Ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου για τα θεία Πάθη
Δείτε το βίντεο

Γεθσημανή
Η Γεθσημανή. Πέμπτη νύχτα που ξημερώνει Παρασκευή. Στην πραγματικότητα, 2:00 τα ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής. Εκεί ανοίγει ο κύκλος των παθών, όπως μας αποκαλύπτει η αφήγηση των Ευαγγελίων. Ο Χριστός αφήνει πίσω του τον θρίαμβο, το εκτυφλωτικό φως της εισόδου στα Ιεροσόλυμα. Μπήκε το πρωί σε μια πόλη που παραληρούσε, υποδεχόμενη έναν Μεσσία άοπλο, καθισμένο πάνω σε γαϊδουράκι—το γέννημα υποζυγίου, όπως ακριβώς καταγράφει ο Ματθαίος. Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ περνάει τα τείχη. Και εδώ έρχεται η ανατροπή. Αυτός ο ίδιος λαός. Που τώρα βγάζει τα ρούχα του και τα στρώνει στο χώμα για να περάσει. Που κόβει κλαδιά φωνάζοντας «Ωσαννά εν τοις υψίστοις» και «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Αυτός ο λαός θα ουρλιάξει για τον θάνατό του. Η χαρά και οι δοξολογίες θα γίνουν κραυγές μίσους μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα. Ζητούν την εξόντωσή του.
Τι μεσολαβεί από το ενθουσιώδες «Ωσαννά» μέχρι τη σκοτεινή αγωνία της Γεθσημανή; Το κήρυγμα. Από το μεσημέρι της Κυριακής των Βαΐων μέχρι την Τετάρτη, ο χρόνος συμπυκνώνεται. Όλες οι παραβολές που διαβάζουμε ειπώθηκαν μέσα σε αυτές τις λίγες μέρες. Ο λόγος γίνεται ριζοσπαστικός. Σκληρός. Ο Χριστός εξεγείρεται απέναντι στην κωδικοποιημένη θρησκεία των ιερέων και στα ίδια τα σύμβολά της. Χτυπάει το κέντρο: τον Ναό των Ιεροσολύμων.
Κοιτάξτε. Εδώ κρύβεται η πληγή που κουβαλάμε όλοι. Ο λόγος που η Εκκλησία σήμερα γεννάει παιδιά στην αθεΐα. Ποιος; Ο Χριστός είναι αλήθεια, όχι συνήθεια. Εμείς τον κάναμε εθιμοτυπία. Τάξη. Ένα «έτσι πρέπει να γίνει» και «αυτό απαγορεύεται». Αντικαταστήσαμε την Αλήθεια με κανόνες, γίναμε πιο νομικιστές και από τους Φαρισαίους. Και κάποια στιγμή ο Χριστός θα εξεγερθεί και εναντίον μας. Θεσμοποιώντας την πίστη, στραγγαλίσαμε την πνευματική της ελευθερία. Η πίστη μας κατήντησε ένας τυπικός κώδικας συμπεριφοράς. Μια άγονη συκιά. Και αν βγάλει καρπό, θα είναι χωρίς σπόρο. Κάτι νεκρό. Το πραγματικό αμάρτημα των ιερέων στον Ναό δεν ήταν η κακία. Ήταν ότι ενσάρκωναν μια πίστη που είχε πάθει αμνησία. Ξέχασαν τον ίδιο τους τον εαυτό, τον σκοπό τους.
Ξέχασαν γιατί φόρεσαν το πετραχήλι. Έχασαν την επαφή. Έγιναν διαχειριστές. Και στο τέλος; Ούτε καν σωστοί κληρονόμοι. Τι σημαίνει κληρονομώ; Σημαίνει παίρνω αυτό που μου δίνουν, δεν το πουλάω, δεν το ρημάζω. Το δουλεύω. Και λέω κι ένα ευχαριστώ σε αυτόν που μου το άφησε. Χωρίς ευγνωμοσύνη, δουλειά δεν γίνεται.
Εκείνοι οι ιερείς πήραν την κληρονομιά και την έκαναν τυπική επανάληψη. Τελετουργική αναπαραγωγή. Τη συνέθλιψαν. Την έκαναν συντήρηση του παρελθόντος, χωρίς καμία δυναμική. Ένα διαρκές «έτσι τα βρήκαμε, έτσι τα πάμε». Συντήρηση. Μόνο συντήρηση. Καταλαβαίνετε την αντιπαράθεση εδώ; Βάλτε το μυαλό σας να δουλέψει.
Γι’ αυτό ο Χριστός ξεσπάει. Η οργή Του χτυπάει κατευθείαν το ιερατείο. Κυριακή των Βαΐων βράδυ. Μπαίνει στον Ναό. Τον έχουν κάνει παζάρι και τόπο διαφθοράς. Το είχε ξανακάνει στα τριάντα Του, αλλά τώρα είναι αλλιώς. Τώρα φτιάχνει φραγγέλιο. Παίρνει σχοινί. Το γυρίζει σαν τη λουρίδα που κρατούσαν οι πατεράδες μας και τα παίρνει όλα σβάρνα. Αναποδογυρίζει τα τραπέζια των κολλυβιστών. Σπάει τους πάγκους. Περιστέρια, πρόβατα, κατσίκια, έμποροι—όλοι ένας πανικός. Τρέχουν να γλιτώσουν από το μαστίγιο. Σκεφτείτε λίγο αυτή τη σκηνή. Πόσοι από εμάς την αξίζουμε σήμερα;.
Ο Ιησούς αδειάζει τον Ναό από τα είδωλα. Ναι, είδωλα. Γιατί όταν η κατσίκα σημαίνει χρήμα, την έχεις κάνει είδωλο, έχεις κάνει είδωλο τον νόμο. Και εδώ είναι το κρίσιμο: δεν υπάρχει προσευχή χωρίς κενό.
Δεν μπορείς να προσεύχεσαι έχοντας μια φετιχιστική σχέση με τα αντικείμενα. Δεν μπορείς να κάνεις τον Θεό φετίχ, ένα χρήσιμο εργαλείο, και ο χώρος μέσα σου να μην αδειάζει. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι κάθετοι: όταν φτάνεις στη νοερά προσευχή, υπάρχει απόλυτο άδειασμα. «Κύριε Ιησού Χριστέ» στο απόλυτο σκοτάδι του νου. Χωρίς εικόνες. Χωρίς φαντασία. Σου λένε μερικοί: «όταν προσεύχεσαι, φαντάσου τον Χριστό μπροστά σου». Λάθος. Απόλυτο λάθος. Φαντασιοπληξίες. Η φαντασία είναι το εργαλείο της πτώσης, δόθηκε στον άνθρωπο αφού εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Δεν έχει καμία δουλειά στην πνευματική ζωή.
Τη Μεγάλη Δευτέρα τους χτυπάει ξανά. «Τάφοι κεκονιαμένοι». Ασβεστωμένοι απ’ έξω, γεμάτοι κόκκαλα και ακαθαρσίες από μέσα. Και μετά, το χτύπημα με την παραβολή των κακών γεωργών. Ο Κύριος του αμπελώνα φεύγει μακριά. Αφήνει την κληρονομιά. Όχι για να την ιδιοποιηθούν, αλλά για να την εργαστούν. Και τι γίνεται; Μόλις το αφεντικό αργεί, οι εργάτες αρχίζουν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Ποιοι είμαστε εμείς; Εμείς εδώ. Δυο γάιδαροι μαλώνουν σε ξένο αχυρώνα. Μα αφού είναι ξένο το αμπέλι. Δεν είναι δικό σου. Τι μαλώνεις, ρε κακομοίρη, για το δικό μου και το δικό σου όριο;.
Στέλνει προφήτες, δασκάλους. Απλώς για να ζητήσουν καρπό, ως απόδειξη ότι ο αμπελώνας δεν έγινε κτήμα τους. Γιατί όταν ξέρεις ότι το χωράφι είναι αλλουνού, τρως, αλλά κρατάς και το μερίδιο του ιδιοκτήτη. Αλλά εκείνοι οι ιερείς—όπως και εμείς πολλές φορές—έσπασαν το συμβόλαιο. Κακοποίησαν και σκότωσαν τους απεσταλμένους. Ποιον από τους προφήτες δεν σκότωσαν οι πατέρες τους;.
Ποιον προφήτη δεν έσφαξαν οι πατέρες τους;
Μέχρι και το αίμα του Ζαχαρία ζητάει εκδίκηση, του πατέρα του Προδρόμου, που τον δολοφόνησαν ανάμεσα στον ναό και το θυσιαστήριο.
Αυτοί οι άνθρωποι διεκδικούν ένα παράλογο δικαίωμα ιδιοκτησίας. Ξεχνούν τη συμφωνία. Το χώμα που πατούν και δουλεύουν ανήκει στο αφεντικό τους. Και εδώ πέφτει η δική μας υποχρέωση ως Εκκλησία. Αν δεν θέλουμε να κατασκευάζουμε αθέους. Να καλλιεργούμε αυτό που πήραμε, ναι, αλλά να θυμόμαστε σε ποιον το χρωστάμε. Ο Παύλος το ρίχνει σαν χαστούκι: «Τι έχεις που δεν έλαβες;». Υπάρχει τίποτα απολύτως δικό μας; Τίποτα.
Μπροστά στη βία των γεωργών, το αφεντικό ρίχνει το τελευταίο του χαρτί. Τον μοναχογιό του. Σκέφτεται, αποκλείεται να χτυπήσουν το παιδί μου. Κι όμως. Μόλις τον βλέπουν, του ορμούν. Θέλουν την κληρονομιά οριστικά δική τους. Τον σκοτώνουν χωρίς έλεος. Και το πιο ανατριχιαστικό της παραβολής; Τον πετούν έξω από τον φράχτη.
Προσέξτε τη λεπτομέρεια. Έξω από τον φράχτη. Θα μπορούσαν να του κόψουν το κεφάλι μέσα στα Ιεροσόλυμα. Όχι. Τον έβγαλαν έξω από τα κάστρα. «Εκτός της πόλεως έπαθεν». Τη Μεγάλη Δευτέρα τούς τα λέει αυτά κατάμουτρα. Τους περιγράφει βήμα-βήμα το ίδιο τους το έγκλημα, τον τόπο και τον τρόπο, πριν καν το κάνουν. Αλλά εκείνοι σφυρίζουν αδιάφορα. Η απόφαση είχε ήδη παρθεί.
Εδώ δεν μιλάμε μόνο για θεολογία. Υπάρχει και πολιτική. Γι’ αυτό μας μισούν. Αν ήταν καθαρά πνευματικό το ζήτημα, θα έλεγαν «άσε τους γραφικούς εκεί πέρα να πιστεύουν». Αλλά αυτός ο λόγος είναι βόμβα. Έχει πολιτικό αντίκτυπο. Τρομάζει. Γι’ αυτό πασχίζουν να τον υποβιβάσουν, να τον θάψουν, να μην αγγίξει ποτέ τον σκεπτόμενο άνθρωπο.
Οι ιερείς του Ναού. Ακριβώς σαν τους φονιάδες γεωργούς. Σφετερίζονται τα πάντα. Βάζουν τα μικροσυμφέροντά τους απέναντι από τον Νόμο που έλαβαν από τον Μωυσή. Ο σωστός κληρονόμος νιώθει ελεύθερος να βγάλει νέους καρπούς. Αν όμως το χρέος προδοθεί, η παραγωγή σταματά. Το μόνο που βγάζει πλέον αυτό το σύστημα είναι θάνατος. Καλοπέραση για την ελίτ, θάνατος για τους άλλους.
Καταλαβαίνετε τι παίχτηκε εκείνες τις μέρες; Σας πλασάρουν τον ρομαντικό Ιησού από τη Ναζαρέτ με τα γαλανά μάτια. Μια κινηματογραφική ψευδαίσθηση. Και χάνουμε την ουσία. Αλλά το Ευαγγέλιο διασώζει την αλήθεια. Τη σάρκα. Την βία. Την θεολογία με καθημερινά ρούχα.
Και όλα αυτά το Ευαγγέλιο τα διασώζει.
Αγόρασα προχθές ένα Τετραβάγγελο στο Άγιον Όρος. Είναι σπουδαίο να το πιάσεις τη Μεγάλη Δευτέρα και να το τελειώσεις τη Μεγάλη Παρασκευή. Να αφήσεις για λίγο τις δουλειές. Να «αποδεκατίσεις» τον χρόνο σου μία φορά τον χρόνο, δίνοντάς τον εκεί.
Λοιπόν, προσέξτε το εξής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Χριστός λέει αυτή την παραβολή λίγο πριν τη νύχτα της Γεθσημανή. Στο πρόσωπο του κληρονόμου που σφαγιάζεται από τους γεωργούς, δείχνει το δικό Του πρόσωπο. Δείχνει τι ακριβώς θα Του κάνουν. Σκοτώνουν τον νόμιμο κληρονόμο για να μην ανατραπεί η εξουσία τους. Υπερασπίζονται τους θεούς τους και την ταυτότητά τους με απόλυτη, παγερή σκληρότητα. Και μπορούν να κάνουν τεράστια κακά, ακριβώς επειδή ζουν μέσα στο ψέμα. Ακούς κάποιους να λένε ογδόντα αλήθειες, πατώντας πάνω σε είκοσι ψέματα. Και όπως έλεγε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, αν ρίξεις λίγο δηλητήριο στο γλυκό, πάει, το κατέστρεψες όλο. Δεν αρκεί το γλυκό. Δεν πρέπει να ρίξεις μέσα τίποτα από τα δικά σου.
Αθεΐα
Η δική τους ορθοδοξία δεν είναι παρά μια άγονη συκιά. Ένα νεκρό χωράφι. Λείπει η μαγιά. Και χωρίς τη μαγιά, η πίστη γίνεται ένα ασήκωτο φορτίο από «μη» και νόμους πάνω στους ώμους των ανθρώπων. Ένα βάρος που συνθλίβει την αληθινή ζωή. Και στο τέλος, από την πολλή καταπίεση, τα παιδιά γυρνούν την πλάτη. Κατασκευάζουμε αθέους.
Στην πραγματικότητα, μόνο το κάλεσμα του Χριστού σώζει. «Ελάτε σε μένα όλοι οι κοπιασμένοι και πεφορτισμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω». Όποιος εμποδίζει τον άνθρωπο να πλησιάσει τον Χριστό—με τους κανόνες του, με την κριτική για το ντύσιμο ή το σκουλαρίκι—εμποδίζει τον άνθρωπο να βρει τον αληθινό κληρονόμο.
Το φως του «Ωσαννά» σβήνει γρήγορα. Η σκοτεινή νύχτα της Γεθσημανή είναι η πραγματική αρχή του Πάθους. Εδώ είναι το μυστικό: όλα παίχτηκαν στη Γεθσημανή. Ο Σταυρός που βλέπετε είναι το εξωτερικό γεγονός. Ο εσωτερικός, ο πραγματικός αγώνας, δόθηκε εκείνη τη νύχτα στον κήπο.
Η Γεθσημανή είναι το απόλυτο σημείο καμπής. Ποτέ πριν ο Χριστός δεν είχε σταθεί τόσο γυμνός απέναντι στην απόλυτη ευαλωτότητα της ανθρώπινης φύσης. Είναι η ώρα που ο Θεός φτάνει στα όρια. Η ώρα της «πτώσης» του Θεού. Το «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλειπες;» ακούγεται στον Γολγοθά, αλλά βιώθηκε στη Γεθσημανή.
Εκείνη τη νύχτα, ο Θεός των Χριστιανών αποκαλύπτεται απόλυτα ως άνθρωπος. Δεν είναι απλώς η ώρα του Θεού, όπως λένε οι Δυτικοί. Είναι η ώρα που ο Θεός παρακολουθεί τον άνθρωπο, για να δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φύση Του. Εντελώς άλλη θεολογία η δική μας.
Τα γεγονότα από εκεί και πέρα είναι μια προδιαγεγραμμένη μηχανική. Σύλληψη. Συνέδριο. Στημένη δίκη στον Πιλάτο. Ηρώδης. Γολγοθάς. Σταύρωση. Τάφος. Τέλος. Τα βάγια της Κυριακής γίνονται ξίφη και ρόπαλα σε τρεις μέρες. Όπλα στα χέρια στρατιωτών που μέσα στο σκοτάδι συλλαμβάνουν τον Ιησού σαν κοινό εγκληματία.
Πρέπει να σταθούμε σε αυτή τη δραματική αντίθεση. Από τη μία, η είσοδος στα Ιεροσόλυμα, με το πλήθος να επευφημεί και τον ήλιο να λούζει το πρόσωπο του Χριστού. Και από την άλλη, ο ίδιος Ιησούς στη Γεθσημανή, με το πρόσωπο κολλημένο στο χώμα μέσα στην απελπισία της νύχτας, να ιδρώνει αίμα.
Μια κραυγή. Μια ρήξη, ένα εσωτερικό «κρακ». Αυτό είναι η απελπισία της Γεθσημανή. Το φως καμπυλώνει και γυρίζει πίσω στην πηγή του. Σκεφτείτε το λίγο. Στο σχολείο μάθαμε για την ευθύγραμμη διάδοση του φωτός. Και μετά έρχεται ο Αϊνστάιν και λέει, καθίστε. Η ακτίνα δεν πάει μόνο ευθεία. Μπορεί, λόγω έλξης, να καμπυλωθεί και να επιστρέψει στην πηγή της. Δεν είναι ευθύγραμμη. Αυτή η ακριβής καμπή του φωτός; Αυτό συμβαίνει στη Γεθσημανή.
Πρέπει να σταθούμε εδώ. Να ευχαριστήσω έναν άνθρωπο, τον Ειρηναίο τον φυσικό. Ένας νους ακατανόητος για πολλούς «ανθρώπους του Θεού», αλλά αυτός ακριβώς πήρε τον Αϊνστάιν, πήρε την επιστήμη και την ένωσε οργανικά με την πίστη. Άνοιξε μάτια. Είναι από αυτούς που διαλύουν τη θρησκευτική «κατασκευή», αυτή ακριβώς τη συμπεριφορική βιτρίνα που γεννά αθεΐα.
Στη Γεθσημανή τελειώνουν τα λόγια του Χριστού. Πάνε τα λόγια. Ό,τι είπε, είπε. Σιωπή. Απόλυτη μούγκα. Και όχι μόνο από τον Χριστό, αλλά και από τον Πατέρα. Πριν, στον Λάζαρο, τι είχαμε; Κουβέντα. Ο Χριστός μιλούσε στον Πατέρα: «Σ’ ευχαριστώ που με ακούς πάντα». Μιλούσε στον νεκρό: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Συζητούσε με τη Μάρθα, με τη Μαρία. Ε, στη Γεθσημανή αυτό τελειώνει. Το Ευαγγέλιο αλλάζει σελίδα.
Δεν είναι πια ο καιρός του λόγου που σκανδαλίζει τους ιερείς, τον Πιλάτο, τους βολεμένους. Όχι. Είχε ήδη κηρύξει την αδιανόητη αλήθεια: ότι ο Θεός ήρθε στον κόσμο για να υπερασπιστεί τους φτωχούς και τους τσακισμένους. Έναν νόμο χωρίς εκδίκηση, χωρίς τιμωρία. Μόνο απελευθέρωση από τη θυσία και τον φόβο του θανάτου. Αλλά τώρα; Για να είναι αυτό το κήρυγμα αξιόπιστο, πρέπει να επαληθευτεί. Να σφραγιστεί με το αίμα της μαρτυρίας και του Σταυρού.
Αν το κήρυγμα του κάθε παπά είναι βολικό για το σύστημα, βγαίνει έξω και όλοι τον αφήνουν στην ησυχία του. Όμως ο Παύλος Ευδοκίμοφ κόβει σαν ξυράφι: Το αληθινό κήρυγμα, αυτό που δεν γεννάει αθέους, πρέπει να είναι τόσο ανατρεπτικό, ώστε όταν ο παπάς κατεβαίνει τα σκαλιά του ναού, να τον περιμένει η αστυνομία. «Έλα εδώ, παπά μου. Μέσα!». Σήμερα δεν έχουμε τέτοια κηρύγματα.
Το γράμμα χωρίς μαρτυρία είναι πτώμα. Νεκρό. Αν δεν πιστοποιείς με τη σάρκα σου αυτό που λες, σκάσε. Μη μιλάς. Αλλιώς, φτιάχνεις αθέους μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Λέει ο πατέρας στο παιδί: «Μην κλέβεις». Και μετά γυρνάει σπίτι και λέει: «Βρήκα πεντακόσια ευρώ στο ταξί από μια γριά, σιγά μην ψάξω να τη βρω, άσ’ τα εδώ». Κάνει τον σταυρό του, τρώει το φαΐ του, και το παιδί τον κοιτάζει και σκέφτεται: «Αυτός εδώ μου το παίζει Χριστιανός;».
Μετά του λέει την Κυριακή: «Γιατί δεν ήρθες στην εκκλησία, ρε;». Το παιδί τον βλέπει και λέει: «Αυτός εδώ μου το παίζει Χριστιανός;». Μα τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Αφού έχασε η γριά τα 500 ευρώ. Ναι, αλλά μπορούσες να τη βρεις. Πες ότι δεν μπορούσες. Πάντως δικά σου δεν είναι, μην τα ιδιοποιείσαι. Το καταλαβαίνεις; Μόλις τον έκανες άθεο. Άλλα λέει, άλλα κάνει.
Να μην πω για τα υπόλοιπα. Τις απιστίες των πατεράδων. Ή το ξύλο. Ο καλός, Ορθόδοξος Χριστιανός που σηκώνει και μια σφαλιαρίτσα στη μάνα. Με συγχωρείτε πολύ, αλλά έχουμε ακούσει τόσα στην εξομολόγηση που έχουμε μείνει παγωτοί. Σας το λέω αλήθεια. Βία δεν είναι μόνο να χτυπήσεις. Όταν όλη μέρα απαξιώνεις τον άλλον, είτε η γυναίκα είτε ο άντρας. Βία έκανες. Και μετά το παίζεις Χριστιανός;. Και περιμένεις το παιδί σου να γίνει Χριστιανός και να πάει στην εκκλησία; Να.
Και όταν το παιδί πάει στην εκκλησία, με το που μπαίνει μέσα, έχει ένα κουτί. Σου λέει: «Ρίξε κάτι». Ρωτάει το παιδί πόσο κάνει το κερί. «Τόσο». Κοιτάζει το κερί. Παραφίνη. Και το πληρώνει σαν να ήταν καθαρό κερί. Δεν καταλαβαίνεις ότι θα σου πει «άντε στο καλό όλοι σας;».
Αγωνία. Πω πω. Αγωνία. Τι σημαίνει αγωνία; Σημαίνει ότι το εγώ έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια του την επιθυμία για ζωή. Θέλει να ζήσει. Τη νύχτα λοιπόν της Γεθσημανή απομένει μόνο η σιωπή. Οι παραβολές, τα κηρύγματα, χαθήκανε. Τελειώσανε. Έχει μείνει μόνο το δικαίωμα στην προσευχή. Μόνο αυτό.
Ο Ιησούς καλείται να δώσει μια μαρτυρία. Για την αλήθεια. Γι’ αυτό όταν τον ρώτησαν γιατί ήρθε, είπε: «Εγώ γι’ αυτό ήρθα, για να μαρτυρήσω την αλήθεια». Και του πετάγεται ο Πιλάτος: «Σιγά! Και τι είναι η αλήθεια; Τώρα θα καθίσουμε να φιλοσοφούμε; Έλα να σε σκοτώσουμε να τελειώνουμε».
Σκεφτείτε το. Αν δεν είχε περάσει τη νύχτα της Γεθσημανή, με τόση εγκατάλειψη από τον Θεό, τους φίλους και τους μαθητές Του, θα είχε άραγε ο λόγος Του αυτή τη δύναμη;. Την πιστοποίησε με τη σφραγίδα της Γεθσημανής. Με τη σφραγίδα του θανάτου Του. Αυτή η νύχτα φωτίζει την πραγματική δύναμη του λόγου Του.
Είναι δυνατόν να ζούμε χωρίς τον φόβο του νόμου; Χωρίς τον φόβο του θανάτου; Ο νόμος να μην είναι θηλιά στον λαιμό, καταπίεση και άγχος;. Ένα τεράστιο ερώτημα.
Η νύχτα της Γεθσημανή ξεκινά με τον Χριστό να μιλά στους μαθητές Του. Τους προετοιμάζει για το πάθος. Για τον θάνατο. Και για την προδοσία. Όχι από ξένους. Από τους ίδιους. Και κυρίως από τον πιο πιστό, τον Πέτρο.
Πρωτείο και Πάπας
Το ξέρετε βέβαια. Κάποιοι πουλάνε παραμύθια. Ότι δήθεν ο Χριστός άφησε την κληρονομιά, τα «κλειδιά», στον Πέτρο. Ανοησίες. Ο Χριστός δεν είπε «Πέτρο, πάνω σου θα χτίσω την Εκκλησία». Αυτός στερεώνει την Εκκλησία, όχι ο άνθρωπος. Τι έγινε πραγματικά; Τον ρωτάει: «Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είμαι;». «Άλλοι λένε ο Ηλίας, άλλοι ο Ιερεμίας», απαντάει εκείνος. «Και εσείς τι λέτε;». Τότε πετάγεται ο Πέτρος: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού».
Και εδώ είναι το κλειδί. «Πάνω σε αυτή την πέτρα θα χτίσω την Εκκλησία μου». Ποια πέτρα; Την ομολογία. Ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού. Πάνω εκεί χτίζεται η Εκκλησία. Όχι για να βγει ο κάθε Ποντίφικας και να πει «εγώ είμαι ο διάδοχος του Πέτρου, η Εκκλησία πατάει πάνω μου». Τι λέτε, ρε κακομοίρηδες; Ο Πέτρος παρακάτω, μέσα στη Γεθσημανή, θα τον πουλήσει. Θα στηριχτεί ο Χριστός σε έναν τρεπτό άνθρωπο;.
Όλοι είμαστε τρεπτοί. Αλλάζουμε γνώμη σε δύο λεπτά. Και εκείνη τη στιγμή, άγγελοι, δαίμονες, όλος ο κόσμος, κρέμονταν από τα χείλη του Χριστού, περιμένοντας να δουν: Θα μείνει άτρεπτος; Θα σφραγίσει αυτά που έλεγε με το ίδιο του το αίμα;.
Η νύχτα συνεχίζεται. Μια κάθετη καταβύθιση. Σαν να πέφτει σε ωκεανό σκοταδιού. Ακραία μοναξιά. Αγωνία. Και όλα κλείνουν με ένα φιλί. Το φιλί του Ιούδα.
Η δόξα του Μεσία, οι πανηγυρισμοί της εισόδου, εξαερώνονται. Τη θέση τους παίρνει η αγριότητα της σύλληψης. Τον αντιμετωπίζουν σαν δημόσιο κίνδυνο, σαν ληστή, σαν καταπατητή του νόμου. Μια πτώση στις στάχτες της δόξας, που μοιάζει να σβήνει κάθε προηγούμενη ανάμνηση.
Αυτό ακριβώς—κι εδώ μιλάμε τώρα για τη δική μας ζωή—το έχουμε γευτεί όλοι. Ο καιρός της επιτυχίας και της αποδοχής ξεχνιέται τρομακτικά γρήγορα. Ο καιρός του έρωτα, που νομίζουμε ότι όλοι μας αγαπούν, που λέμε περήφανα «αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ». Και όμως. Αυτή η αποδοχή από τον κόσμο, τη δουλειά, τον γάμο, τα παιδιά, μπορεί να συντριβεί βίαια σε ένα δευτερόλεπτο.
Ξέρετε πώς πάει. Αλλάζει ένας επίσκοπος, έρχεται άλλος, και από την κορυφή βρίσκεσαι ξαφνικά στον πάτο του πάτου. Ή στη δουλειά. Ή στο σπίτι. Ή μια αρρώστια. Ένα «κρακ» μέσα στη νύχτα. Και τέλος. Είτε κάνεις τον σταυρό σου είτε όχι, όλοι θα τα περάσουμε αυτά.
Μη φοβάστε. Εγώ λέω την αλήθεια. Έτσι είναι.
Αν θέλετε αυτό που είπε ο Χριστός. Δεν γίνεται προκοπή αν δεν διαβείς τη στενή πύλη. Δεν γίνεται να περνάνε τα πρόβατα από τη στενή πόρτα και ο ποιμένας να μένει απ’ έξω. Υπάρχει εκείνο το συγκλονιστικό ριζίτικο για τον Μελχισεδέκ, τον αρχιεπίσκοπο Κρήτης στην Επανάσταση του ’21. Λέει, δεν σφάξανε μόνο το ποίμνιο, σφάξανε και τον ποιμένα. Μαζί.
Έτσι δίνει τη μαρτυρία της αλήθειας ο Χριστός. Πρώτος. Απόλυτη συμφωνία μεταξύ λόγων και πράξεων. Αυτό ακριβώς διψάνε να δουν τα παιδιά μας για να μείνουν στην πίστη. Από τον παπά. Από την Πολιτεία. Από τον καθένα, για να μη γίνουν αναρχικά. Σου λένε: συμφωνεί αυτό που λες με αυτό που κάνεις; Θα δώσεις το αίμα σου για να υπογράψεις αυτό το γραμμάτιο;.
Οι αρχιερείς και οι δάσκαλοι του Ισραήλ; Μιλάνε, αλλά δεν πράττουν. Ρηχή αλήθεια. Στείρα τυπολατρία. Και ας έχουν πολυμάθεια. Μπορεί να ακούς ακαδημαϊκούς, καθηγητές Πανεπιστημίου, να αραδιάζουν θεωρίες. Τι να την κάνω την πολυμάθειά σου; Όταν σε βλέπω, μ’ αγαπάς;
Δεν λέω πράγματα στον αέρα. Είναι πατερικά. Τα μελετάω, τα γράφω, τα κόβω από τα κείμενα των Πατέρων και κολλάω δίπλα δυο δικά μου λόγια. Αν μου πει κανείς τίποτα, θα του πω: «Πάρ’ το. Και πες μου πού διαφωνεί με τη Γραφή αυτό που λέω».
Το πέρασμα από τη στενή πόρτα. «Ίνα ζωήν έχωσι, και περισσόν έχωσιν». Δεν φτάνει απλώς να ζεις. Η ζωή δεν αρκεί. «Περισσόν». Θα σου δώσω κάτι παραπάνω από την επιβίωση. Ο Χριστιανός οφείλει να κρατάει αυτή τη συμφωνία, ανάμεσα στο λέγειν και στο πράττειν.
Η θύρα ανοίγει σε μια καινούργια ζωή. Και ο ίδιος ο Ιησούς, εκείνη τη νύχτα στη Γεθσημανή, γίνεται η θύρα. Επιτρέπει στη ζωή να περάσει απέναντι. Πέρα από την αγωνία του θανάτου. Πέρα από τον τρόμο του νόμου.
«Αν ο κόκκος του σίτου δεν πέσει στη γη να πεθάνει…». Όχι απλώς να πεθάνει. Να σαπίσει. Όπως σαπίζουμε εμείς. Αν πέσει στο χώμα και μείνει σκληρός, αν δεν σαπίσει, θα μείνει μόνος. Τίποτα δεν θα βγάλει. Αν όμως σαπίσει, θα φέρει πολύ καρπό. Ο Χριστός έδωσε τη ζωή Του για αυτό.
Ο Χριστός δεν δίνει τη ζωή Του για τον νόμο. Την προσφέρει σαν δώρο. Ο Ίδιος το ξεκαθαρίζει: «Κανείς δεν μπορεί να μου πάρει τη ζωή. Μόνος μου τη δίνω. Και μόνος μου θα την πάρω πίσω».
Σκεφτείτε τη διαφορά. Οι άλλες αναστάσεις ήταν υποχρεωτικές. Κάποιος παρακάλεσε, κάποιος διέταξε την ψυχή να γυρίσει στο σώμα. Στον Χριστό τα πράγματα είναι αλλιώς. Η ψυχή Του κατέβηκε στον Άδη ενωμένη με τη θεότητα. Όταν θέλησε, γύρισε. Όταν θέλησε, ενώθηκε ξανά με το σώμα. Το σώμα δεν γνώρισε φθορά. Η ψυχή δεν αιχμαλωτίστηκε. Κατέβηκε ως κυρίαρχος. Γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να πει: μόνος μου τη δίνω, μόνος μου την παίρνω πίσω.
Αυτά είναι φοβερά πράγματα. Αλλά δεν τα προσέχουμε. Διαβάζουμε τα Ευαγγέλια μηχανικά. Τρέχουμε να τελειώσουμε τις ακολουθίες, πνιγμένοι στην κούραση και στα μαύρα κρέπια. Ντύνουμε τα τέμπλα στα μαύρα, κάνουμε φασαρία με το πένθος. Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά είναι απλώς η φλούδα του πορτοκαλιού. Αν η φλούδα δεν κρατιέται από τον χυμό, καταρρέει. Ο χυμός τη συντηρεί. Ποιος τρώει σκέτη τη φλούδα; Πρώτα πίνεις τον χυμό. Και ο χυμός κρύβεται πίσω από όλα αυτά τα στολίδια.
Πίσω στη Γεθσημανή. Εκείνη τη νύχτα, ο Ιησούς συντρίβεται πάνω σε τρεις εμπειρίες: Προδοσία. Αγωνία θανάτου. Απόλυτη μοναξιά στην προσευχή.
Η Γεθσημανή είναι η ώρα της αδυναμίας του Θεού. Της τέλειας εγκατάλειψης. Η ώρα ενός άγχους που δεν έχει όνομα. Είναι τόσο ασήκωτο, που οι λέξεις σπάνε. Η ζωή του Χριστού ετοιμάζεται να ξεριζωθεί βίαια από αυτόν τον κόσμο.
Και τι κάνει; Αυτό που θα κάναμε όλοι μας μπροστά στον τρόμο. Απευθύνει μια εντελώς ανθρώπινη έκκληση στους φίλους Του. Εκεί, μέσα στον μικρό ελαιώνα. Ξέρετε, αυτό το κηπάκι με τις ελιές ανήκε στη μητέρα Του. Ήταν η μόνη ιδιοκτησία που είχαν αφήσει στην Παναγία. Γι’ αυτό ο Χριστός πήγαινε εκεί ελεύθερα. Για οτιδήποτε άλλο, ζητούσε άδεια. Για το γαϊδουράκι, για το υπερώο του Μυστικού Δείπνου. Αλλά στον κήπο έμπαινε ως κυρίαρχος, γιατί ήταν δικός τους. Ακριβώς από κάτω βρισκόταν το λιοτρίβι του Ιωακείμ και της Άννας. Και μέσα στο λιοτρίβι, προς τον τοίχο, ο τάφος των παππούδων Του.
Αν πάτε ποτέ στα Ιεροσόλυμα, θα καταλάβετε. Αν και τώρα, ποιος ξέρει τι θα γίνει. Εμείς χτυπιόμαστε για το Άγιο Φως. Αν θα μας το δώσουν, αν θα βγει, οι δημοσιογράφοι που το κατηγορούν… Αυτά ακριβώς κατασκευάζουν αθέους. Σου λέει ο άλλος, «ο Χριστός είναι το φως» και συ ρωτάς «τι πάει να πει το φως;».
Μέχρι το ’88, το φως δεν ερχόταν επίσημα στην Ελλάδα. Μετά άρχισαν αυτά. Υπήρχε όμως μια γριούλα, η θεία Φώτω από τη Σαλαμίνα. Από εκείνες τις χοντρούλες με τις μεγάλες φούστες. Πάει, παίρνει το Άγιο Φως, αλλά δεν την άφηναν να μπει με αναμμένο καντήλι στο αεροπλάνο—τότε με την Ολυμπιακή. Τι κάνει η γριά; Δένει ένα σκοινί από πίσω, ένα από μπροστά, περνάει το καντήλι ανάμεσα στα σκέλια, και περπατάει μισοκούτσαβη, τρέμοντας μη λαμπαδιάσει!. Έπρεπε να κατέβουμε λίγο από την αγωνία της Γεθσημανή, να βάλουμε κι ένα χαμόγελο. Περνάει τον έλεγχο, μπαίνει στο αεροπλάνο, σηκώνει τη φούστα, βγάζει το καντήλι και το ακουμπάει στο τραπεζάκι. Τρελαίνεται η αεροσυνοδός. «Τι κάνεις εκεί, κυρά μου;». Και η θεία απαντάει: «Εγώ πέρασα όλους τους Οβραίους για να το πάρω, και θα μου το σβήσεις εσύ τώρα; Θα το πάω στην Ελλάδα!».
Καταλάβατε; Έτσι έκαναν οι άνθρωποι τότε. Σιγά τι θα πάθουμε αν δεν έρθει το φως με τιμές αρχηγού κράτους. Δηλαδή εμείς δεν έχουμε το φως του Χριστού στο καντήλι που καίει δίπλα μας; Τι είμαστε; Ολυμπιακοί Αγώνες; Που βγαίνει η μισόγυμνη κάθε τέσσερα χρόνια, ανάβει τη δάδα από τον ήλιο, και αρχίζουν να την τρέχουν, με έξοδα εκατομμυρίων και μίζες;. Αυτά είναι υποπροϊόντα κουλτούρας. Είναι φετίχ.
Δεν δέχομαι να σας λέω ψέματα. Θα μου πάρουν το κεφάλι μια μέρα, θα με βγάζουν πάλι στα κανάλια να με βρίζουν, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Το Άγιο Φως είναι άλλο πράγμα. Όπως τότε που οι Τούρκοι πέταξαν έξω τον Πατριάρχη μας, και πήγε ο Αρμένιος να το πάρει. Ο Πατριάρχης στεκόταν απ’ έξω, σε μια κολόνα, προσευχόταν. Και η κολόνα σχίστηκε. Και βγήκε το φως. Και όχι μόνο σχίστηκε, αλλά ευωδίαζε κιόλας. Αυτό το πιστεύω. Το είδα, το ξέρω.
Ή όπως η γερόντισσα Κατερίνα, που δεν είχε τα χρήματα να πάει στα Ιεροσόλυμα. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου έλεγε στην υποτακτική της: «Τώρα μπαίνει ο Πατριάρχης… τώρα θα βγει το φως». Έμεναν στα Μεσόγεια. Ξαφνικά βλέπουν από μακριά μια φωτεινή μπάλα να έρχεται καταπάνω τους. Λέει η υποτακτική: «Γερόντισσα, αεροπλάνο έρχεται, θα μας πέσει στο κεφάλι!». Γιατί πολλές φορές έβλεπαν αεροπλάνα με αναμμένα φώτα. Αλλά αυτό δεν ήταν αεροπλάνο.
«Γερόντισσα, βλέπω αεροπλάνα. Είναι φωτεινά, σε τυφλώνουν». «Δεν βλέπεις καλά, παιδί μου», της λέει, «αυτό δεν είναι αεροπλάνο. Είναι φως που έρχεται».
Και όντως. Το φως έφτασε με ταχύτητα φωτός. Είχαν ένα εκκλησάκι, είχαν αφήσει ανοιχτές τις πόρτες λόγω της ζέστης και της υγρασίας, και είχαν ετοιμάσει τα καντήλια για το βράδυ. Αυτή η φωτεινή μπάλα μπήκε μέσα. Άναψε τα καντήλια, τις περιέλουσε και μετά χάθηκε. Το φως ήρθε απευθείας από τα Ιεροσόλυμα.
Μη δίνετε σημασία στα εξωτερικά. Όταν ο Θεός θέλει, τα κάνει όλα όπως θέλει. Μην κάθεστε να μαλώνετε. Μην αγωνίζεστε να υπερασπιστείτε την αλήθεια της εμπειρίας σας. Απλώς καταθέστε την. Τίποτα άλλο. Αν σας πουν «είναι σφαλερή», πείτε: «Εσύ θα μου το πεις; Εσύ δεν έχεις σφαλερές εμπειρίες; Μάθημα θα μου κάνεις; Άδειάζε μας τη γωνιά».
Ο Χριστός, λοιπόν, στρέφεται στους Αποστόλους: «Μείνετε εδώ, ξάγρυπνοι, για μένα». Αφήνει τους εννιά κάτω και παίρνει τους τρεις. Τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη και τον Πέτρο. Και προχωράνε πιο πάνω. Γιατί αυτούς τους τρεις; Για να τους έχει βοηθούς στην προσευχή. Στη συμπαράσταση.
Εικοσιπέντε μέρες νωρίτερα, τους είχε ανεβάσει στο όρος Θαβώρ. Τους είχε δείξει τη Μεταμόρφωση. Σαν να τους λέει: «Είδες πώς έλαμψα; Με είδες ψηλά, να μιλάω με τον Μωυσή και τον Ηλία; Και είπες, Κύριε, καλά είμαστε εδώ». Και σου λέω: «Δεν ξέρεις τι λες. Έλα τώρα να δεις. Σε ξεχώρισα, ανόητε, για να σε έχω δίπλα μου στο πάθος».
Τα σκεφτήκατε ποτέ έτσι; Όχι, δεν τα σκεφτόμαστε έτσι.
Θέλει να μην αισθάνεται μόνος μέσα στη νύχτα. Ζητάει να κρατήσει αυτούς τους τρεις αγαπημένους κοντά Του. Νιώθει ότι ως άνθρωπος δεν αντέχει το βάρος του θανάτου που έρχεται. Παρακαλάει. Ζητάει την παρουσία των ανθρώπων. Τους ικετεύει να μοιραστούν την αγρυπνία, να μην Τον αφήσουν μόνο.
Και εδώ προσέξτε τη διαφορά. Οι Δυτικοί λένε ότι παρακαλάει ως άνθρωπος. Οι Ορθόδοξοι; Όχι. Η Θεότητα παρακαλεί για λογαριασμό της ανθρώπινης φύσης, για να στηριχτεί από τον άνθρωπο. Το βλέπετε πόσο βαθύ είναι αυτό το ρήγμα; Γι’ αυτό σου λένε, «θα ενωθούμε με τους Καθολικούς». Πώς θα ενωθείς, μάτια μου; Πώς θα λυθούν αυτά; Θα περάσουν χιλιάδες χρόνια για να ισορροπήσει ξανά η ζυγαριά.
«Μείνετε μαζί μου», τους λέει. «Κάντε μου παρέα».
Μοιάζει με παιδί εδώ ο Χριστός. Σαν το παιδάκι που έρχεται το καινούργιο μωρό, το παίρνεις σηκωτό να το πας σε άλλο κρεβάτι για να κοιμηθεί το μωρό δίπλα στη μάνα, και αυτό παρακαλάει: «Μείνε μαζί μου, μπαμπά. Φοβάμαι το σκοτάδι». Σε αφήνει άναυδο αυτή η αδυναμία. Και εκφράζεται από τον Υιό του Θεού, με τον πιο δραματικό τρόπο.
Ο Ιησούς δεν ζητάει από τους μαθητές Του να Τον σώσουν. Είχε πει: «Παρατάσσεται μήνισις;». Δεν ζητάει να Τον φυγαδεύσουν από τον σταυρό. Δεν ζητάει να θυσιαστούν ούτε να Τον υπερασπιστούν. Τους ζήτησε τίποτα από αυτά; Τίποτα. Θα Του έφτανε απλώς να μην Τον αφήσουν να σηκώσει μόνος το βάρος εκείνης της νύχτας.
Αλλά στο τέλος; Το βάρος το σήκωσε ένας περαστικός. Τον πήραν από τον δρόμο και του είπαν «πάρε τον σταυρό και προχώρα». Όλοι οι άλλοι το έσκαψαν. Βρήκαν έναν μαυροτσούκαλο, τον Σίμωνα τον Κυρηναίο. Κυρηναίο έψαχνε; Ήταν αυτά τα δώδεκα μοσχάρια που τάιζε και δίδασκε τρία χρόνια, αλλά δεν βρήκε κανέναν τους. Αυτοί είμαστε κι εμείς. Έτσι δημιουργούμε αθέους. Είναι σκάνδαλο τεράστιο. Το βλέπει ένα παιδί και λέει: «Ήπιατε από αυτό το γάλα και τώρα το πετάτε;».
Η απαίτηση του Θεού είναι ελάχιστη. Και παρ’ όλο που είναι ελάχιστη, δεν εισακούεται. Δεν σου ζητάει να γίνεις μάρτυρας. Σου λέει, κράτα Με στην καρδιά σου. Αγρύπνα μέσα στην καρδιά. «Νήφε». Να έχεις νήψη.
Μετά τη βύθιση στην οδύνη, ο Ιησούς ανασηκώνεται. Πάει να τους δει. Τους άφησε ξύπνιους. Πάει, και τους βρίσκει να ροχαλίζουν. Σαν τον Ιωνά. Που το καράβι βούλιαζε και εκείνος στο αμπάρι ροχάλιζε. «Χανόμαστε!», του φώναζαν οι άλλοι, «παρακάλα τον Θεό σου! Τι ροχαλίζεις ρε κακομοίρη;». «Εμένα με πιάνουν τώρα, κι εσείς ροχαλίζετε;». Αφήνονται στον ύπνο την ώρα που ο δάσκαλος ζητάει να μείνουν μαζί του. Και τους λέει ο Χριστός: «Βρε, ούτε μια ώρα δεν μπορέσατε να ξαγρυπνήσετε μαζί μου;».
Αν δεν το κάνεις ούτε για μια ώρα αυτό, παράγεις αθέους. Ο ύπνος των μαθητών είναι προδοσία. Έχουμε τρεις προδοσίες. Του Ιούδα, του Πέτρου—αλλά ο Πέτρος εμπλέκεται σε πολλαπλές. Η μία προδοσία είναι ο ύπνος. Η άλλη είναι που τράβηξε το μαχαίρι και πάτησε το «ου φονεύσεις». Και η τρίτη προδοσία, όταν τρεις φορές είπε: «Ούτε σε ξέρω. Ανάθεμά με, ορκίζομαι, δεν σε ξέρω». Αρχιπροδόταρος ο Πετράκος.
Υπάρχει βέβαια διαφορά με τον Ιούδα. Θα τη δούμε, υπομονή.
Ο αδελφός λοιπόν, δεν ξέρει να συμπαρασταθεί. Δεν είναι μόνο ότι δεν μπορεί, ο καημένος δεν ξέρει πώς.
Το ίδιο κι εμείς. Μεταξύ μας. Την ώρα της κρίσης, την ώρα της πτώσης, την ώρα της εγκατάλειψης, κανείς δεν ξέρει. Ούτε εμείς οι παπάδες ξέρουμε να συμπαρασταθούμε. Λέμε μπούρδες. Ενώ ο Χριστός μάς έδειξε στη Γεθσημανή: δεν μιλάς. Μη λες τίποτα. Κάτσε δίπλα του. Πιάσ’ του το χέρι, μωρέ. Να σε βλέπει. Να πεθαίνει και να σε βλέπει. Φτάνει αυτό στον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος δεν ξέρει να αντισταθεί στη νύστα του. Σε λιγότερο από μία ώρα, οι μαθητές έχουν αποκοιμηθεί. «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής». Κανείς τους δεν στάθηκε ικανός να μοιραστεί τη μοναξιά και την αγωνία Του.
Και εδώ, όπως και στην προδοσία του Πέτρου, η σκηνή επαναλαμβάνεται. Πόσες φορές; Τρεις. Ο Χριστός πάει τρεις φορές και τους βρίσκει να κοιμούνται. Ο Πέτρος πόσες φορές Τον αρνήθηκε; Τρεις. Ο Θεός σου δίνει ευκαιρία. Μία; Χαλάλι. Δύο; Πάλι. Το τρία είναι πολύ. Γι’ αυτό πάει τρεις φορές και τους ξυπνάει. Διαβάζουμε το Ευαγγέλιο και δεν συγκλονιζόμαστε. Είναι πέντε γραμμές, και όμως δείτε πόσο βάθος έχουν.
Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι μαθητές που παραβρέθηκαν στη Μεταμόρφωση, που είδαν την εξύψωσή Του, είναι παρόντες τώρα στην «πτώση» του Ιησού. Αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Βλέπουν τον Δάσκαλο αναστατωμένο. Ταραγμένο. Να βλέπει με τρόμο τον θάνατο να πλησιάζει.
Ο Χριστός δεν έχει πιει ακόμα το ποτήρι του θανάτου. Προσεύχεται γι’ αυτό. Δεν το έχει καν αποδεχτεί πλήρως ακόμα. Εκεί παίζεται όλο. Και ζητάει μια βοήθεια, μια ανθρώπινη παρουσία. Γι’ αυτό μετά λέει: επειδή δεν καταφέρατε τίποτα εσείς, ήρθε άγγελος και Με διακόνησε. Αφού δεν μπόρεσε ο άνθρωπος, ήρθε ένα κτίσμα κατώτερο από τον άνθρωπο. Η Παναγία είναι ανώτερη των αγγέλων, άρα οι άγγελοι είναι κατώτεροι από την ανθρώπινη φύση. Κι όμως, αφού απέτυχαν οι άνθρωποι, ήρθαν αυτοί. Και τον διακόνησαν.
Μιλάμε για υπέρτατη μοναξιά. Απόλυτη εγκατάλειψη. Οι μαθητές δεν αντέχουν να σηκώσουν την «ατέλεια» του Δασκάλου, την ανθρωπινότητά Του. Γι’ αυτό και καταφεύγουν στον ύπνο.
Πόσοι άνθρωποι το κάνουν αυτό; Όταν έχεις βάσανα, κάθονται δίπλα σου και προτιμούν να κοιμηθούν παρά να τα μοιραστούν μαζί σου. Πόσες φορές βλέπεις τον άντρα να σφαδάζει από τον πόνο, η γυναίκα να φέρνει ένα ποτήρι νερό, και μετά να ξαπλώνει, η κακομοίρα, επειδή δεν αντέχει άλλο και κοιμάται.
Αυτό είναι κακό.
Αλλά αυτή είναι η Γεθσημανή. Και ο καθένας μας έχει μια Γεθσημανή. Εκείνος ο λόγος του Ιησού, που συγκέντρωνε πλήθη, που ζωογονούσε την ελπίδα των φτωχών; Τώρα δεν μπορεί να κρατήσει ξύπνιους ούτε τους Αποστόλους. Τους κοιμίζει. Δεν έχουν δύναμη να σταθούν.
Τη νύχτα αυτή πάσχει ο Ιησούς. Το ανθρώπινο όνομα. Η ανθρώπινη φύση. Βιώνει την απόλυτη μοναξιά, την απουσία. Τη στιγμή που δεν είναι πια Εκείνος στον οποίο τρέχουν οι απελπισμένοι. Είναι η πρώτη φορά που Εκείνος ζητάει βοήθεια. Αλλά οι μαθητές δεν αντέχουν να σηκώσουν το βάρος αυτής της μοναξιάς.
Σκεφτείτε άλλη μια σκηνή. Θυμάστε που μπήκαν στο καράβι; Το πλοίο καταποντιζόταν, τα κύματα σηκώνονταν, και ο Ιησούς κοιμόταν. Ε, τώρα έγινε το αντίστροφο. Τώρα ο Χριστός βυθίζεται, και οι μαθητές κοιμούνται. Μόνο οι Πατέρες τα βλέπουν αυτά, αυτές τις συγκλονιστικές αντιθέσεις.
Τότε, στη βάρκα, οι μαθητές έμειναν ξύπνιοι. Ξύπνησαν τον Χριστό γεμάτοι αγωνία: «Δάσκαλε, δεν σε νοιάζει που χανόμαστε;». Και Εκείνος σηκώθηκε, γαλήνεψε τα νερά, τους έσωσε. Αλλά αμέσως μετά τους ξεχέζει: «Γιατί είστε τόσο δειλοί; Ακόμα δεν πιστέψατε ποιος είμαι;».
Κανονικά, η πίστη διώχνει τον φόβο του θανάτου. Αλλά είναι δύσκολο. Δεν φτάνει πάντα. Γι’ αυτό ο πατέρας στο Ευαγγέλιο φώναξε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ απιστίᾳ». Συμπλήρωσέ τη, γιατί δεν φτάνει.
Αν πεις στο παιδί σου «πιστεύω, αλλά δεν πιστεύω ούτε σωστά ούτε δυνατά, και παρακαλώ τον Θεό να με βοηθήσει», του λες την αλήθεια. Και έτσι το σώζεις από την αθεΐα. Τόσο απλό είναι. Μην του το παίζεις καπετάνιος και καθηγητής. Μην ασκείς την εξουσία της βλακείας σου πάνω σε μια αδύναμη ψυχούλα.
Στη Γεθσημανή, ο Χριστός δέρνεται από τα κύματα. Από τη θύελλα. Βιώνει τον φόβο του θανάτου μόνος, χωρίς κανέναν στο πλευρό Του. Την ώρα που εκπίπτει από τη δόξα, την ώρα που ετοιμάζονται να Τον συλλάβουν και να Τον σφάξουν σαν κοινό εγκληματία, οι μαθητές Τον εγκαταλείπουν. Εκείνος τους είχε σώσει. Αυτοί δεν μπορούν ούτε μια ώρα να ξαγρυπνήσουν μαζί Του. Δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν την αναπόφευκτη πραγματικότητα.
Δεν θέλουν να αντικρίσουν την αναπόφευκτη πραγματικότητα της απώλειας που ζει εκείνη τη στιγμή ο Χριστός. Θέλουν να συνεχίσουν να κοιμούνται. Να ονειρεύονται τα καρβέλια. Ποια καρβέλια; Την είσοδο στα Ιεροσόλυμα: «Αχ, τι ωραία που μας τιμούσαν όλοι».
Εάν η Εκκλησία σήμερα δεν καταλαβαίνει πού πατάει και ζητάει ανταλλάγματα—«περάστε από τους πολιτικούς, πάρτε όσα θέλετε, τι έχετε ανάγκη;»—εάν δεν τα συνειδητοποιεί αυτά, τότε κοιμάται. Τον ίδιο ύπνο των Αποστόλων. Ο Χριστός βασανίζεται κι εμείς ροχαλίζουμε. Δεν θέλουν να δουν τον θάνατο του Δασκάλου. Την άβυσσο που Τον χωρίζει πια από τον Πατέρα. Δεν θέλουν να αγγίξουν την πληγή ενός Υιού εγκαταλελειμμένου.
Ο Χριστός λοιπόν, μέσα σε αυτή τη μοναξιά, κάνει δύο προσευχές. Δύο βασικοί τρόποι. Ο ένας είναι η ικεσία: «Πάρε μου αυτό το ποτήρι». Για τους Εβραίους, το ποτήρι σημαίνει χαρά. Γάμο. Γλυκό κρασί. Αλλά Εκείνος Του λέει: «Δεν θέλω το πικρό ποτήρι του πάθους. Άφησέ με να ζήσω. Δεν θέλω τη θυσία».
Όμως αυτή η προσευχή πέφτει στο κενό. Στο απόλυτο άδειασμα. Στη Γεθσημανή, ο Ιησούς είναι στην ίδια ακριβώς θέση με τον Ιώβ. Τον Ιώβ της Μεγάλης Εβδομάδας, που του ήρθαν όλα στο κεφάλι. Κανείς δεν απαντά στην κραυγή του Ιώβ για βοήθεια. Ούτε ο Θεός. Και όταν τελικά μιλάει ο Θεός, τον βάζει στη θέση του: «Άσε με, ρε κακομοίρη. Όταν έφτιαχνα τη γη, σε πήρα για βοηθό; Ξέρεις πού αυλίζεται το φως;». Προσέξτε τη λέξη. Αυλίζεται. Από την «αυλή». Γιατί το σπίτι μέσα είναι σκοτεινό, αλλά η αυλή έχει φως. Αυλή-Αυγή-Φως.
Τα έχει όλα η Εκκλησία. Είναι η μόνη που τα έχει. Όποιος δεν το καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατάει. Μακάρι να με πάτε όπου θέλετε, απέναντι σε εκατοντάδες. Θα τους αντιμετωπίσω όλους, με πολλή αγάπη.
Στη Γεθσημανή, η σιωπή των ουρανών είναι εκκωφαντική. Ο Χριστός ξεκινάει από την τίμια παραδοχή ότι η ζωή είναι εδώ. Αν θέλετε να είστε τίμιοι με τον εαυτό σας, πρέπει να το παραδεχτείτε: «Δεν θέλω την άλλη ζωή». Να είμαστε ειλικρινείς. Δεν λέμε «ναι, να πεθάνουμε για να πάμε στην άλλη». Λέμε: «Εγώ θέλω να ζήσω αυτό που είμαι εδώ. Αναγκαστικά, αφού θα με πάρεις, θέλω και το άλλο. Αλλά ας είμαι τίμιος. Δεν αντέχω να το υποστώ».
Δεν το αντέχω. Δεν μπορώ να υποστώ τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Ούτε το θέλω. Είναι τρομερό και φοβερό. Πρέπει να είσαι ντόμπρος. Να το λες.
Όχι σαν κάποιους που λένε «το επιθυμώ». Εκτός αν μιλάμε για Αγίους, όπως ο Άγιος Παΐσιος. Αλλά και πάλι. Όταν ο Ίδιος ο Χριστός έτρεμε, δεν μπορείς εσύ να λες «έλα μωρέ, δεν είναι τίποτα». Είναι. Το πέρασμα είναι στενό. Δεν είμαστε εντελώς εκτός του κόσμου, είμαστε και εντελώς εις τον κόσμον. Μη λέμε τρέλες. Και αυτό το «εις τον κόσμον» απαιτεί την απουσία του Θεού.
Αυτό ακριβώς αποκαλύπτεται στην αγωνία και στην προσευχή του Ιησού. Όταν λέει στους μαθητές «δεν μπορείτε να αγρυπνήσετε μαζί μου;», ανατρέπει με τον πιο δραματικό τρόπο κάθε θεοκεντρική παράσταση που είχαμε για τον Θεό. Καμία θρησκεία δεν είχε ποτέ σκεφτεί τον Θεό έτσι. Γι’ αυτό δεν μιλάμε για θρησκεία. Μιλάμε για αποκάλυψη. Για πίστη. Το μυαλό του ανθρώπου δεν μπορεί να συλλάβει αυτό το μυστήριο.
Ο Ιησούς βιώνει την εγκατάλειψη. Την προδοσία. Τον άδικο θάνατο. Η θέση Του είναι ολόιδια με του Αβραάμ, όταν του ζητήθηκε να σφάξει το παιδί του. Ή όταν του είπε «πήγαινε εκεί που θα σου πω». Είναι η ίδια θέση με τον Ιώβ. Καθόλου τυχαία. Η δοκιμασία του Αβραάμ και του Ιώβ είναι εξίσου ριζική και ακραία με τη δοκιμασία του Χριστού τη νύχτα της Γεθσημανή.
Ο Ιησούς ζητάει από τον Πατέρα να απομακρύνει το ποτήρι. Και ο Θεός; Σιωπά. Τον αφήνει εκεί, να Τον επικαλείται, να Τον ικετεύει. Πάει στους Αποστόλους, γυρίζει πίσω και απευθύνεται ξανά στον Πατέρα. Αλλά τώρα η στάση είναι διαφορετική. Η δεύτερη προσευχή είναι αλλιώτικη.
Η σιωπή του Θεού υποχρεώνει τον άνθρωπο Ιησού να αλλάξει θέση. Να βρει τον νόμο του Θεού μέσα στην ίδια Του την καρδιά, και να μην τον αναζητά πια έξω. Γι’ αυτό, στη δεύτερη προσευχή, ο Χριστός δεν ζητάει την ανάκληση του νόμου. Ζητάει την αποδοχή του. Τι λέει; «Πατέρα μου, αν δεν μπορώ να αποφύγω τούτο το ποτήρι, αλλά πρέπει να το πιω, γενηθήτω το θέλημά σου». Να τη.
Το Ευαγγέλιο λέει ότι και η τρίτη προσευχή ήταν ακριβώς η ίδια. Τα ίδια λόγια. Και στη δεύτερη προσευχή, η εκφορά του λόγου γίνεται πια μέσα στην πιο βαθιά σιωπή. Ο Χριστός σιωπά και ο Ίδιος. Λέει απλώς «γενηθήτω το θέλημά σου».
Εκεί, μπροστά στη σιωπή του Θεού, ο Ιησούς επιλέγει ελεύθερα να ακολουθήσει την κληρονομιά που Του παρέδωσε ο Πατέρας. Να Τον βγάλουν έξω. Να Τον σκοτώσουν. Αφού πρέπει να το πιω αυτό το ποτήρι μες στη σιωπή του Θεού, «γενηθήτω το θέλημά σου».
Υπάρχει ένα έργο που λέγεται Η Σιωπή. Το θυμάστε; Με κάτι ιεραποστόλους. Μακάρι να έβαζαν τέτοια έργα. Δεν χρειάζεται να δείχνουν συνέχεια τον Χριστό όπως Τον κάνουν.
Στη δεύτερη λοιπόν προσευχή, μέσα στην πιο βαθιά σιωπή, ο Χριστός επιλέγει ελεύθερα. Δεν είναι εκ του κόσμου, αλλά είναι εις τον κόσμον.
Και πάμε τώρα στις προδοσίες. Γιατί όλοι μας είμαστε αρχιπροδόταροι.
Η νύχτα της Γεθσημανή είναι η νύχτα της προδοσίας. Δύο είναι οι μορφές που την ενσαρκώνουν: Ο Ιούδας και ο Πέτρος. Τι τους ενώνει και τι τους χωρίζει;.
Κατ’ αρχάς, και οι δύο ανήκουν στους Δώδεκα. Είναι από τους εκλεκτούς. Δεν είναι από τους Εβδομήκοντα. Συνοδοιπόροι. Ο Ιούδας, όπως και ο Πέτρος, είναι από τους πιο κοντινούς. Ο Ιούδας είχε το ταμείο. Το «γλωσσόκομο», όπως το λέει. Και ήταν κλέφτης. Κρατούσε το ταμείο, έβαζε μέσα λεφτά, τα έπαιρνε. Ο Θεός να τους σχωρέσει.
Άρα, η πιο ακραία προδοσία δεν έρχεται από κάποιον άγνωστο. Έρχεται από αυτόν που βρίσκεται δίπλα μας. Από τον πιο κοντινό μας. Γι’ αυτό πονάει. Από εκείνον που εμπιστευόμαστε απόλυτα. Στον έναν δίνεις το ταμείο, στον άλλον, τον Πετράκο, δίνεις τα κλειδιά της Βασιλείας και καμαρώνει. Και σε προδίδουν.
Τι νομίζατε; Ότι φταίει ο Πιλάτος; Οι άλλοι ρουφιάνοι;. Αυτοί δεν έφαγαν μαζί με τον Χριστό στον Μυστικό Δείπνο. Δεν τους είχε στο τραπέζι Του ο Θεός μας. Μήπως πήρε τον Άννα και τον Καϊάφα να φάνε μαζί; Όχι. Αυτοί που έφαγαν μαζί Του, αυτοί Τον πρόδωσαν.
Άρα να μη σας κακοφαίνεται. Η προδοσία από έναν άγνωστο δεν είναι προδοσία. Είναι εξαπάτηση. Αυτός που σε εξαπατά δεν έχει συναισθηματικό δεσμό μαζί σου. Δεν έχει σχέση. Σε κοροϊδεύει και τέλος. Ο πρωθυπουργός, ας πούμε, δεν σε προδίδει, ο κακομοίρης. Σε εξαπατά. Δεν είναι τίποτα αυτό.
Αν όμως μου το κάνει η παπαδιά μου; Τότε με πρόδωσε. Αν της το κάνω εγώ; Την πρόδωσα. Τα παιδιά μου σε μένα; Εγώ στα παιδιά μου; Ο φίλος μου; Γιατί και η φιλία είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο σχέσεων. Ο πνευματικός μου; Εγώ στον πνευματικό μου;.
Η πραγματική προδοσία χτυπάει πάντα το πιο οικείο πρόσωπο. Τον φίλο. Τον αδελφό. Τον αγαπημένο. Τον δάσκαλο. Εκείνον με τον οποίο μας δένει μια συμφωνία. «Είσαι η γυναίκα μου»—συμφωνία. «Είσαι ο δάσκαλός μου»—συμφωνία. Η αληθινή προδοσία, σε αντίθεση με την εξαπάτηση, σπάει πάντα μια συμβολική συμφωνία που πατάει στον λόγο. Στην ντομπροσύνη του λόγου.
Με τον άγνωστο δεν έχεις συμφωνήσει τίποτα. Σε εξαπατά. Αλλά όταν λες «σ’ αγαπώ», όταν την αγκαλιάζεις, όταν κοιμάστε στο ίδιο κρεβάτι….
«Αλλά όταν λες ‘σ’ αγαπώ’, και την αγκαλιάζεις, και κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι. Ή όταν ξυπνάς και την κοιτάζεις και λες ‘σ’ αγαπάω, κι ας κοιμάσαι’, και προσεύχεσαι γι’ αυτήν. Ή και το αντίστροφο.
Ο προδότης λοιπόν δεν είναι ποτέ ξένος. Όπως δίδαξε ο ίδιος ο Ιησούς, είναι ‘αυτός που βουτάει την μπουκιά στο ίδιο πιάτο με μένα’. Θυμάστε τι έγινε. Όταν τους είπε ‘ένας από εσάς θα με προδώσει’, άρχισαν όλοι να ρωτάνε: ‘Μήτι εγώ ειμί, Κύριε;’—Μήπως είμαι εγώ;. Άρα; Ήταν όλοι έτοιμοι για την προδοσία. Σου λέει, ‘μήπως με κατάλαβες;’. Έτσι δεν είναι;.
Και λέει ο Πέτρος στον Ιωάννη, που έγερνε πάνω στο στήθος του Χριστού: ‘Ρώτα τον ποιος είναι’. Και του απαντάει ο Χριστός: ‘Αυτός στον οποίο θα δώσω το ψωμί’. Τους είχαν βάλει σούπα. Η Παναγία τα είχε φτιάξει. Ποιος νομίζετε ότι τα ετοίμασε όλα εκείνο το βράδυ; Οι Αποστόλοι κάθονταν. Η Παναγία, μαζί με την κακομοίρα τη Μάρθα—η νοικοκυρά της οικουμένης—και τη Μαρία με τα κρασιά. Αυτά δεν τα ξέρουμε πολύ, αλλά τα αναφέρει ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Λέει μάλιστα ότι εκείνο το βράδυ ο Χριστός παρέδωσε όλες τις γυναίκες στην Παναγία.
Άρα, ο προδότης δεν είναι ξένος. Προδίδει ο μαθητής τον δάσκαλο, ο δάσκαλος τον μαθητή, ο γιος τον πατέρα, ο πατέρας τον γιο, ο αγαπημένος τον αγαπημένο. Μπορούμε να προδώσουμε μόνο αυτόν που μας έχει εμπιστευτεί αληθινά. Μόνο αυτόν που μας θεωρεί κεντρικούς στη ζωή του. Τον άντρα, τη γυναίκα, το παιδί, τη μάνα.
‘Ένας από τους Δώδεκα’, λέει ο Ιησούς. Δεν Τον προδίδουν οι ιερείς του Ναού. Οι φίλοι Του Τον προδίδουν. Οι συνοδοιπόροι Του. Οι πιο κοντινοί. Αυτοί που Τον αγάπησαν. Και Του γυρίζουν την πλάτη ακριβώς τη στιγμή που τους χρειάζεται. Τη στιγμή που η δόξα επισκιάζεται, που το όνομα χάνεται, που μέσα σε τρεις μέρες το ‘Ωσαννά’ γίνεται σκάνδαλο. Σκάνδαλο! Αν υπήρχε τηλεόραση και δημοσιογράφοι τότε, θα έλεγαν ‘τι λάθος κάναμε με τον παλιάνθρωπο’. Ευτυχώς δεν υπήρχε τηλεόραση, δόξα τω Θεώ.
Η πρώτη σκηνή της προδοσίας στην ιστορία; Ο Αδάμ και η Εύα. Εκεί πάει το φίδι και τους ψιθυρίζει ότι το όριο που έβαλε ο Θεός—να μην πλησιάσουν το δέντρο της γνώσης—ήταν δήθεν κόλπο.
Αυτή η απαγόρευση του Θεού, λέει το φίδι, χρησιμεύει μόνο για να διασφαλίσει τα δικά Του θεϊκά προνόμια. Την εγωιστική Του απόλαυση. Συκοφαντεί τον Θεό ο διάβολος. Κάθε συμβολικό χρέος προς τον Δημιουργό διαγράφεται στο όνομα κάποιου «δικαιώματος».
Στην ελευθερία της απόλαυσης που διεκδικούν ο Αδάμ και η Εύα, ξεχνούν το χρέος. Σε έφτιαξε, ρε. Σε έφτιαξε. Αν ήταν εγωιστικό, δεν θα σε έφτιαχνε καν. Και όμως, ο άνθρωπος λέει: «Εγώ διεκδικώ την ελευθερία μου». Ελευθερία από τι, κακομοίρη;. Αντί ο Θεός να είναι Εκείνος στον οποίο οφείλουν τη ζωή τους, γίνεται γι’ αυτούς το εμπόδιο.
Και αν η Εκκλησία σήμερα μαθαίνει στα παιδιά ότι ο Θεός είναι το εμπόδιο για τη ζωή τους, με αυτά τα «μη» και τα «πρέπει», απλώς κατασκευάζει αθέους. Βλέπετε πώς δένει από την αρχή; Ο προδότης αρνείται να αναγνωρίσει το χρέος.
Στη Γεθσημανή, αυτή η πρώτη προδοσία του Παραδείσου επαναλαμβάνεται. Ο Ιούδας και ο Πέτρος, δύο παλιάνθρωποι, δεν είναι βέβαια ο Αδάμ και η Εύα, αλλά η προδοσία τους έχει τεράστιες συνέπειες. Στον Μυστικό Δείπνο, ο Ιησούς το δείχνει καθαρά: ο προδότης δεν είναι απ’ έξω. Είναι μαζί μας. «Το χέρι αυτού που θα με προδώσει είναι μαζί μου στο τραπέζι. Την ώρα που θα πάω να βουτήξω το ψωμί στη σούπα».
Τους χώριζε ένας Απόστολος. Ο Ιούδας βιαζόταν. Απλώνει το χέρι του. Πάει ο Χριστός να βουτήξει το ψωμί του, και πλατς, βάζει ο Ιούδας το δικό του πρώτος. Δεν άφησε τον Χριστό ούτε το φαγητό Του να πάρει. Προσέξτε το αυτό. Τα γράφουν τα Ευαγγέλια αλλά δεν τα βλέπουμε. Του άρπαξε τη μπουκιά. «Βρε, σου τα έδωσα όλα. Μια σούπα ήταν».
Δεν υπάρχει τίποτα πιο οικείο από το να μοιράζεσαι το ίδιο πιάτο. Αυτό το δείπνο ήταν «τελευταίο» γιατί κάποιος έσπασε τη συμφωνία που έδενε τους Δώδεκα. Κατέλυσε τον συμβολικό συμποσιασμό. Η κοινοβιακή ζωή των μαθητών διαλύθηκε.
Ο προδότης, λοιπόν, είναι ένας από εμάς. Δεν είναι εχθρός. Είναι φίλος, μαθητής, αδελφός. Και ξαφνικά, η γιορτή του Πάσχα έγινε εφιάλτης. Πόσες φορές πας σε έναν γάμο ή σε μια κηδεία, έτοιμοι να διαβάσουν τη διαθήκη, κάθεστε να φάτε, πετάει κάποιος μια κουβέντα, και παίρνουν όλα φωτιά; Καταλύονται τα πάντα. Το ίδιο έγινε κι εκεί. Μαύρη μαυρίλα.
Η προδοσία συντελείται πάνω στο μοίρασμα του ψωμιού. Ο Μάρκος το λέει ξεκάθαρα: «Ένας από τους Δώδεκα. Αυτός που βουτάει το ψωμί στην πιατέλα μαζί μου». Τράφηκε από τον λόγο του Χριστού, από τα χρήματά Του, και τώρα φτύνει αυτόν τον ίδιο τον λόγο. Αγνωμοσύνη.
Εδώ υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στον θάνατο του Σωκράτη και του Χριστού. Ο Σωκράτης πέθανε για τον Νόμο. Ο Χριστός πέθανε για την ελευθερία από τον Νόμο. Τελείως διαφορετικό. Δεύτερον: τον Σωκράτη τον αγαπούσαν οι μαθητές του. Δεν τον πρόδωσε κανείς. Τον Χριστό Τον πρόδωσαν όλοι. Εκτός από τον Ιωάννη—που κι αυτός έφυγε στην αρχή, αλλά γύρισε. Ήταν 19-20 χρονών, δεν είχε μπει ακόμα στη λογική του συμφέροντος. (Όπως τα παιδιά στα πανεπιστήμια, που τα πιάνουν στα 18 και μόλις φτάσουν 25 και πιάσουν δουλειά, γίνονται οι πρώτοι χρεώστες).
Ο Σωκράτης δεν μοιράζεται τίποτα με τους κατηγόρους του. Τον κατηγόρησε η εξουσία. Και τον Χριστό το ίδιο. Εκεί μοιάζουν. Αλλά ο Σωκράτης πεθαίνει ανάμεσα στους μαθητές του, πίνοντας το κώνειο, για να επιβεβαιώσει με τον θάνατό του την αναζήτηση της αλήθειας μέσω του διαλόγου. Ο Χριστός δεν ήθελε να επιβεβαιώσει καμία αναζήτηση. «Εγώ είμαι η Αλήθεια». Είναι ασύγκριτα πράγματα.
Ο Σωκράτης λέει ότι η σάρκα πρέπει να θυσιαστεί για τον λόγο. Ο Χριστός; «Ο Λόγος σάρξ εγένετο». Η ζωή είναι μεγαλύτερη από τον θάνατο και το μίσος.
Και πάμε τώρα στο γιατί. Γιατί πρόδωσε ο Ιούδας;. Ήταν η πολιτική του σκέψη. Το επίκεντρο του Ιούδα ήταν η κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν ένας αρχέγονος αναρχοκομμουνιστής. Ήθελε όλοι οι άνθρωποι να έχουν τα ίδια. Και έβλεπε ότι ο Ιησούς δεν είχε την ίδια πολιτική «ευαισθησία».
Ο Ιούδας θεωρούσε ότι ο Χριστός έχασε τον προσανατολισμό Του. «Μόλις ανέστησε τον Λάζαρο, και τώρα αφήνεται σε μια γυναίκα να Του πλένει τα πόδια με πανάκριβο μύρο; Αντί να το πουλήσει για τους φτωχούς;». Αυτή ήταν η φαντασίωση του Ιούδα. Πίστευε ότι ο Χριστός πρόδωσε τον σκοπό. Και ξέρετε τι γίνεται όταν αυτό που έχεις ιδεοποιήσει δεν ανταποκρίνεται στη φαντασίωσή σου; Γίνεται μίσος. Ο Ιούδας γύρισε τούμπα.
Πάει στους αρχιερείς: «Τι θα μου δώσετε για να Τον παραδώσω;». Η αγάπη γίνεται μίσος. Θέλει την εξόντωση Εκείνου που, κατ’ αυτόν, πρόδωσε τον σκοπό. Για τον Χριστό, το συγκεκριμένο Πρόσωπο—η γυναίκα με το μύρο—προηγείται από το αφηρημένο σύνολο των «φτωχών». Ο Χριστός είναι με τον ενικό αριθμό. Με το πρόσωπο. Όχι με το πολιτικό σύνολο.
Όπως έγραφε ο Ντοστογιέφσκι από τη φυλακή: «Πριν μπω, ήμουν με όλο το ανθρώπινο γένος που υποφέρει. Τώρα, μισώ αυτόν τον έναν συγκρατούμενό μου που ροχαλίζει δίπλα μου γιατί βρωμάνε τα πόδια του». Αυτό είναι. Πολύ ωραία τα γενικά, Ιούδα. Αλλά ο Χριστός κοιτάζει τον ενικό. Το «είναι» της συνειδήσεως, που έλεγε και ο Φόιερμπαχ.
Μετά τον Δείπνο, κατευθύνονται προς το Όρος των Ελαιών.
Κι ο Ιούδας έχει πια εξαφανιστεί.
Ο Χριστός τούς είχε προειδοποιήσει: «Όλοι σας θα σκανδαλιστείτε. Θα σκοντάψετε. Στα δύσκολα θα απομακρυνθείτε όλοι». Θα σκοντάψουν πάνω στο εγκαταλελειμμένο, απαρνημένο, ξεπουλημένο σώμα του Δασκάλου τους.
Και εκείνη την ώρα, τι κάνει ο Πέτρος; Πετάγεται: «Είσαι με τα καλά σου; Εγώ; Αν το κάνουν όλοι, εγώ θα μείνω. Εγώ θα σε υπερασπιστώ». Και του λέει ο Χριστός: «Η πίστη σου είναι από άχυρο, καημένε. Σε βεβαιώνω, αυτή τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς».
Προσέξτε όμως. Όταν ο Πέτρος λέει «σ’ αγαπάω και θα σε υπερασπιστώ», λέει την αλήθεια. Εκείνη τη στιγμή είναι απόλυτα ειλικρινής. Δεν έχει δόλο. Απλώς δεν έχει καταλάβει κάτι βασικό: ότι ο άνθρωπος είναι τρεπτός. Πρέπει να το ξέρεις αυτό. Επειδή είσαι κτιστός, έχεις εξέλιξη. Πας μπροστά, πας πίσω, χάνεις τον κρίκο. Αν δεν το καταλάβεις αυτό και προσπαθείς να πείσεις τους άλλους για την ακλόνητη αγιότητά σου, φτιάχνεις αθέους. Είσαι τρεπτός. Τέλος.
Ο Πέτρος δεν έχει εκκρεμότητες με τον Χριστό. Δεν Του κρατάει κακία, όπως ο Ιούδας. Η αγάπη του είναι πλήρης, απερίφραστη. Σε αντίθεση με τον Ιούδα, ο Πέτρος εκφράζει μια πίστη γρανιτένια. Δηλώνει αποφασιστικά: «Κύριε, θα πεθάνω μαζί σου». Και μην ξεχνάμε: αυτός είναι ο Πέτρος που πρώτος αναγνώρισε τον Ιησού ως Υιό του Θεού. Και ο Χριστός τον αναγνώρισε ως άνθρωπο της Εκκλησίας. Του έδωσε τα κλειδιά της Βασιλείας.
Και παρ’ όλα αυτά, επίκειται τριπλή προδοσία.
Αν ο Πέτρος είναι άνθρωπος της πίστης, ο Ιησούς διαπιστώνει τώρα πόσο ευάλωτη και αβέβαιη είναι αυτή η πίστη. Ο Πέτρος νομίζει ότι πιστεύει. Όπως ο πατέρας του δαιμονισμένου: «Πιστεύω, βοήθει μου τῇ απιστίᾳ». Πιστεύω, αλλά δεν πιστεύω. Χωρίς τον Χριστό, δεν είσαι τίποτα. Αυτό δεν το είχε καταλάβει ακόμα ο Πετράκος.
Το σκάνδαλο ξετυλίγεται μπροστά τους. Τη νύχτα της Γεθσημανή, ο Πέτρος μοιάζει τρομακτικά με τον Ιούδα. Ο Ιησούς, που μόλις έχει πουληθεί από τον Ιούδα, πρέπει τώρα να δεχτεί το πιο επώδυνο χτύπημα: την προδοσία από τον πιο έμπιστο μαθητή Του. Η άβυσσος που χωρίζει τον Πέτρο από τον Ιούδα μοιάζει να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι. Και οι δύο προδοσίες γίνονται τη νύχτα.
Ο Πέτρος γκρεμίζεται με τα πρώτα χτυπήματα. Αλλά εδώ είναι η διαφορά: ο Πέτρος δεν συνωμοτεί. Δεν μηχανορραφεί στα κρυφά. Αυτό που μας δείχνει είναι ότι ακόμα και η πιο σταθερή ανθρώπινη αγάπη μπορεί να ολισθήσει. Πόσες φορές δεν ξεπέσαμε κι εμείς από το ύψος της αγάπης μας;. Είναι πολύ ανθρώπινη η πτώση του Πέτρου. Δείχνει την ευθραυστότητα της ζωής. Το πώς μένουμε πάντα εκτεθειμένοι στην παρέκκλιση.
Και εδώ ακριβώς, πάνω στο σκοτάδι, φαίνεται η τεράστια διαφορά. Ο Ιούδας καταλαβαίνει τι έκανε, και αυτοκτονεί. Ο Πέτρος καταλαβαίνει, και κλαίει. Ο ένας κλαίει, ο άλλος αυτοκτονεί.
Τα δάκρυα του Πέτρου νοηματοδοτούν διαφορετικά την προδοσία του. Αφού αρνήθηκε τον Χριστό τρεις φορές, άκουσε τον πετεινό, βγήκε έξω και έκλαψε πικρά. Και μάλιστα, έκλαιγε κάθε φορά που άκουγε πετεινό από τότε. Άλλαξε τελείως. Άλλος Πέτρος πριν, άλλος μετά.
Η προδοσία δεν εμποδίζει την αγάπη. Την αποκαθιστά. Την ενδυναμώνει. Την εδραιώνει. Το κλάμα του Πέτρου δεν ήταν το τέλος της αγάπης. Ήταν το ξαναξεκίνημά της. Ιδανική αγάπη δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει αγάπη χωρίς έλλειψη και χωρίς αντιφάσεις. Το μάθημα από τα δάκρυα του Πέτρου είναι να αποδεχόμαστε ότι είμαστε ελλειμματικοί. Είμαστε «βλαμμένοι». Μην το αγνοείς. Και μην το κρύβεις, γιατί θα γίνεις υποκριτής. Να παίρνουμε την έλλειψή μας και να τη φτιάχνουμε νέο θεμέλιο για την αγάπη μας.
Και κλείνουμε με την Έσχατη Κρίση. Το τελευταίο πράγμα που είπε ο Χριστός—ακριβώς πριν τα Πάθη—ήταν για εκείνη τη γυναικούλα με τα δύο λεπτά. Που έριξε ό,τι είχε. «Ρίξ’ το όλο», σου λέει. «Δώσ’ τα όλα».
Την ημέρα της Κρίσης, ο Υιός του Ανθρώπου θα χωρίσει τον κόσμο. Δεξιά, οι σωσμένοι: αυτοί που συνέτρεξαν τον ξένο, τον φτωχό, τον άρρωστο. Αυτοί που δεν γύρισαν την πλάτη. Αυτοί που κατάφεραν να βιώσουν την έλλειψη και την αγάπη—να δουν την έλλειψη του άλλου, να δουν τη δική τους, και να δώσουν αγάπη. Είδαν τον Πατέρα στο πρόσωπο του Υιού, και τον Θεό στο πρόσωπο του διπλανού τους.
Και αριστερά; Αυτοί που απέρριψαν τον άνθρωπο. Και άρα, απέρριψαν τον ίδιο τον Θεό, αφού ο άνθρωπος είναι η εικόνα Του. Έχασαν τη Βασιλεία.
Αν τους κρίνεις με βάση τον νόμο; Η κρίση είναι ανηλεής. Σαν να μην ξέρει συγχώρεση. Το πραγματικό σφάλμα των καταραμένων δεν είναι ότι παρέβησαν κάποιον νομικό κανόνα. Είναι ότι δεν αγάπησαν. Απέρριψαν την ευαλωτότητα, γύρισαν την πλάτη στην ανθρώπινη έλλειψη.
Η Έσχατη Κρίση ξεχωρίζει τα πρόβατα. Αλλά ποιοι είναι οι σωσμένοι; Οι πιο αδύναμοι. Εκείνοι που δέθηκαν στενά με την έλλειψη—τη δική τους και των άλλων.
Ας κάνουμε αυτή την εικόνα λίγο πιο πλαστική. Μην ψάχνετε για χάσματα. Δεν υπάρχει καθαρό «από εδώ» και καθαρό «από εκεί». Το αγεφύρωτο χάσμα υπήρχε στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου πριν την Ανάσταση του Χριστού. Μετά; Τα πράγματα αλλάζουν. Θυμάστε εκείνο το τραγούδι; «Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός, να τ’ αφήσουμε να γεμίσει άνθη».
Τι λέει στην πραγματικότητα το Ευαγγέλιο; Το σύνορο δεν είναι αδιαπέραστο φράγμα. Είναι πέρασμα. Μπορείς να βρίσκεσαι πρώτα από τη μία πλευρά, και μετά να βρεθείς στην άλλη. Το κείμενο σε διδάσκει, σε προειδοποιεί: πρόσεξε τον τρόπο που υπάρχεις. Μην εκλαμβάνετε τη δεξιά ή την αριστερή πλευρά ως αναγκαστικό όρο ύπαρξης. Είναι απλώς τρόπος ύπαρξης. Ο Θεός μοιάζει να λέει: «Δεν είμαι τέτοιος Θεός. Δεν σε κλειδώνω».
Η δεύτερη προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή κατέστη δυνατή ακριβώς λόγω της σιωπής του Θεού. Ήταν η τελική Του απάντηση σε αυτό το απόλυτο κενό.
Και εδώ έρχεται η ανατροπή. Σκεφτείτε τον άθεο. Ο άθεος βιώνει την απουσία του Θεού. Φωνάζει: «Δεν υπάρχει Θεός». Και το ζει. Βιώνει την απόλυτη σιωπή. Ξέρετε κάτι; Στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιο κοντά στον Θεό από τον βολεμένο, θρησκευόμενο πιστό. Γιατί; Διότι ο Ίδιος ο Χριστός, στη Γεθσημανή και στον Σταυρό, αυτήν ακριβώς τη σιωπή του Θεού βίωσε.
Τελικά, το να είσαι Χριστιανός δεν σημαίνει να θρησκεύεις. Μη θρησκεύεις. Να είσαι άνθρωπος.
Αυτό το χάσμα αναλαμβάνει να γεφυρώσει η Εκκλησία. Δεν έχει άλλον σκοπό. Να γεφυρώνει το ρήγμα με κάθε τρόπο. Αν ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, με την προσευχή του, πήρε έναν άνθρωπο από την κόλαση και τον έφερε στο φως, τότε η Εκκλησία μπορεί να το κάνει διαρκώς.
Στον Χριστό αρμόζει η τιμή και η δόξα.
Αυτά. Δεν χαιρετιόμαστε. Φεύγω. Καλό Πάσχα. Να είστε ευλογημένοι. Εξήντα δύο ομιλίες από τα Χριστούγεννα μέχρι σήμερα. Φτάσαμε στο τέλος.