ΞΕΝΗΤΕΜΜΕΝΑ ΝΕΙΑΤΑ

ΞΕΝΗΤΕΜΜΕΝΑ ΝΕΙΑΤΑ

ΞΕΝΗΤΕΜΜΕΝΑ ΝΕΙΑΤΑ

Άνθη της λεβεντιάς,
σπαρμένα σ΄ όλα της γής τα πέρατα.
Αγναντεύουν με τα μάτια της ψυχής,
κάθε Φώς, κάθε Λημέρι, κάθε Χρώμα,
το κάθε τι, απ΄ της μάννας γής,
το Άγιο Χώμα.

Άνθη της λεβεντιάς,
της πατρίδας καμάρια,
της νοσταλγίας θύματα.
Με γενναία καρδιά
που έχουν μόνο τα λιοντάρια,
με βαρειά βήματα,
προχωρούν ενάντια
προς της σκληρής ζωής
τα κύματα.

Ξενητεμμένα νειάτα,
που ο τόπος τους να τα κρατήσει
δεν μπορούσε.
Έβλεπε το αετίσιο βλέμμα τους
και απορούσε.
Βλέμμα γεμάτ΄ ανησυχία και πεποίθηση,
πούβλεπε τόσο μακρυά
και όλα ήθελε
να τα θωρούσε.

Χώρος απλός, τόπος μικρός
για λεβεντιάς κλωνάρια.
Έβλεπε αυτός τον πόνο τους
και στέναζε.
Όση συγκίνηση κιάν πρόσφερε,
το ήξερε.
Πως κάποτε θα φεύγανε
και νηές και παλληκάρια.

Κάποιο σπιτάκι φτωχικό
για χρόνια θάμενε κλειστό,
χωρίς χαμόγελο ή τραγούδι.
Άδειο από γέλια και χαρές,
από ωραίες αγκαλιές,
χωρίς ένα λουλούδι.

Φύγανε πολλά χρόνια τα παιδιά
για να προκόψουνε στη ξενητειά,
που τόσο ξέρει να πλανεύει.
Κι έρχεται η πίκρα η αλμυρή,
φουντώνει μέσα στην ψυχή
σα θάλασσα,
οπού ποτέ δε γαληνεύει.

Είδανε τόπους τα παιδιά.
Πήγανε τόσο μακρυά,
ο Κόσμος φάνηκε μικρός.
Σα νάναι άδειος. Και φτωχός!
Έστω! Κιάν πέτυχαν αυτά,
η νοσταλγία την καρδιά
την έκανε κομμάτια.
Και βλέπουν το μικρό χωριό
κάθε στιγμή, κάθε λεπτό,
με της ψυχής τα μάτια.

Τη σκέψη αυτή του γυρισμού,
την έχουνε συχνά στο νού
και η καρδιά ραγίζει.
Τα μάτια τους βουρκώνουνε,
τα δάκρυά τους τρέχουνε
σαν ποταμάκι του βουνού,
που αργεί να σταματήσει.

Κι όταν, μετά από καιρό,
η σκληρή μοίρα το θελήσει,
να έρθουνε πολλών χρονών
απ΄ της ζωής το άθλιο μεθύσι,
γυρίζοντας στο σπίτι το παληό
με κάποιο άσπρο καραβάκι
που πάει για το νησιώτικο χωριό,

Τρέχουν να τ απαντήσουνε
χίλιες δυό αναμνήσεις.
Στο δρόμο τα προφταίνουνε
σωρό από συγκινήσεις.
Αγάπες, πίκρες και χαρές.
Κι όλα αυτά, λές κι ήταν χτές.
Πως όλα αυτά τα χρόνια δεν περάσανε.
Λές και δεν έζησαν άλλες στιγμές!

Και φτάνοντας στο μονοπάτι το γνωστό,
σαν φαίνεται το σπίτι το παληό,
από το δάκρυ, θολώνει το μάτι,
που έχει να το δεί τόσον καιρό!

Κάθε γωνιά μιλάει βήμα – βήμα.
Λέει το κάθε τι και αντηχεί:
Τι να το κάνεις όσο έχεις χρήμα,
αφού δώ πάνω άφησες για πάντα την ψυχή!

Άνθη της λεβεντιάς σπαρμένα,
σ΄ όλα της γής τα πέρατα.
Αγναντεύουν το μικρό χωριό
κάθε στιγμή κάθε λεπτό
με της ψυχής τα μάτια,
κι η νοσταλγία την καρδιά
την έκανε κομμάτια!…

ΕΚΡΙΘΕΝ ΑΡΜΟΔΙΩΣ, ΚΑΤΑΧΩΡΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ (ΔΕΕΛ) ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ 2004.

Παξοί, Ιούλιος 1972
Γεώργιος Βελλιανίτης

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment