Αγάπης Λόγια, Αργύρης Εφταλιώτης

Last modified date

Πλεξούδα πλεξίδα

Αγάπης Λόγια, Αργύρης Εφταλιώτης

Η ποιητική συλλογή “Αγάπης Λόγια” δημοσιεύθηκε το 1891. Ο Αργύρης Εφταλιώτης τα έγραψε για τη γυναίκα του, όταν είχε αναγκαστεί να μείνει μακριά της, εργαζόμενος στην Βομβάη της Ινδίας.

1

Η ξενιτιά κι ο χωρισμός –παλιοί μου πόνοι–
Πασκίζουν να σαλέψουνε το νου μου πάλι!
Πάλι ένα θάμα γίνεται και με γλιτώνει
Απ’ του καημού τη φοβερή ανεμοζάλη!

Πάλι με μάτια σφαλιχτά και τρομαγμένα
Θε να κλειστώ μες στης καρδιάς αυτής τα βάθη,
Θε να την κάμω σπιτικό στα μαύρα ξένα,
Και θε να τραγουδώ παλιές χαρές και πάθη·

Κι όποιος περνά και γι’ άπονη καρδιά την παίρνει
Δεν ξέρει τι καλοτυχιά και τι γαλήνη
Η αγάπη στη φουρτούν’ αυτή απάνω φέρνει,

Τι λάδι πα στα κύματα σωτήριο χύνει.
Κι αρχίζω πάλι, αγάπη μου, να σου το λέγω,
Πως ζω και χαίρομαι για σε, για σε σαν κλαίγω.

2

Πόσες καρδιές γεράσανε και μαραθήκαν,
Κι εγώ σαν το ζουμπούλι ανθώ μέσα στα χιόνια!
Πόσες αγάπες σαν αυγής δροσιά χαθήκαν,
Κι η αγάπη τούτη μιας ζωής δροσίζει χρόνια!

Απ’ ουρανόβρεχτο βουνό μια βρύση τρέχει,
Σ’ ένα λιβάδι αθάνατο, χλωρό λιβάδι,
Που, όποιος πιει σταλαματιά τη χάρη έχει
Να ζει μια μέρα ατέλειωτη και δίχως βράδυ.

Κι ο ήλιος, που ό,τι λούλουδα γεννά η φύση,
Αυτός τ’ ανοίγει και σιγά μας τα μαραίνει,
Τα λούλουδα που πίνουνε σ’ αυτή τη βρύση,

Με τις πυρές αχτίδες του δεν τα ξηραίνει.
Εκεί γλυκοποτίστηκε και η καρδιά σου,
Πο’ ‘χει λαμπρό παλάτι της την ομορφιά σου.

3

Τεχνίτρα μου θαυματουργή, και πιο μεγάλη,
Από ταμένα που ζητώ να σε στορήσω,
Σε βλέπω γελαζούμενη στο νου μου πάλι,
Και το τραγούδι μου απορώ πώς ν’ αρχινήσω!

Απ’ τον καιρό που μάγισσα στα ξένα ‘φάνης.
Να πεις τη μοίρα τη χρυσή τ’ αγαπητού σου,
Ως τη στιγμή που έφθασες να τον τρελάνεις,
Με το αξέχαστο φιλί του χωρισμού σου,

Σ’ ανιστορώ, κι η όψη μου χαμογελάει,
Σα νύχτα που συννέφιαζε και ξαστερίζει.
Χρόνων και χρόνων ομορφιές ο νους μετράει,

Κι η μια απ’ την άλλη πιο γλυκά τονέ φωτίζει.
Τις βλέπω να διαβαίνουνε μια μια μπροστά μου,
Νεράιδες, που ξεφεύγουνε την αγκαλιά μου!

4

Σε βλέπω ταξιδιώτισσα ξενιτεμένη,
Καθώς που σ’ είδα μια φορά σ’ έν’ ακρογιάλι,
Κοπέλα βεργολυγερή και χαϊδεμένη,
Με μια πλεξούδα καστανή, μ’ αφράτα κάλλη,

Ρωτώ τα μαύρα μάτια σου, και λεν πως ξέρεις
Να κλεις της νιότης τον καημό στα σωθικά σου·
Ρωτώ τα χείλη σου, και λεν πως θε να φέρεις
Χρόνια καλότυχα στο νιο της αρεσκειάς σου.

Λαμπρό φεγγάρι να το πω το πρόσωπό σου,
Δεν κατεβαίνει τέτοιο φως απ’ το φεγγάρι.
Να σου το πω βασιλικό το στάσιμό σου,

Δε στάθηκε βασίλισσα με τόση χάρη.
Η όψη σου μια αγγελική χαρά σκορπάει,
Που γίνετ’ άγγελος κι αυτός που σε θωράει.

5

Ο ήλιος κι αν βασίλεψε κι αν σκοτεινιάζει.
Ακόμα μιαν αναλαμπή θωρώ στη Δύση,
Ακόμα χίλιες λαμπερές θωριές αλλάξει
Το σύννεφο, που πρόβαλε να με φωτίσει.

Τώρα στ’ αγνό σου πρόσωπο μια γλύκα αστράφτει,
Οπού μου λέει πως αγαπάς, πως αγαπιέσαι,
Και μια λαχτάρα μυστική στο νου μου ανάφτει,
Να πω πως ξέρω σα με δεις τι συλλογιέσαι.

Λόγια γλυκά, που να τα πει αρνιέται η γλώσσα!
Κάλλιο να πω τους δύστυχους παλιούς μου χρόνους,
Και συ, πονώντας σπλαχνικά σε πάθια τόσα,

Παρηγοριά με πιο πικρούς να δίνεις πόνους·
Τους πόνους σου, σαν άφηνες γονιών αγκάλη,
Και πέτας απ’ τη μια φωλιά για να βρεις άλλη.

6

Χίλιες φορές το θάμασα, κι ακόμα, φως μου,
Σα στοχαστώ πως μοναχές οι δυο καρδούλες,
Από τις δυο ξεκίνησαν μεριές του κόσμου,
Και σ’ ένα κόρφο αράξανε σα δυο βαρκούλες,

Πάλι ρωτώ, ποια δύναμη και ποια λαχτάρα
Τις έσερν’ απ’ Ανατολή και από Δύση,
Ν’ ανταμωθούνε στου Βοριά τη μαύρη αντάρα,
Κι η μια την άλλη εκεί να δει και να γνωρίσει!

Όχι, δεν ήτανε τυφλό της Μοίρας θάμα!
Το είχε γράψει του Θεού το άγιο χέρι,
Στον ουρανό το εκάναμε – μεγάλο τάμα,

Αχώριστοι να ζήσουμε σε κάθε αστέρι.
Εκεί σε πρωτογνώρισα, κι εδώ σα σ’ είδα,
Χαιρετηθήκαν δυο πουλιά από μια πατρίδα.

7

Χέρι με χέρι της ζωής το μαύρο δρόμο
Διαβαίναμε, και το γλυκό χαμόγελό σου
Μέσ’ απ’ τα σπλάχνα μ’ έδιωχνε τον κρύο τρόμο,
Που μ’ έπιασε, σαν κοίταζα το μνήμα εμπρός σου.

Γιατ’ ένιωθα πως τα φριχτά σκοτάδια σκίζεις,
Και βλέπεις πέρ’ απ’ τις ‘ρημιές, που βλέπ’ η θλίψη.
Κι εδιάβαζα στην όψη σου πως το γνωρίζεις,
Τι στερινά ο θάνατος ζητάει να κρύψει.

Μια σου ματιά μου χάριζε μαρτύρου θάρρος,
Και δεν ψηφούσα σάβανο μηδέ λιβάνι,
Κι έλεγα πως μ’ εσέ γλυκός είναι κι ο Χάρος,

Πως ζει και χαίρει όποιος μαζί με σε πεθάνει.
Γιατί θ’ ακολουθάει κι αυτός όπου σε φέρουν
Οι άγγελοι, που χωρίς εσέ χαρά δε ξέρουν.

8

Στα κύματα καθούμαστε κοντά ένα βράδυ,
Κι εκεί που μας νανούριζε το λαλητό τους,
Γελάσανε τα μάτια σου με ουράνιο χάδι,
Σα να ξυπνήσαν έξαφνα από τ’ όνειρό τους.

Κρυφά μυστήρια του Θεού, που είχες νιώσει,
Τ’ αγγελικό σου να ξηγάει αρχίζει στόμα,
Κι ετρέχανε τα λόγια σου με γλύκα τόση,
Που μες σ’ αυτή τη μοναξιά τ’ ακούγω ακόμα!

Τ’ αθάνατα τραγούδια αυτού του πλάνου κόσμου,
Που ‘ναι γραμμένα με φιλιά, με δάκρυα κι αίμα,
Σαν τ’ άκουσα, δεν πήρανε το νου μου, φως μου,

Σαν που τον πήρε το γοργό εκείνο ρέμα.
Και τ’ άνθοστέφανά μου αυτά που πλέκω τώρα,
Είν’ απ’ το περιβόλι σου κομμένα δώρα.

9

Μέρες που θα ‘τανε μ’ εσέ μαργαριτάρια,
Χωρίς εσέ, μες στου Καιρού τα βάθη πάνε,
Ψυχρές και ανωφέλητες, σαν τα λιθάρια,
Που μες στη θάλασσα μικρά παιδιά πετάνε!

Σαν προσπαθώ με υπομονή να τις μετρήσω,
Απ’ τη στιγμή που μ’ έσφαξε το έχε γεια σου,
Με πιάνα τρέλα, και θαρρώ πως πλιο να ζήσω,
Του κάκου ελπίζω σαν προτού στην αγκαλιά σου

Και γονατίζω και ρωτώ στην προσευχή μου,
Αν είναι δίκιο στις ‘ρημιές να τυραννιούμαι,
Αν μια ζωή, που δεν μπορώ να πω δική μου,

Πρέπει μέσα στην άβυσσο να τη σκορπούμε.
Αλίμονο, και να ‘χω αυτή την πίκρα μόνος,
Να ξέρω πως το ταίρι μου δεν καίγει ο πόνος.

10

Πηγαίνω στην ακρογιαλιά, κι απ’ τα βουνά σου
Ένα πικρό παράπονο το κύμα φέρνει,
Που μου δηγάται θλιβερά τα βάσανά σου,
Και σαν το κύμα τη στεριά, το νου μου δέρνει.

Το λυπηρό τραγούδι αυτό δε λέγει πόθο,
Που μες στα φυλλοκάρδια μου δε βρίσκει ταίρι.
Των τραγουδιών μου μέσα του τη λαύρα νιώθω,
Και λέγω, ποιο την έστειλε στα ξένα αστέρι!

Κι έν’ άλλο κύμα μου μηνά πως στη ‘ρημιά σου
Κάθε καημό, που σού ‘ψαλα, τον έχεις ψάλει,
Πως σα βαραίν’ η ξενιτιά τα σωθικά σου,

Τον ίδιο χύνεις στεναγμό στο περιγιάλι,
Πως είν’ γραμμένο, σα θρηνώ, ν’ αναστενάζεις,
Και τη σφαγμένη μου καρδιά να ξανασφάζεις.

11

Έτσ’ ήταν κι οι χαρές ζυγές και ταιριασμένες,
Στα χρόνια της αγάπης μας της πρώτης πρώτης
Στη βρύση, που ζουν πέρδικες ζευγαρωμένες,
Και πίνουνε τ’ αθάνατο νερό της νιότης.

Εκεί, που τρέλα και χαρά μαζί χορεύουν.
Που η Αγάπη κι η Μορφιά τις στεφανώνουν,
Που λύπες αν ολόγυρα παραμονεύουν,
Ακόμα μηδέ φαίνονται, μηδέ σιμώνουν,

Πάλι ας σου ψάλλω τη ζωή την περασμένη·
Ας κολυμβήσει πάλι ο νους στην πρώτη χάρη·
Ας χώνεται στα βάθη της, κι ας ανεβαίνει

Κάθε φορά με πλιο λαμπρό μαργαριτάρι.
Ας πνίξω πάλι στη χαρά την πίκρα τούτη,
Σαν το φτωχό, που τα παλιά θυμάται πλούτη.

12

Ήτανε βράδυ —δω κι εκεί ανάβουν φώτα,
Βγαίνει στο δρόμο η γειτονιά και συντυχαίνει,
Και πάνω στα κατώφλια η μια την άλλη ‘ρώτα,
Τι θέλει ο νιος, που στην αυλή της κόρης μπαίνει;

Μα συ, τη Μοίρα ξέροντας που σε καρτέρει,
Κοντά στην θύρα ατέλειωτες στιγμές μετρούσες
Και, σφίγγοντας τα στήθια σου με τ’ ώριο χέρι,
Μια ταραγμένη αναπνοή μισοκρατούσες.

Αχ! πες μου αν θα ξαναϊδώ τη λάμψη εκείνη
Που σε γλυκοπερίχυνε καθώς που μπήκα!
Αν τέτοιο έν’ απάντημα θα ξαναγίνει

Ή δυο φορές δεν έρχεται μια τόση γλύκα!
Πες μου πως τέτοι’ ανθίζουνε λουλούδια ακόμα
Στ’ αγγελικό σου μέτωπο, στο πλάνο στόμα.

13

Θυμάσ’ εκείνη την αυγή που σε λιβάδι
Ανταμωθήκαμε, πουλιά κυνηγημένα;
Θυμάσ’ εγώ σαν έφερα χρυσό σημάδι.
Και συ σταυρό που κέντησες κρυφά για μένα;

Στο μάτι το ακοίμητο φανερωμένοι,
Από τα βόλια μακριά του λάλου κόσμου,
Εκάναμε όρκο, που σφιχτά μας γλυκοδένει,
Τον όρκο που σε όρισε, ζωή και φως μου.

Σαν τ’ άστρα τότες πέταξαν δώδεκα μήνες,
Που σκίζουν τα μεσούρανα και σβήνουν πέρα.
Μέρες δεν ήταν άδολες, αχ, μηδ’ εκείνες!

Λίγες αγάπες είδανε καθάρια μέρα!
Μ’ αν βόιζε και λαλητό τριγύρω ξένο,
Συ δεν ψηφούσες του Θεού το χαϊδεμένο!

14

Πάλι θωρώ στην εκκλησιά τα δυο στεφάνια,
Λαμπάδες πάλι φέγγουνε ολόγυρά σου,
Αγγέλοι παραστέκουνται, και με ουράνια
Αχτίδα χρυσοβάφουνε την ομορφιά σου.

Βλέπω το χέρι που βλογά, και μας αλλάζει
Τα στέφανα, με δίκλωνη κλωστή δεμένα,
Ακούγω τη βαριά φωνή, που μας προστάζει
Να ζούμε οι δυο σα μια ψυχή, σα σώμα ένα.

Κι ένα χορό με σιγανό γυρνώντας βήμα,
Βλέπω μια μάνα θλιβερή και δακρυσμένη,
Που λες κι ακολουθάει παιδί στο μαύρο μνήμα,

Κι όχι στου γάμου τη γιορτή τη βλογημένη.
Πίκρα που γίνεται χαρά και τη μερώνει,
Στην αγκαλιά της σα γελά το πρώτο εγγόνι.

15

Σαν το πουλί που ξεπετάει απ’ τη σκλαβιά του,
Που μες στον κάμπο χύνεται, και λωλαμένο,
Τραγούδι λευτεριάς σκορπάει ολόγυρά του.
Έτσι τραγούδαγες, πουλί λευτερωμένο,

Σαν μ’ ακολούθας μοναχή στο περιγιάλι,
Εκεί, που ‘χες τα μάτια μου πρωτομαγέψει,
Που το ‘χα δει σαν όνειρο πως θα ‘ρθεις πάλι
Μια μέρα, που τ’ αγέρι αυτό θα μας χαϊδέψει.

Αχ, ποιο βουνό και ποια σπηλιά και ποιο λιθάρι
Το τρυφερό δεν άκουσε κελάηδημά σου!
Ποιο κύμα δε μαρτύρησε Νεράιδας χάρη

Στο γέλιο και στο πεταχτό περπάτημά σου,
Σαν σε τραβούσε το νερό με το βοητό του,
Και σε κυνήγα ξαφνικά με τον αφρό του.

16

Πώς μοιάζ’ η πικροθάλασσα με τη ζωή μας!
Σαν πρωτοβγούμε στης ζωής το πλάνο κύμα,
Μεθάει και δε νοιάζεται καν η ψυχή μας,
Σκληρό ταξίδι αν αρχινά κατά το μνήμα!

Χαρά στον, που δεν απαντάει ανεμοζάλη,
Που ως την πέρα ακρογιαλιά σιγαρμενίζει,
Εκεί, που πάνε αγύριστοι μικροί μεγάλοι,
Στη μαύρη γη, που μια ψυχή δε μας χαρίζει!

Χρόνια αρμενίζαμε και μεις με τα κουπιά μας,
Χρόνια πολλά το πέλαγο γλυκοκοιμούνταν,
Ως που ‘ρθε ανεμοστρόβιλος, και τ’ άρμενά μας

Σπασμένα πάνω στα πικρά νερά κυλιούνταν!
Δυο κύματα μας πήραν, αχ, κακό μεγάλο,
Το ένα στην Ανατολή, στην Δύση τ’ άλλο!

17

Σα μου μηνάς πως σε λυπούν τα βάσανά μου,
Πώς έρχετ’ ως τα σπλάχνα σου ετούτ’ η φλόγα,
Τα μάτια μου δακρύζουνε, και η καρδιά μου
Πονεί, σαν πρωτοβύζαχτης μανούλας ρόγα.

Όχι, δε θα σου λέγω πλιο πως απεθαίνω,
Του όρνιου ο ίσκιος ο ψυχρός δε θα περνάει
Πάνου από τέτοιο μέτωπο χαριτωμένο,
Που πλάστη ν’ αχτινοβολεί και να γελάει.

Δε θα σου λέγω πως πονώ, θα λέγω ελπίζω.
Απ’ το μικρό μου κι έρημο αυτό καντήλι,
Θα στέρνω λίγο φως, χωρίς να σου θυμίζω

Πως λάδι δεν τον μένει πλιο μηδέ φιτίλι!
Αχ! μη μου λες πως σε γελώ,—γελώ τον πόνο,
Για να μην έρθει και διπλό μας φέρει φόνο!

18

Σα σου μηνώ πως θε να ζω σιμά σου πάλι,
Εγώ το ξέρω τι σκληρή με τρώγει σκέψη!
Νους, που τον έσκιαξε ο καημός κι η παραζάλη,
Καλά στερνά δεν είναι πλιο για να πιστέψει!

Βλέπω οργισμένες θάλασσες, που δεν τελειώνουν,
Καράβια, που τα σπάσανε οι μαύροι βράχοι,
Βλέπω κοπέλες άδικα να κρυφολιώνουν,
Νιους π’ αγαπούν και ξεψυχούν στη γη μονάχοι.

Κι εγώ γιατί να το θαρρώ στην ερημιά μου,
Πως θε να φέξεις άλλη μια, χρυσό μου αστέρι!
Αχ! πες μου το, πως δεν είναι για τη χαρά μου,

Πες μου πως θέλημα Θεού θε να με φέρει,
Κι ο που μας έστειλε μαζί στον κόσμο κάτου,
Πάλι μαζί θα μας δεχτεί στην αγκαλιά του.

19

Την κρυσταλλένια λαχταρώ πάλι μιλιά σου,
Ν’ αντιλαλήσει μέσα μου καθώς τ’ αηδόνι,
Που κελαηδεί μες στα βαθιά κλαδιά του δάσου,
Και λέγει πως τον ουρανό αυγή χρυσώνει.

Στείλε κλωνί παρηγοριάς απ’ το βοτάνι,
Που μες στα φυλλοκάρδια σου μοσχοβολάει,
Να βάλω στην αγιάτρευτη πληγή να γιάνει,
Το φοβερό φαρμάκι της πριχού με φάει.

Πρόβαλ’ εμπρός στα μάτια μου τα βουρκωμένα,
Με δυο λευκούς κι αμύριστους ανθούς στο χέρι,
Δυο χαμογέλια του Θεού χαριτωμένα,

Αχτίδες απ’ το πλιο λαμπρό του κόσμου αστέρι.
Γέλασε πάλι, να σε δω καθώς γελούσες,
Στην αγκαλιά σου αχόρταγα σαν τα φιλούσες.

20

Ωσάν το ρόδο που άνοιξε με την αυγούλα,
Και τα τριάντα φύλλα του χαμογελάνε,
Που απάνω του τρεμουλιαστή γλιστρά δροσούλα,
Και λες, της γης ή τ’ ουρανού διαμάντι να ‘ναι,

Με τέτοια με παρηγοράς δροσιά και χάρη,
Τώρα που τρέφεις τρεις χαρές μες την καρδιά σου.
Τώρα που ανθεί δέκα φορές τριπλό καμάρι,
Στο γελαστό σου μέτωπο και στη λαλιά σου·

Αχ! άλλη σαν κι εσέ ψυχή δεν είδ’ ακόμα!
Π’ όσην αγάπη κι αν γεννάς κι αν μας χαρίζεις,
Πάλι αναβρύζεις σαν πηγή, κι απ’ ένα στόμα

Με χίλια χάδια και φιλιά μας πλημμυρίζεις.
Είσ’ ουρανός, που μας φωτάς με ήλιους κι άστρα,
Μυριόφυλλος βασιλικός μες σ’ ώρια γλάστρα.

21

Ας λένε πως τα χρόνια μας τη νιότη παίρνουν
Το λένε που η απονιά τους φαρμακώνει.
Τα χρόνια εκείνου π’ αγαπά, ζωή του φέρνουν.
Και κάθε μέρα ξανανθεί και ξανανιώνει.

Γιατ’ η αγάπη ‘ναι δεντρί, που σα φουντώσει,
Γλυκοφιλάει τον ουρανό με τα κλωνιά του.
Είναι πουλί, που τα φτερά καθώς απλώσει.
Καιρό και τόπο δεν ψηφάει απ’ τη χαρά του.

Ας λέμε μεις πως ο καιρός μας δίνει νιότη
Και πλιο γλυκό ‘ναι το στερνό στερνό φιλί μας
Να πάψει ο κόσμος να θρηνεί από την πρώτη

Στιγμή, που ο Χάρος πολεμά με τη ζωή μας.
Να ‘ν’ η ζωή χαράματα κι ο Χάρος μέρα,
Να φέγγει αλήθεια και στη γη και παραπέρα.

22

Φωτιά, που μες στις φλέβες μας κρυφοανάφτεις,
Και φέρνεις μυστικό σεισμό στα κόκαλά μας,
Που ανεβαίνεις και γλυκά στα μάτια αστράφτεις,
Σαν πλημμυρίσ’ η φλόγα σου τα σωθικά μας.

Λαχτάρα, που μας τυραννείς και μας χαϊδεύεις,
Που έναν έναν σκλάβους σου μας γλυκοδένεις,
Έλα να πεις πως δεν πετάς, πως δε μισεύεις,
Μόν’ απ’ τη φλέβα στη ψυχή περνάς και μένεις,

Γίνεσαι πνεύμ’ αθάνατο και μας πλουτίζεις,
Με μιαν αγάπη άσωτη, αγάπη αιώνια,
Γίνεσαι φως ουράνιο, και μας φωτίζεις

Μ’ αχτίδες, που τα λιώνουνε της γης τα χιόνια·
Αχτίδες, που σαν άγγελοι παρηγορούνε,
Και σε γλυκύτερη ζωή μας οδηγούνε.

23

Εψές με δάκρυα πλάγιασα πικρά, και τώρα
Μ’ εξύπνησ’ ένα όνειρο γλυκό σα χάδι,
Είδα πως ήσουνα σ’ αυτή τη ξένη χώρα,
Και λούλουδα μαζεύαμε σ’ ένα λιβάδι.

Παίρνεις χρυσή κλωστή, και δυο λουλούδια δένεις,
Το ‘να χλωμό, τ’ άλλο λευκό, δροσιά γεμάτο·
Το ένα της αγάπης μας της περασμένης,
Το άλλο της αντάμωσης, το πλιο δροσάτο.

Ο δόλιος εγονάτισα μ’ ευλάβεια εμπρός σου,
Τα πήρα και τ’ ασπάστηκα σαν ευαγγέλιο.
Δεν πρόφτασα να ξαναϊδώ το πρόσωπό σου,

Δεν πρόφτασα να ξαναϊδώ το χαμογέλιο!
Μόν’ ξύπνησα,—και γύρω μου δε βλέπω άλλο.
Παρά του ονείρου τ’ όνειρο, που τώρα ψάλλω!

24

Τραγούδι, που αν δε σ’ είχαμε παρηγοριά μας,
Θα μας ραγίζαν οι καημοί, κι οι μαύροι πόνοι,
Που παίρνεις στα φτερούγια σου τα βάσανά μας,
Και τρέχεις στην αγάπη μας σα χελιδόνι!

Μην πάρεις την απελπισιά μηδέ τα δάκρυα,
Μόν’ έπαρε τα όνειρα και την ελπίδα,
Κι εκεί που ‘ν’ η αγάπη μου, στης γης την άκρια,
Πες της γλυκά, στον ύπνο μου, εψές τι είδα.

Πες της, πως την καρδούλα μου την αγριεμένη
Τη συνηθίζω στη χαρά, να μην τρομάξει,
Σαν έρθ’ η ώρα η χρυσή κι ευλογημένη,

Που τ’ όνειρό της ζωντανό θε να κοιτάξει.
Πέτα, τραγούδι μου γοργό στην αγκαλιά της
Και πίσω ξαναγύρισε με δυο φιλιά της.

25

Αλί στους δόλιους, που όνειρο δεν τους φωτίζει,
Που με τη σκέψη θέλουν φως να δουν κι αλήθεια,
Μα πλήξη και απελπισιά τους βασανίζει,
Γιατ’ έχουν άπονη καρδιά σε κρύα στήθια!

Που ταξιδεύουν στης ζωής το μονοπάτι,
Με γόνατα τρεμουλιαστά, με νου σκιαγμένο,
Και τρέχουν πλάγι στον κρημνό με το ‘να μάτι
Θαμπό, με τ’ άλλο σκοτεινό και τυφλωμένο!

Πίσω δεν βλέπουν, εμπροστά να δουν τρομάζουν,
Θωρούν αχνιά, τα όνειρα δεν τα θωρούνε.
Στο δρόμο λύπες ή χαρές αν τους φωνάζουν,

Διαβαίνουν και σωπαίνουνε και δεν ακούνε!
Τα περασμένα στεναγμό δεν τους χαρίζουν,
Για τα στερνά τους δεν ποθούν και δεν ελπίζουν.

26

Αν βλέπανε μες στου Καιρού τα μαύρα βάθη
Τα δώρα που η Μοίρα μας κρυφομαζώνει,
Τα καρδιοχτύπια, τις χαρές, τα χίλια πάθη,
Που η αγάπη μια γεννά, μια βαλσαμώνει,

Αν τα ‘βλεπαν, σαν που θωρεί νησιά ο ναύτης
Να πρασινίζουν αντικρύ στο άγριο κύμα,
Καντήλι νιου δεν θ’ άναβγε ο νεκροθάφτης,
Μόνο για γέρο θ’ άνοιγε το κάθε μνήμα·

Γέρο, που όλη απόλαψε της γης τη χάρη,
Που άδειασε κάθε χαράς χρυσό ποτήρι,
Που ‘δε παιδί και ξέγγονο — γλυκό ζευγάρι,

Να πιάνει το χορό στης γης το πανηγύρι,
Που μια βραδιά ν’ αναπαυτεί στην κλίνη πέφτει
Και τη ψυχή του ήσυχα ο Χάρος κλέφτει.

27

Τέτοια στο νου μου όνειρα πετούνε τώρα,
Τώρα που ο Μάης πέρασε κι οι μέρες τρέχουν.
Που ωρίμασαν κι εγλύκαναν της γης τα δώρα,
Και του χειμώνα τα καλά μας απαντέχουν.

Κρατώ κλωνί της αγριλιάς γι’ ακούμπισμά μου
Και με δυο μάτια που γελούν μαζί και κλαίνε,
Κοπέλ’ αγγελοκάμωτη θωρώ σιμά μου,
Με χάρες που της νιότης σου τα χρόνια λένε.

Αχ, τι μορφιά που τη ψυχή γλυκοτρομάζει!
Δες, πως αφήνει γελαστή το κέντημά της,
Και μ’ ένα στόμα, που θαρρείς αγάπη στάζει,

Σκεπάζει τ’ άσπρα μου μαλλιά με τα φιλιά της.
Κι εγώ, δακρύζοντας κρυφά στην τόση χάρη,
Βλογώ κι εκείνη και το νιο που θα την πάρει.

28

Πλατάνου ρίζα απλώθηκε, κι απ’ την καρδιά της
Νερό καθάριο, η ζωή ακόμα τρέχει.
Άλλα δυο χρόνια ανθοβολούν μες στη δροσιά της
Άλλα δυο χρόνια ο ουρανός το μάννα βρέχει.

Πάνω στα χόρτα τα χλωρά, κοντά στο ρέμα,
Το πρώτο πρώτο εγγόνι σου γλυκοχαϊδεύεις.
Και θέτοντας το απάνω μου, στ’ αγνό του βλέμμα,
Το βλέμμα και την όψη μου να βρεις γυρεύεις.

Στο χαμογέλιο του ξεχνώ τα γηρατειά μου,
Και παίζω σαν παιδί κι εγώ με τ’ αγγελούδι.
Ζουλώ τα δυο του μάγουλα με τα φιλιά μου,

Και το χορεύω σε παλιό, παλιό τραγούδι.
Τραγούδι, που το πάλιωσαν εξήντα χρόνοι,
Που καν κι αυτός θα τραγουδά σε κάποιο εγγόνι.

29

Ακόμα μια μας καρτερεί της Μοίρας χάρη,
Που στ’ όνειρό μου στερινή χαρά σκορπάει,
Ο γιος που κατευόδωσες μικρό βλαστάρι,
Από τα ξένα λυγερό δεντρί γυρνάει.

Ήρθε, χρυσό της Πασχαλιάς κερί ν’ ανάψει,
Σιμά στη μάνα του, μπροστά στην Παναγιά του.
Κι αν πολεμάει μιας λυγερής καρδιά να κάψει,
Φέρνουν δυο φύλλα και για μας τα σωθικά του.

Να το μικρό, που χάιδευες μια μέρα κι είπες,
Πως με το γάλα της χαράς θα μεγαλώνει!
Στο πλάγι του των γηρατειών περνούν οι λύπες,

Καθώς περνούσαν άλλοτε της νιότης πόνοι.
Να η ψυχή που φυλαχτά της έχεις δώσει,
Αγάπη και παλικαριά, χαρά και γνώση.

30

Με την αγάπη, το πικρό φαρμάκι μέλι,
Και τον εχτρό του άγγελο να κάνει ξέρει.
Όποιος στον κόσμο βάλσαμο για πόνο θέλει,
Βρίσκει βοήθεια στο δεξί εκείνο χέρι.

Με τη χαρά του γίνεται η νύχτα μέρα,
Τραγούδι ο λόγος και η δουλειά ξεφάντωμά του.
Κοντά του παίρνει τ’ ορφανού ο νους αγέρα,
Κι αν είναι άρρωστο, ξεχνά την αρρωστιά του,

Την αντρειοσύνη, που ‘φερε φωτιά στη γη μας,
Κι ανέβασε στον Όλυμπο θνητά παιδιά της,
Κληρονομιά την κράτησε απ’ τη φυλή μας,

Και τάμα την ξανάκαμε στη λευτεριά της·
Κι η σκέψη του, βαριά βαριά καθώς διαβαίνει,
Λες και με κάθε πάτημα πως κατεβαίνει.

31

Αχ! πού μ’ επήρατ’ όνειρα, και πού με πάτε!
Γιατί να με χαϊδεύετε στην αγκαλιά σας,
Και μ’ ένα τρόμο ξαφνικό να με ξυπνάτε,
Σαν να ‘τανε πολύ το φως και η χαρά σας!

Ανίσως κι είναι για καλό, και φτάν’ η μέρα
Που θε να δω το ταίρι μου, να σας βλογήσω.
Ανίσως κι είναι για καημό, ακόμα πέρα,
Να φύγω κι ένα πλιο πικρό σκοπό ν’ αρχίσω.

Με σύντροφο τη Λύρα μου, στη γης να τρέχω,
Να τραγουδώ τη Μοίρα μου, και να ξεσκάνω,
Και κάθε χώμα, που πατώ, να δακρυβρέχω,

Ως που να βγαίνει αμάραντο λουλούδι απάνω.
Να κάνει ο κόσμος γλέντι του τα βάσανά μου,
Να ‘ναι κι εμένα η τέρψη του παρηγοριά μου.

32

Δεν είναι για καημό, μηδέ για ψεύτρα ελπίδα!
Το ναύτη ακούγω να τραβά τα σίδερά του.
Απλώνει τ’ άσπρα του πανιά, για την πατρίδα
Παιδιά της μαύρης ξενιτιάς καλεί κοντά του.

Έχετε γεια, φριχτές ‘ρημιές, φριχτά σκοτάδια.
Και συ, γλυκό τραγούδι μου στον κόσμο πέτα,
Κι όπου τηράς φιλήματα κι αγάπης χάδια,
Τα ταιριασμέν’ αυτά πουλιά γλυκοχαιρέτα,

Λέγε, πως είν’ αληθινό το ιστορικό σου,
Που αν δε γνωρίσανε καημό, καημό να δούνε·
Κι αν τέτοιο πάθανε κακό, μες στο σκοπό σου

Βοήθεια και παρηγοριά μικρή να βρούνε.
Τρέχα καράβι μου γοργό, φυσάτε ανέμοι,
Δεν είναι μόνο μια καρδιά, που γλυκοτρέμει.

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment