνε.

-Θα βρήκε τη φωλιά της αλεπούς. Προς τα κει είναι αλλά έξω απ’ το νεκροταφείο, είναι πολύ πονηρή αλεπού, αν την κυνηγάνε ποτέ δεν πάει στη φωλιά της, κάνει και διάφορα κόλπα, τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση κι εξαφανίζεται, αλλά το πιο αγαπημένο της κόλπο είναι όταν τη κυνηγούν πάει στην άλλη μεριά του νεκροταφείου που έχει μια τρύπα στα σύρματα, αλλά μπαίνει μερικά μέτρα και ξαναβγαίνει, κι ύστερα μέσα απ’ τα χόρτα κάνει το γύρο κι αφού σιγουρευτεί ότι την έχασαν αυτοί που την κυνηγούσαν, πάει προσεχτικά στη φωλιά της που είναι κάπου εκεί που ψάχνει το σκυλί, τώρα είναι σίγουρο ότι θα τη βρει.

Μμμ σκέφτηκε ο Κωσταντής γι αυτό τη χάσαμε την πονήρω, αλλά τώρα είναι σίγουρο ότι θα σε βρει ο Άρης.

Κι έτσι έγινε, πρώτα έκανε το γύρο και βγήκε απ’ έξω και σε λίγο ακούστηκαν γαυγίσματα κι είδαν το σκυλί που έσκαβε σε μια τρύπα που ήταν σ’ ένα λοφάκι με θάμνους. Έτρεξαν έξω και τα παιδιά και προσπαθούσαν να τη βγάλουν, «έτσι αποκλείεται να τη βγάλετε είπε ο Παπαγιώργης που είχε μείνει μέσα στο νεκροταφείο, αυτή μόνο με καπνό θα βγει, κι έδωσε οδηγίες, που τα δυο παιδιά τις ακολούθησαν κατά γράμμα.

Έβαλαν φωτιά σε ξερά ξύλα που μάζεψαν, μετά έβαζαν από πάνω χλωρά ή βρεγμένα χόρτα κι όταν αυτά έπαιρναν κάπως φωτιά κι έβγαζαν μπόλικο καπνό τα έβαζαν στην τρύπα της φωλιάς και περίμεναν. Στην αρχή δεν έγινε τίποτα, αλλά τα δυο παιδιά περίμεναν. Ο Άρης με κατακόκκινα μάτια απ’ την καπνιά, γιατί όλο κι έχωνε τη μούρη του στη φωλιά και προσπαθούσε να σκάψει. Ο Κωσταντής άλλαζε τα χόρτα όταν τα προηγούμενα είχαν σβήσει και δεν έβγαζαν καπνό κι ο Αναστάσης κρατούσε ανοιχτό ένα τσουβάλι, πολύ κοντά στην φωλιά, κι είχαν γίνει και τα δικά του μάτια κόκκινα κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα και οι μύξες.

Είχαν σχεδόν βαρεθεί όταν πετάχτηκε η αλεπού, και φρουπ..! χώθηκε μέσα στο σακί που παραλίγο να του φύγει του Αναστάση γιατί τρόμαξε και αιφνιδιάστηκε απ’ το ξαφνικό πέταγμα και τη δύναμη που έπεσε η αλεπού μέσα στο σακί. Γρήγορα-γρήγορα έδεσαν το τσουβάλι στο πάνω μέρος μ’ ένα σπάγγο.
Ζημιές έκανε η αλεπού, κοτόπουλα έκλεβε, αλλά ο Κωσταντής λυπήθηκε, κι αν είχε μικρά μέσα στη φωλιά, τι θ’ απογίνουν; Δεν είπε τίποτα στον Αναστάση που κρατούσε δυνατά το τσουβάλι με την αλεπού μέσα που χτυπιόταν.

Σε λίγες μέρες του έφερε τα μισά, όπως είπε, απ’ τα λεφτά που πήρε όταν παρέδωσε την ουρά της αλεπούς στο δασαρχείο, εκεί έδιναν τα χρήματα που ήταν πιο πολλά απ’ όσα έδιναν για τα πόδια των πουλιών. Ο Κωσταντής τα πήρε αλλά πάλι δεν αισθάνθηκε καλά. Ούτε αλεπούδες θα κυνηγάς από δω και πέρα είπε στο σκύλο του, κι αν τύχαινε να βρει καμιά φωλιά τον έπαιρνε και φεύγανε. Δεν έλεγε τίποτα, ούτε στον Αναστάση ούτε σε κανέναν άλλο μην προδώσει το μέρος που ήταν η φωλιά.

Είχε περάσει και το δεύτερο καλοκαίρι από τότε που τέλειωσε το δημοτικό ο Κωσταντής όταν συνάντησε το δάσκαλό του στην πλατεία, που έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν έμαθε ότι το παιδί δεν πήγαινε στο γυμνάσιο. Βρήκε τον πατέρα του και τον ρώτησε, αλλά η απάντηση ήταν η ίδια, τα έξοδα ήταν πολλά, να βρεις τρόπο να πάει και τώρα, είναι μικρός ακόμα κι εγώ θα φροντίσω να δώσει εξετάσεις. Έμεινε πάλι έτσι το πράμα, τι τρόπο να βρει για να βγάλει λεφτά;

Τον τρόπο τον βρήκε ο Άρης, λες και κατάλαβε το πρόβλημα. Και να πως έγινε.

Αποφεύγοντας όλες τις περιοχές που είχαν λαγούς, πάπιες κι αλεπούδες, πήγαιναν ταχτικά προς το λόφο. Εκεί ήταν μια μεγάλη πηγή και μέσα στα νερά που είχαν κάνει λιμνούλα κάτω απ’ τα πλατάνια, έπαιζαν με τα βατράχια. Ούτε ο Κωσταντής τα χτυπούσε ούτε ο Άρης τα δάγκωνε ενώ μπορούσε, μάλλον τα σιχαίνονταν κι αυτό φαινόταν απ’ την αντίδραση πως σούφρωνε τη μουσούδα του και φταρνίζονταν, μάλλον τον ενοχλούσε κάποια μυρουδιά που έβγαζαν, έτσι τα κυνηγούσαν μόνο κι αυτά βουτούσαν στο νερό πήγαιναν λίγο πιο πέρα κι έβγαζαν το κεφάλι τους να κοιτάξουν τι κάνουν οι κυνηγοί τους.

Όταν βαριόντουσαν κι αυτό το παιχνίδι πήγαιναν και ξάπλωναν κοντά στην πηγή.

Στην αρχή ο Άρης φάνηκε κάτι να ψάχνει γύρω-γύρω απ’ την πέτρινη πηγή και κάποια στιγμή άρχισε να σκάβει σ’ ένα σημείο. Απόρησε ο Κωσταντής, τι να ήταν εκεί, γιατί να σκάβει το σκυλί, τι ψάχνει εκεί; «Μη» του είπε, «μη χαλάς εδώ το χώμα, άστο έτσι όμορφο που είναι με τα χόρτα και τα αγριολούλουδα».

Ο Άρης σταμάταγε, αλλά σε λίγο πήγαινε πάλι στο ίδιο σημείο κι επέμενε να σκάβει γαυγίζοντας σιγά στον Κωσταντή σαν να τον καλούσε να βοηθήσει.

Αυτό συνεχίστηκε σχεδόν όλη τη βδομάδα με τον Άρη να επιμένει να σκάψουν εκεί, στο ίδιο πάντα σημείο. Δεν μπορούσε να καταλάβει όλη αυτή την επιμονή του Άρη, γιατί το σκυλί πάντα τον άκουγε όταν του ζητούσε κάτι, τώρα γιατί επέμενε τόσο; Το είπε στον πατέρα του, το και το, επιμένει όσο κι αν τον μαλώνω να σκάψει σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο εδώ και δέκα μέρες σχεδόν.

-Πού; Ρώτησε ο πατέρας του, πού επιμένει να σκάψει, μήπως έχει εκεί αλεπούδες ή ποντίκια;
-Όχι είπε το παιδί, δεν έχει τέτοια εκεί, ίσως κανένα φίδι, αλλά κι αυτά είναι προς τα νερά πιο κάτω.
-Σε ποιο μέρος; ξαναρώτησε ο πατέρας.
-Κοντά στη μεγάλη πηγή, προς το λόφο.
-Την πέτρινη τη μεγάλη;
-Ναι.
Δε μίλησε ο πατέρας του, σκεφτόταν. «Καλά», είπε στο τέλος, «αν επιμένει να σκάβει να μου το πεις».
Επέμενε ο Άρης την επόμενη φορά που πήγαν, το ίδιο και τη μεθεπόμενη κι όποτε πήγαιναν εκεί.
-Επιμένει είπε στον πατέρα του, κάτι είναι εκεί.
-Λες, αναρωτήθηκε ο πατέρας του, λες;
-Τι να πω, απάντησε το παιδί, δεν κατάλαβα.
-Ξέρω ’γω Κωσταντή, πολλά ακούγονται για κείνο το μέρος από παλιά. Λες; Αναρωτήθηκε άλλη μια φορά.
Ο Κωσταντής πήγε στη μάνα του, αυτή θα του έλεγε τι μπορεί να συμβαίνει γιατί του πατέρα του δύσκολα του έπαιρνες λέξη, όλο λες και λες έλεγε.
-Λίρες του είπε η μάνα του, εκεί ακούγεται ότι έχουν θάψει λίρες, αλλά όσοι προσπάθησαν κανείς δεν τις βρήκε, είναι λέει δεμένες με μάγια, αν πας κοντά και μιλήσεις τόσο πιο πολύ βυθίζονται στο χώμα, λένε και άλλα πολλά, ότι πρέπει να σκάψεις νύχτα που να μην έχει φεγγάρι και να μην είναι μαζί γυναίκα, ακόμα ότι κάτι μεγάλες πέτρες μετακινούνται και είναι επικίνδυνο, και…
-Εντάξει μάνα, εντάξει κατάλαβα ότι εκεί μπορεί να έχει λίρες.

Η μάνα του ήταν το αντίθετο από τον πατέρα του, αν άρχιζε να μιλάει δε σταμάταγε, ήταν και παραμυθατζού, ένα άκουγε, δέκα τα έκανε με τη φαντασία της.

-Θα σκάψουμε πατέρα;
-Θα σκάψουμε, θα σου πω.
Και του είπε, ένα βράδυ που το φεγγάρι δε φαινόταν πουθενά, ούτε τα άστρα και το σκοτάδι ήταν τόσο πυκνό που δεν έβλεπες ούτε τη μύτη σου.
-Απόψε Κωσταντή, απόψε θα πάμε. Ο Άρης προπορευόταν μέσα στη νύχτα και δε φαινόταν καθόλου. Ο Κωσταντής σκιάχτηκε, «είναι πολύ σκοτεινά» είπε «δε θα βλέπουμε».
-Δε χρειάζεται να βλέπουμε, είπε ο πατέρας του, ούτε και να μιλάμε, πάρε την τσάπα. Την πήρε ο Κωσταντής κι αισθάνθηκε καλύτερα κρατώντας την, «τον κασμά θα τον κρατάω εγώ», κρατούσε ακόμα ένα φτυάρι κι ένα σακί, «ξέρουμε το μέρος, μη φοβάσαι και μη μιλάς».

Όταν έφτασαν στην πηγή, ο Άρης είχε σκάψει αρκετά, ο πατέρας του τον έσπρωξε απαλά και συνέχισε με τον γκασμά γιατί το χώμα σκλήρυνε και το πέταγε έξω από το λάκκο με το φτυάρι. Ο Κωσταντής το τράβαγε με την τσάπα λίγο πιο πέρα.

Είχαν σκάψει κοντά μισό μέτρο και δε βρήκαν τίποτα. Σκάψανε κι άλλο και κάπου βρήκε ο γκασμάς, έσκυψε ο πατέρας του και ψαχούλεψε, όχι πέτρα ήταν. Την πέταξε έξω και συνέχισε, αυτός δεν πίστευε ότι οι πέτρες μετακινούνταν. Μέτρο κόντευαν να φτάσουν και πάλι κάπου σκάλωσε η μύτη του γκασμά, σε κάτι μαλακό τώρα, πάλι ψαχούλεψε κι έβγαλε ένα μισό-σαπισμένο σακί με κάτι σα παλιόρουχα μέσα. Κουράστηκε, σκουπίστηκε, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, λίγο ακόμα σκέφτηκε.

Άνθρακες ο θησαυρός, θυμήθηκε τη φράση ο Κωσταντής, μάλλον εδώ ταίριαζε, αν και αντί για άνθρακες βρήκαν μια πέτρα και ένα τσουβάλι με παλιόρουχα.
Γκουπ, γκουπ συνέχισε το σκάψιμο ο πατέρας του, ίσως αυτά να ήταν σημάδια ότι σκάβουν στο σωστό μέρος.
Δεν άργησε ο γκασμάς να βρει κάπου, αυτή τη φορά ήταν ένα μεταλλικό σκουριασμένο κουτί, τενεκές πρέπει να ήταν, αλλά μισός. Ήταν τυλιγμένος με κουρέλια και νάιλον.
Έσκαψε προσεχτικά γύρω -γύρω και με πολύ κόπο τον έβγαλε έξω, ήταν βαρύ πράμα, έσκαψε λίγο ακόμα μήπως υπάρχει και κάτι άλλο αλλά δε βρήκε τίποτα. Ο Κωσταντής ψαχούλεψε κι αυτός τον τενεκέ. Λες; προσπάθησε να καταπιεί το σάλιο του αλλά ήταν αδύνατον, είχε στεγνώσει ο λαιμός του. Λες…!

Βγήκε κατάκοπος απ’ το λάκκο ο πατέρας κι άρχισε να φτυαρίζει το χώμα μέσα για να τον κλείσει, ο Κωσταντής βοηθούσε τραβώντας χώμα με την τσάπα. Στο τέλος πάτησαν το χώμα κι έριξαν από πάνω χορτάρια για να μη φαίνεται ότι εκεί έσκαψε κάποιος, έπρεπε να καλύψουν τα ίχνη τους.
Βαρύς ήταν ο τενεκές, που έβαλε μέσα στο τσουβάλι και τον σήκωσε στην πλάτη του, καλό σημάδι αυτό, αλλά τους βγήκε η πίστη μέχρι να φτάσουν στο σπίτι ο κυρ-Γιάννης κι ο γιος του, που κουβάλαγε όλα τα υπόλοιπα.

Η μάνα του περίμενε και τους άνοιξε την πόρτα, ο Άρης ξάπλωσε μπροστά στην εξώπορτα, ο πατέρας ακούμπησε κάτω το σακί με το κουτί, η μάνα του τράβηξε τις κουρτίνες χαμήλωσε και τη λάμπα, για να μη φαίνονται απ’ έξω. Ο Κωσταντής άφησε σε μια γωνία τα εργαλεία που κουβάλησε μέσα στο δωμάτιο.
Το καπάκι ήταν κολλημένο και δεν έβγαινε. Αναγκάστηκε ο κυρ-Γιάννης να το κόψει σιγά -σιγά και προσεχτικά.
Επιτέλους φάνηκε τι είχε μέσα. Ένα νάιλον καθαρό και μέσα αρκετά μασούρια και το κάθε ένα τυλιγμένο πάλι με νάιλον και χαρτί. Άνοιξε ένα μασούρι και φώτισε το δωμάτιο απ’ τη λάμψη που έβγαλαν οι λίρες.
Δε μέτρησε ο πατέρας του, το θεωρούσε γρουσουζιά, πάντως ήταν αρκετές.

Κράτησε το ανοιγμένο μασούρι και τις υπόλοιπες τις φύλαξε σε σίγουρο μέρος. Δυο τρεις έπαιρνε κάθε φορά που χρειαζόταν χρήματα και πήγαινε βέβαια πολύ μακριά απ’ τον τόπο τους, εκεί που δεν τον ήξεραν για να τις χαλάσει, και κάθε φορά σε άλλο μέρος, σε άλλο αγοραστή. Δεν ήθελε να δώσει στόχο και ψάξουν ποιος είναι αυτός που σπάει λίρες, γιατί ποιος ξέρει σε τι μπελάδες θα έμπλεκε.

Η πρώτη δουλειά του πατέρα ήταν να πάει στο δάσκαλο, «βρήκα τρόπο» είπε, «θα βοηθήσουν και οι συγγενείς, μπορεί να δώσει εξετάσεις;»
Θα μπορέσει, είπε ο δάσκαλος, μόνο πες του να διαβάσει ξανά τα βιβλία της πέμπτης και τις έκτης, να έρθει να με βρει, θα τον βοηθήσω κι εγώ.
Σε κλίμα μεγάλης ευφορίας για όλη την οικογένεια, με έντονη συμμετοχή και του Άρη, ο Κωσταντής διάβαζε και έδωσε εξετάσεις το Σεπτέμβριο και ήταν απ’ αυτούς που πέρασαν, κι έτσι σε μερικές μέρες, αν και μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά της πρώτης, θα γινόταν γυμνασιόπαιδο.

Η μάνα του τα είχε ετοιμάσει όλα, το δωμάτιο που θα έμενε, το εστιατόριο που θα έτρωγε, να του δίνουν ότι θέλει είπε στο αφεντικό, είναι αδύνατος, κι αυτή κάθε τέλος του μήνα θα τα πλήρωνε όλα. Του πήρε ακόμα ρούχα κι όλα τα χρειαζούμενα, κι έτσι όταν ήρθε η μέρα πήραν τα πράγματά τους και πήγαν στη στάση. Ο Άρης ακολούθησε μέχρι εκεί και περίμενε κι αυτός, όταν όμως ήρθε το λεωφορείο, ο Κωσταντής του είπε «σπίτι Άρη, σπίτι», κι αυτός με απορία στα μάτια ξεκίνησε για το σπίτι αλλά κοιτούσε και το λεωφορείο που απομακρυνόταν με τον Κωσταντή και τη μάνα του μέσα.

Το απόγευμα όταν ξανάρθε το λεωφορείο αυτός ήταν στη στάση, αλλά κατέβηκε μόνο η μάνα, περίμενε λίγο κι ύστερα ακολούθησε, τι έγινε τώρα, που είναι ο Κωσταντής; Πήγε και τις επόμενες μέρες στη στάση όταν ερχόταν το λεωφορείο, αλλά δεν κατέβαινε το αφεντικό του.

-Το Σάββατο θα έρθει ο Κωσταντής του έλεγε η μάνα όταν τον έβλεπε να γυρνάει στενοχωρημένος, κι αυτός την κοιτούσε στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει τι του λέει.
Το απόγευμα του Σαββάτου όμως όπως ήταν ξαπλωμένος πετάχτηκε σαν ελατήριο, μύρισε τον αέρα κι έφυγε σφεντόνα για τη στάση και τον προϋπάντησε πηδώντας ψιλά και βγάζοντας κραυγές χαράς και παράπονου, σαν να έλεγε που ήσουνα, που ήσουνα…

Αυτό συνεχίστηκε όλη τη σχολική χρονιά, κατάλαβε ακόμα τι σημαίνει Σάββατο απόγευμα και πήγαινε στη στάση απ’ το μεσημέρι.

Κάποια μέρα ο Κωσταντής γύρισε με το ενδεικτικό της πρώτης και είπε στον Άρη ότι δε θα ξαναφύγει, κι όλο το καλοκαίρι θα είναι δικό τους.

Τη Δευτέρα το πρωί ο Άρης ήταν λίγο ανήσυχος και περίμενε τον Κωσταντή για να τον συνοδέψει μέχρι τη στάση, αλλά αυτός κοιμόταν του καλού καιρού.

Το καλοκαίρι πέρασε όμορφα, οι βόλτες πιο πολλές στη μεγάλη πηγή, ατελείωτα παιχνίδια με τα βατράχια, κι όταν τύχαινε να μυρίσει σε κάποιο σημείο έντονα, η καρδιά του Κωσταντή πετάριζε. Λες; «ψάξε, ψάξε έλεγε, ψάξε, έχει;» Αλλά δεν είχε, ο Άρης μύριζε ψάχνοντας εξονυχιστικά γύρω απ’ την πέτρινη πηγή, αλλά πουθενά δεν προσπάθησε να σκάψει, «δεν πειράζει αγόρι μου δεν πειράζει, άλλωστε όπως είπε ο πατέρας αυτές που βρήκες ήταν αρκετές».

Ένα περιστατικό που συνέβη το επόμενο καλοκαίρι ανησύχησε τον Κωσταντή, γιατί πρώτη φορά εξαφανιζόταν αρκετές ώρες ο σκύλος του. Έψαχνε να τον βρει, τον φώναζε να έρθει αλλά τίποτα, ούτε φωνή ούτε ακρόαση, γυρνούσε αργά το απόγευμα ή τη νύχτα.

Ένα πρωινό ακολούθησε τη διαδρομή που έπαιρνε το σκυλί κι εξαφανιζόταν προς την επάνω γειτονιά. Περπάτησε αρκετά μακριά στην ίδια κατεύθυνση και δεν άργησε να τον βρει. Ήταν έξω από ένα σπίτι, όρθιος στα δυο του πόδια. Το σκυλί γύρισε και τον κοίταξε κουνώντας λίγο την ουρά του και συνέχισε να κοιτά μέσα στην αυλή. Πλησίασε κι αυτός δίπλα του και είδε τι ήταν αυτό το τόσο ενδιαφέρον που κοιτούσε με λαχτάρα ο Άρης. Ήταν μια όμορφη ασπρόμαυρη σκυλίτσα, δεμένη κάτω από μια κερασιά, που κι αυτή κοιτούσε προς το μέρος τους γρυλίζοντας.

Μάλιστα, αυτό ήταν λοιπόν, ο κύριος ερωτεύτηκε, γι’ αυτό εξαφανιζόταν, ερχόταν στην όμορφη ασπρόμαυρη κι έψαχνε τρόπο να τρυπώσει στην αυλή, αλλά ο τοίχος ήταν τσιμεντένιος και τα κάγκελα ψιλά με μικρό άνοιγμα που δε χωρούσε ούτε το κεφάλι του, μόνο το μπροστινό του πόδι έβαζε μέσα και την καλούσε, αλλά το λουρί που ήταν δεμένη η ασπρόμαυρη ήταν κοντό και δεν μπορούσε να έρθει πιο κοντά του. Έτσι πήγαινε και την κοιτούσε απ’ έξω περιμένοντας την ευκαιρία να τρυπώσει, κάτι ήταν κι αυτό.

Τώρα έτσι για να έχουμε εκτός από τον ερωτευμένο Άρη, ερωτευμένο και τον Κωσταντή, από την πόρτα του σπιτιού βγήκε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα, στην ηλικία του περίπου, που όταν πλησίασε κοντά τους είδε και τα σμαραγδένια της μάτια, πωωω..! ήταν πιο όμορφη από όμορφη.

-Δικός σου είναι αυτός ο μαύρος; ρώτησε.
-Δικός μου, βιάστηκε να απαντήσει ο Κωσταντής.
-Απ’ τη μέρα που είναι στις.. μέρες της η Λίζα μας, απ’ έξω ξημεροβραδιάζεται, αλλά ο πατέρας μου την έδεσε γιατί δε θέλει να ζευγαρώσει, είναι μικρούλα ακόμα για να κάνει σκυλάκια, είπε η ξανθιά και κοκκίνισε λίγο γιατί ντράπηκε μ’ αυτά που είπε.

Τον Κωσταντή δεν τον ένοιαζε, του άρεσε τόσο που σχεδόν δεν άκουγε τι έλεγε. Έτσι οι ερωτοχτυπημένοι έγινα δύο, πηγαίνανε μαζί στο σπίτι της Λίζας για να βλέπει ο καθένας την αγαπημένη του.

Αλλά ούτε ο Άρης έγινε πατέρας, ούτε οι σχέσεις των δύο παιδιών που.. «τα έφτιαξαν», προχώρησε, ούτε ένα φιλάκι πρόλαβαν να αλλάξουν οι μικροί εραστές, γιατί η Βασιλική -αυτό ήταν το όνομα της όμορφης ξανθιάς- μια μέρα που ξαναπήγαν του είπε ότι θα φεύγανε οικογενειακώς για την ξενιτιά, και τη Λίζα την είχαν πάει σ’ ένα γειτονικό σπίτι, στη θεία της, αλλά αφού δεν ήταν στις μέρες της δεν ενδιαφέρθηκε ούτε ο Άρης. Έτσι οι δυο ερωτευμένοι έμειναν πάλι μόνοι.

Χωρίς έρωτες πέρασαν και τα υπόλοιπα καλοκαίρια που σπούδαζε ο Κωσταντής, γεμάτα βόλτες και παιχνίδια. Το τελευταίο καλοκαίρι τα πράματα ήταν διαφορετικά, περίεργες ετοιμασίες, ο μεγάλος Κωσταντής δεν έβγαινε πολλές βόλτες με τον Άρη και το Σεπτέμβρη, αντί για την τσάντα του κράταγε όταν έφευγε τις Δευτέρες το πρωί, τώρα μεσημεριάτικα κρατούσε μια μεγάλη βαλίτσα κι η κλαμένη μάνα του μια τσάντα, κι ο πατέρας του κουβαλούσε ένα μεγάλο χαρτόκουτο, και δεν πήγαν στη στάση του λεωφορείου αλλά προς το σταθμό του τρένου. Στη διαδρομή του είπε ότι δεν θα έρχεται τα Σάββατα, αλλά θα έρθει τα Χριστούγεννα. Έφτασαν στο σταθμό και σε λίγο ήρθε και το τρένο, ο Άρης τρόμαξε κι απομακρύνθηκε, πολύ φυσούσε αυτό το πράμα κι έκανε φοβερό θόρυβο.

Όταν το τρένο ξαναέφερε τον Κωσταντή, ήταν χειμώνας κι ο Άρης κοιμόταν στη φωλιά του και τον πήρε χαμπάρι λίγο πριν μπει στην αυλή, σέρνοντας τη μεγάλη του βαλίτσα, αλλά πέρασαν γρήγορα οι μέρες και ξαναέφυγε χωρίς ούτε μια βόλτα να πάνε, όλο μέσα στο σπίτι ήτανε και διάβαζε.

Το πρώτο καλοκαίρι ήρθε για λίγο, είχε βρει δουλειά στην πόλη που σπούδαζε και δεν μπορούσε να λείψει παραπάνω, αυτό έγινε και το δεύτερο καλοκαίρι, ούτε δέκα μέρες κάθισε και ξαναέφυγε, αλλά το τρίτο που τέλειωσε τις σπουδές του ήρθε και έκατσε όχι μόνο το καλοκαίρι αλλά και το Σεπτέμβρη και σχεδόν όλο τον Οκτώβρη, μέχρι που άρχισαν πάλι αυτές οι περίεργες ετοιμασίες. Βαλίτσα όμως αυτήν τη φορά η μάνα του δεν του ετοίμασε, μόνο μια τσάντα, και τα μάτια της ήταν πάλι κατακόκκινα από το κλάμα περισσότερο απ’ τις άλλες φορές που έφευγε.

Ο πατέρας του τον αποχαιρέτησε στο σπίτι, λέγοντάς του να είναι δυνατός, κι ότι τώρα θα γίνει άντρας. Δηλαδή τι; Σκέφτηκε ο Κωσταντής, είκοσι δυο χρονών παλληκάρι τι ήταν μέχρι τώρα; Ο στρατός θα τον έκανε άντρα;

Η μάνα του κι ο Άρης τον συνόδεψαν πάλι μέχρι το σταθμό. Εκεί ήταν κι άλλες μάνες που αποχαιρετούσαν τα παιδιά τους, όλα τα μάτια ήταν βουρκωμένα, ακόμα και του Άρη, ήξερε κι αυτός από χωρισμούς, αλλά τώρα γιατί τόσοι πολλοί; Όταν ήρθε το τρένο απομακρύνθηκε πάλι και κοιτούσε από μακριά.

Δυο μήνες μετά, στην πρώτη άδεια του Κωσταντή, αφού μύρισε προς το σταθμό, έτρεξε και προϋπάντησε το φαντάρο αφεντικό του, κι αυτό γινόταν κάθε φορά που ερχόταν με άδεια.
Κάποτε τέλειωσε ο στρατός και γύρισε ο Κωσταντής με το απολυτήριο. Πέρασε ένας μήνας κι άρχισαν πάλι ετοιμασίες, τώρα θα έφευγε για την πρωτεύουσα. Αυτήν τη φορά εκτός απ’ τη μάνα του και τον Άρη τον συνόδεψε κι ο πατέρας του, είχε να πάρει μαζί του πολλά πράμματα, δυο τσάντες, τη μεγάλη βαλίτσα και διάφορα κουτιά με τρόφιμα.
Οι γονείς προπορεύονταν και λίγο πιο πίσω ο Κωσταντής με τον Άρη.

-Αυτήν τη φορά θ’ αργήσω να γυρίσω, είπε σιγά, αυτήν τη φορά πάω πολύ μακριά, αλλά κάποια στιγμή θα γυρίσω, αυτήν τη φορά και τα δικά του μάτια ήταν βουρκωμένα, κι αφήνοντας κάτω τη βαλίτσα τάχα μου προσπαθούσε να σκουπίσει τον ιδρώτα του, αλλά σκούπιζε δάκρια.

Είχε το νου του ο Άρης όταν άκουγε το τρένο, μύριζε τον αέρα, αλλά δεν έπιανε τη μυρουδιά του.

Τα χρόνια πέρασαν, λίγα για τον Κωσταντή, αλλά πολλά για τον Άρη. Τη μέρα που γύρισε, καλοκαίρι ήταν, άκουσε το τρένο, μύρισε από συνήθεια τον αέρα, αλλά μόνο όταν μπήκε στην αυλή, τον πήρε χαμπάρι κι έτρεξε, όσο μπορούσε, κοντά του.

Κάνανε περιπάτους πάλι, πήγαν στα μέρη που κυνηγούσαν, πήγαν και στη μεγάλη πηγή όπου βρήκαν τις λίρες, αλλά δεν κυνήγησαν τα βατράχια που κόαζαν ασταμάτητα.
Ήταν ωραίες αυτές οι μέρες που ήταν μαζί. Ο Κωσταντής δεν ήξερε ότι ήταν οι τελευταίες, ο Άρης όμως ήξερε και χαιρόταν όπως τότε που ήταν κουτάβι, κι ας μην μπορούσε να τρέξει πέρα δώθε, όπως τότε.

Άρης - Γιώργος Πολυχρονίδης

Την επόμενη χρονιά που ξαναήρθε, καλοκαίρι ήταν πάλι, δε τον βρήκε ούτε στην αυλή, ούτε στη φωλιά του. Ο πατέρας του, του έδειξε το μέρος που τον είχε θάψει, εκεί έξω απ’ το νεκροταφείο.

«Γεια σου Άρη, γεια σου αγόρι μου, να είσαι καλά εκεί στον παράδεισο των σκυλιών. Κάθισε δίπλα του αρκετή ώρα και του μιλούσε. Το μάτι του έπεσε στο σημείο που ήταν η φωλιά της αλεπούς που έπιασαν τότε με τον Αναστάση.
«Θυμάσαι», είπε, «θυμάσαι;»

Αυτός ήταν ο τελευταίος χωρισμός, «απ’ την πρώτη στιγμή που σε πήρα στην αγκαλιά μου, πόσοι χωρισμοί, πόσες στενοχώριες, αλλά και πόσες χαρές..! θα σε θυμάμαι και θα σ’ αγαπάω πάντα, πάντα..»

Αργά, αργά όταν είχε αρχίσει να βραδιάζει ξεκίνησε για το σπίτι. Πίσω του άκουγε το χαρούμενο λαχάνιασμα του Άρη.

Τ Ε Λ Ο Σ

Ευχαριστίες

Ευχαριστούμε θερμά τον Γιώργο Πολυχρονίδη για την άδεια που μας έδωσε να δημοσιεύσουμε το ανέκδοτο αυτό διήγημά του στη Ματιά! Είναι ένα δώρο καρδιάς από ένα δημιουργό που αγαπάμε και εκτιμούμε ιδιαίτερα!

Πνευματικά δικαιώματα

Τα πνευματικά δικαιώματα του έργου αυτού ανήκουν στον δημιουργό του, Γιώργο Πολυχρονίδη. Απαγορεύεται αυστηρά η αντιγραφή και αναμετάδοση μέρους ή ολόκληρου του έργου, χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού του.

Σχετικά άρθρα