Η καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Ευθυμίου συζητά με τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο για την κοινωνία μας, για τις δυναμικές που αναπτύσσονται μέσα της, και για τους τρεις πυλώνες της ελληνικής ταυτότητας: τη γλώσσα, τη θρησκεία και την επιχειρηματικότητα

Καλησπέρα σας.
Μέχρι τώρα σε αυτήν εδώ τη σειρά των podcastς έχουμε μιλήσει για μια σειρά από θέματα από την ισότητα των φύλων και την κλιματική αλλαγή, μέχρι το κοινωνικό κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση.
Σήμερα θα μιλήσουμε για κάτι που είναι πίσω και κάτω και πάνω από όλα αυτά.
Για τους Έλληνες, για εμάς. Για το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας ή Ελληνίδα, τι σημαίνει σήμερα, τι σημαίνει παλιά, για το τι κάνουμε, για τι είμαστε όπως είμαστε, για το αν αλλάζουμε, πόσο αλλάζουμε, πώς αλλάζουμε και για το τι μπορεί να μας μάθει η ιστορία του Ελληνισμού για το μέλλον αυτής της χώρας και αυτό του λαού.
Έχω μαζί μου για να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, την καθηγήτρια ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Ευθυμίου.
Καλώς ήρθατε.
Θα ήθελα λοιπόν να ξεκινήσουμε να σας ζητήσουμε για το θέμα της ελληνικής ταυτότητας.
Ποιος είναι ο ορισμός της ελληνικής ταυτότητας διαχρονικά αλλά και σήμερα.
Τι σημαίνει είμαι Έλληνας ή είμαι Ελληνίδα.
Δεν είναι μονοδιάστατη απάντηση.
Οπωσδήποτε, εμπεριέχει ως κεντρικό σημείο την ελληνική γλώσσα.
το οποίο βέβαια είναι μία παράμετρος.
Στους νεότερους χρόνους, δηλαδή μετά το σχίσμα των εκκλησιών το 1054, η ταυτότητα σχετίζεται και με την ορθοδοξία.
Όχι όμως αυτόνομος, σε συνδυασμό με την ελληνική γλώσσα, παίζει τον κεντρικό ρόλο στον αυτοπροσδιορισμό.
Φυσικά υπάρχουν και Έλληνες που αισθάνονται Έλληνες. Έλληνες χωρίς να είναι η μητρική τους γλώσσα η ελληνική, να είναι δίγλωσσοι Έλληνες και αυτοί το αίσθημα του ανήκει, να πούμε του συνανήκειν, κερδίζεται μέσα από την καθημερινότητα και κάποια προτάγματα που κάθε φορά η εποχή έφερνε.
Αλλά εάν δώσουμε κάποιους πυλώνες της ελληνικής ταυτότητας διαχρονικά, είναι η γλώσσα, είναι η θρησκεία.
νεότερους χρόνους, τα τελευταία χίλια χρόνια η ορθοδοξία και είναι η επιχειρηματικότητα.
Αυτό είναι κάτι που δεν το έχουμε στο νου μας.
Δεν το έχουμε στο νου μας.
Είναι κάτι το οποίο κυριολεκτικά στραγγαλίσαμε τα τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στον 20ο αιώνα μέσα από ιδεολογικές πολώσεις που έφερε κυρίως ο εμφύλιος του 46-49 ο Έλληνας μέσα στο χρόνο είναι συνυφασμένος με την κινητικότητα, με την οικονομική δραστηριότητα από την αρχαιότητα συνυφασμένο με το όνομα του Έλληνα είναι το επιχειρείν στη θάλασσα κυρίως οι παράμετρες δηλαδή της ναυτιλίας καταγράφεται από τους Μυκηναϊκούς χρόνους πρέπει να πούμε ότι οι Μυκηναϊκοί είχαν τις παραμέτρους που λέμε Δηλαδή ελληνική γλώσσα ναυτοσύνη, πλοία δηλαδή, με τα πλοία τους έκαναν και εμπόριο, έκαναν και κατακτήσεις και κατά κάποιον τρόπο και διασπορά των Ελλήνων.
Επομένως η ναυτιλία, το πλοίο, το μεγαλύτερο πλοίο της ελληνικής ιστορίας είναι η γλώσσα και το πιο σπουδαίο πλοίο της επιχειρηματικότητας είναι η θάλασσα.
Χωρίς αυτό να αποκλείει την επιχειρηματικότητα και στη στεριά.
Ο Έλληνας διαχρονικά συνδέεται με την δυναμικότητα στην επιχείρηση.
Αυτό το έχουμε ξεχάσει, είναι εντυπωσιακό.
Πριν από 200 χρόνια, όταν πρώτο φτιάχτηκε αυτό το κράτος, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος της ανεξαρτησίας, ήμασταν ένας φτωχός λαός που ζούσε αυτή τη γεωγραφική τοποθεσία.
Τα χαρακτηριστικά μας πια ήταν.
Δεν ήμασταν ένας φτωχός λαός.
Είναι πιο περίπλοκο.
Όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος το 1830 με τη συνθήκη το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 3 Φεβρουαρίου το 1830 και με σύνορα που τελικά ορίστηκαν το 1932 το 32, ως τη γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού, πράγματι ήταν ένα μικρό κράτος σακατεμένο από τους πολέμους με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους εσωτερικούς πολέμους, τους εμφυλίους και σε αυτό το μικρό κομμάτι, δηλαδή στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά Ολόγυρα, τα κοντινά νησιά δεν κατοικούσε το δυναμικότερο κομμάτι του ελληνισμού. Κάποιες πλευρές, ναι ας πούμε οι Γαλαξιδιώτες, οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες ήταν δυναμικό κομμάτι.
Αλλά κατά κύριο λόγο ήταν αγροτικοί πληθυσμοί της ξηράς, δηλαδή οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι των ορεινών.
Δυναμικοί πληθυσμοί αλλά και αυτοί με την ψυχή στο στόμα ζούσαν σε αυτήν την το κομμάτι.
Ωστόσο αυτό το νεαρό, μικρό και δυσλειτουργούν κράτος ήταν ένα ανθυποκλάσμα του ελληνισμού.
Ο ελληνισμός ζούσε εκτός αυτού του μικρού κράτους σε συντριπτική πλειοψηφία.
Και αριθμητικά.
Μέσα, απόλυτα.
Απόλυτα.
Περισσότεροι Έλληνες ζούσαν φυσικά και σε αυτές τις περιοχές, αλλά ζούσαν στην Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Μακεδονία, την νότια Αλβανία, την νότια σημερινή βόρεια Μακεδονία, την νότια Βουλγαρία, ανατολική Ρωμυλία, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, στη Θράκη και την ανατολική Θράκη, αυτή δηλαδή που σήμερα είναι τουρκική, την Κωνσταντινούπολη, αυτό που σήμερα είναι Ρουμανία, την Βλαχία και τη Μολδαβία και τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας, μάλιστα η ελληνική επανάσταση ξεκίνησε από εκεί, από τη Βλαχία και τη Μολδαβία.
Σήμερα μοιάζει παράξενο, αλλά ξεκίνησε από εκεί.
Ένας από τους λόγους που ξεκίνησε από εκεί ήταν ο εξαιρετικά δυναμικός ελληνικός πληθυσμός που κατοικούσε εκεί.
Στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας προς τη Μικρά Ασία, στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην Κωνσταντινούπολη φυσικά, το οποίο ήδη αναφέραμε, η πρωτεύουσα των Ελλήνων μέχρι το 1922, στην πραγματικότητα.
Ήταν βέβαιοι οι Έλληνες ότι θα αποκτήσουν την Κωνσταντινούπολη, επειδή τη θεωρούσαν αυτονόητα πρωτεύουσά τους και αυτό το αυτονόητο παραμένει κρυμμένο κάπου ίσως στο εσωτερικό μας. Τέλος πάντων δεν αναφέρεται πλέον μετά τη ήττα του 1922.
,
Και φυσικά κατοικούσαν Έλληνες και στα παράλια της Συρίας και στα παράλια και αργότερα σε όλη την Αίγυπτο.
Η Αίγυπτος έγινε ένας μεγάλος κορμός της ελληνικής παρουσίας Τι θέλω να πω με αυτό, ότι το ελληνικό κράτος μετά το 1830 πράγματι δεν ήταν κάποιο πλούσιο κράτος και ωστόσο ήταν το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, ένα πρωτοπόρο κράτος από αυτή την πλευρά, το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος της Ανατολικής Μεσογείου το οποίο εξαρχής είχε ενωθεί με τη Δύση, είχε δηλώσει ότι τα κάνει όλα αυτά που κάνει που κάνει για να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κράτος ούτως ώστε να ενωθεί με την πεπολιτισμένη, πεφωτισμένην δύσιν.
Αυτό έχει σημασία διότι γίναμε η πιο δυτική από όλους τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτό είναι και κάτι βέβαια που δεν προέκυψε από τους κτηνοτρόφους της Ρούμελης.
Προέκυψε από την ελίτ, από τους πεφωτισμένους που ζούσαν κυρίως εκτός ελλαδικού χώρου.
Φύγετε, προέκυψε από τους λογίους που κινούνταν μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, αλλά κυρίως από τους εμπόρους που αναφέραμε.
Διότι οι Έλληνες είχαν τον μεγαλύτερο αριθμό ποσοστιαία εμπορευομένων από κάθε άλλο λαό στη Βαλκανική με χιλιάδες Ελλήνων των βουνών, κατά κύριο λόγο, οι οποίοι ήταν κυρατζίδες, αγωγιάτες, φόρτωναν τα μουλάρια τους με προϊόντα των βουνών τους και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς κινούνταν πηγαίνοντας μέσω Σερβίας, προς Βιέννη, προς Βούδα, προς Πέστη, δηλαδή την Αυστριακή Αυτοκρατορία, την σημερινή βόρεια Ιταλία που τότε ήταν Αυστριακή Αυτοκρατορία, στην Λιψία της Γερμανίας, το Άμστερνταμ της Ολλανδίας και σε διάφορες περιοχές και φυσικά στην Νότια Ρωσία.
Στην Νότια Ρωσία υπήρχαν χιλιάδες Ελλήνων, πολλοί εκ των οποίων πολύ επιτυχημένοι.
Επομένως, αυτός ο αριθμός των επιχειρηματιών της στεριάς είχε το ένα πόδι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το άλλο σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και μπορεί ίδιοι να μην ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, μπορεί κάποιοι από αυτούς να ήταν και αγράμματοι ή μόνο αλφάβητοι.
Ωστόσο, δεν έπαυαν να έχουν τις εικόνες, τις επαφές, τις πληροφορίες και τη μαγκιά.
Δηλαδή, το τσαγανό.
Δεν είναι αστείο να εμπορεύεσαι πορευόμενος ένα μήνα σε βουνά και σε λαγκάδια χωρίς GPS, χωρίς πινακίδες, με αγέλες λύκων και αρκούδων που εκείνη την εποχή ήταν, όπως τόσα πολλά όσο σήμερα τα πρόβατα.
Και βέβαια με ορδές ληστών που καραδοκούσαν να σε λιστέψουν.
Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει ένα πνεύμα αποτελεσματικότητας και πείσματος και επιχειρηματικότητας μεταξύ τους, πολλοί έγιναν επιτυχημένοι.
Όχι όλοι βέβαια, αλλά άλλοι έγιναν μετρίως επιτυχημένοι και κάποιοι πάρα πολύ επιτυχημένοι, που άφησαν, έχουν αφήσει, τι να πω, το κλέος τους λέω τώρα, ο Herbert von Karajan, να ας πούμε, λέω τώρα, που ήταν ο διευθυντής, ο θρυλικός διευθυντής ορχήστρας της Αυστρίας, είναι απόγονος οικογένειας Καραγιάννη, μια από αυτές τις οικογένειες που φύγαν απ’ την Κοζάνη με μουλάρια, αγωγιάτες, κ.τ.
¨Εγιναν επιτυχημένοι, απέκτησαν τον τίτλο του Φον δηλαδή έγιναν και ευγενείς και να ο Herbert von Karajan στον 20ο αιώνα.
Οπότε, επιστρέφοντας και στην αρχική ερώτηση, όλοι αυτοί οι αγωγιάτες που έφυγαν απ’ την Κοζάνη οι έμποροι από την νότια Ρωσία και οι ναυτικοί.
οι λόγοι της κεντρικής Ευρώπης και οι Γαλαξιδιώτες και οι κτηνοτρόφοι, τα βασικά πράγματα τα οποία τους συνέδεαν ώστε να νιώθουν το ίδιο ήταν η γλώσσα, η θρησκεία.
Που μπορούσε και να μην είναι, αλλά κατά κανόνα ήταν η γλώσσα.
Πρέπει να πω στο σημείο αυτό ακόμη και κάποιος βλάχος να ήταν, γιατί πολλοί από αυτούς ήταν βλάχοι από τις περιοχές της Ορεινής Πίνδου και της δυτικής Μακεδονίας, ήταν δίγλωσσοι, ήξεραν και ελληνικά, όλοι ήξεραν και ελληνικά, ακόμη και μη Έλληνες ήξεραν ελληνικά, δηλαδή και στη Βουλγαρία και στην Αλβανία και στη Σερβία, όταν ήσουν εμπορευόμενος, έπρεπε να ξέρεις και ελληνικά.
Διότι ήταν, ας πούμε, η Εσπεράντο, η Lingua Franca της εποχής.
Η γλώσσα ήταν το ένα.
Το ένα και η Ορθοδοξία το άλλο.
Αυτό ήταν μια κατάσταση, μια ταυτότητα σταθερή στην πάροδο του χρόνου.
Είδα, είδα τις προάλλες ένα γράφημα που εδείχνε τη δεκαετία του 80, το ποσοστό των Ταϊβανέζων οι οποίοι ένιωθαν Ταϊβανέζοι, δηλώναν ότι νιώθουν Ταϊβανέζοι, ήταν 18%.
Την περίοδο εκείνη το ποσοστό που δήλωναν ότι νιώθουν…
Την δεκαετία του 90.
Πριν από 30 χρόνια 18% έλεγαν νιώθουμε Ταϊβανέζοι, 22% έλεγαν νιώθουμε Κινέζοι και όλοι οι υπόλοιποι έλεγαν ότι νιώθουμε και τα δύο.
30 χρόνια μετά, πριν περάσει ούτε καν μια γενιά το ποσοστό που δηλώνουν ότι νιώθουν Κινέζοι είναι σχεδόν 0, το ποσοστό που δηλώνουν ότι νιώθουν και τα δύο είναι περίπου 30% και το 65% του πληθυσμού δηλώνει ότι νιώθουν Ταϊβανέζοι Είναι σαν να βλέπουμε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μια εθνική ταυτότητα να διαμορφώνεται από το τίποτα.
Κάτι αντίστοιχο βλέπουμε και στην Ουκρανία.
Στη δική μας περίπτωση πώς έγινε η διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας.
Οι ταυτότητες είναι όντως ρευστό θέμα.
Το ξέρουμε και από την δικιά μας διασπορά.
Μέσα στα χιλιάδες χρόνια που έχουμε διασπορά και εκατομμύρια Έλληνες έχουν αφομοιωθεί στις περιοχές που πλέον εγκαταστάθηκαν μέσα στον χρόνο.
Και το αντίθετο.
Φυσικά και εμείς ενσωματώσαμε ένα σωρό πληθυσμό που αισθάνθηκαν Έλληνες και είναι τμήμα του ελληνισμού.
Στην ελληνική περίπτωση έχουμε κάτι θαυμαστό.
Πού είναι η ελληνική γλώσσα έχει σημασία αυτό που σας λέω.
διότι η ελληνική γλώσσα μαζί με την κινέζικη είναι οι δύο μοναδικές γλώσσες από τις 6,5 χιλιάδες γλώσσες που ομιλούνται στη γη κατά την Ουνέσκο σήμερα μόνο δύο γλώσσες έχουν το χαρακτηριστικό που θα σας πω δηλαδή είναι ζωντανές γλώσσες μέχρι σήμερα, ομιλούνται δηλαδή μέχρι σήμερα και τις παρακολουθούμε γραπτά επί τουλάχιστον τρισίμισι χιλιάδες χρόνια.
Μόνο οι δύο αυτές γλώσσες το έχουν αυτό.
Αυτό κάνει την ταυτότητα της ελληνικής γλώσσας πιο δυνατή.
Ακριβώς γιατί έχει και αποτύπωση γραπτή μέσα στον χρόνο από πολλές άλλες γλώσσες του κόσμου.
Σας είπα μόνο δύο το έχουν και με κοντά τους είναι άλλες δύο-τρεις.
Και βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία στην εξέλιξη του Ελληνισμού το γεγονός ότι, τουλάχιστον του νεωτέρου, ότι όταν δημιουργήθηκε μια νέα θρησκεία εκεί στο Ισραήλ από έναν Γεχόσουα, που είναι ο Ιησούς που ονομάστηκε ελληνικά Χριστός, δηλαδή αυτός που έχει χριστεί, η νέα θρησκεία παρότι ήταν εβραιογενής και είχε δημιουργηθεί μεταξύ Εβραίων δεν επέλεξε για να διαδοθεί ούτε τα Αραμαϊκά της εποχής που ήταν η γλώσσα των Εβραίων, ούτε τα λατινικά που ήταν η γλώσσα της ευρύτερης διοίκησης. Διότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα επικοινωνίας σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο από το 500, 600, 400, 300 π.Χ.
Ήταν τόσο διαδεδομένη και ισχυρή αυτή η γλώσσα ώστε η νέα θρησκεία διαδόθηκε μέσω της ελληνικής γλώσσας συνειδητά.
Και αυτό τι σημαίνει; Ότι η οργάνωση της νέας θρησκείας στηρίχθηκε στα πατριαρχεία, στις Μητροπόλεις, στις Επισκοπές και όλες αυτές είναι Ελληνικοί όροι και Επισκοπή και Μητροπολίτης και Πατριάρχης. Παγκοσμίως και η εκκλησία και η θρησκεία λέγεται Χριστιανισμός και επομένως αυτά τα πατριαρχεία και τα τέσσερα πατριαρχεία της Ανατολής Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Κωνσταντινουπόλεως είναι επί δυο χιλιάδες χρόνια ελληνόφωνα πατριαρχεία μέχρι σήμερα.
Η επίσημη τους γλώσσα είναι τα ελληνικά με εξαίρεση το Πατριαρχείο Αντιοχείας που σχετικά πρόσφατα έχει κινηθεί στα αραβικά.
Ωστόσο, επί δύο χιλιάδες χρόνια η ταυτότητα είναι χριστιανική και μάλιστα μετά το Σχίσμα είναι χριστιανική ορθόδοξη.
Το γεγονός ότι εσύ ήσουν χριστιανός ορθόδοξος στην Ανατολική Μεσόγειο σε συνέδεε με την ελληνική γλώσσα πάντα, επειδή εξ ορισμού τα πατριαρχεία τα οποία ποίμαναν και όλο το σύστημα ήταν ελληνόφωνο.
Αλλά τα δυο χαρακτηριστικά που αναφέραμε πριν, που ορίσαμε ως χαρακτηριστικά της ελληνικής ταυτότητας, η γλώσσα και η ορθοδοξία συμπλέκονται και δημιουργούν έναν ισχυρό πυλώνα που έχει βέβαια και άλλες παραμέτρους.
Να πούμε λίγο για αυτές τις άλλες παραμέτρους. Ποιά είναι τα γεγονότα που διαμόρφωσαν την εξέλιξη της ελληνικής ταυτότητας μέσα στον χρόνο δηλαδή. Ο πόλεμος ανεξαρτησίας. Φαντάζεται κανείς θα ήταν ένα πολύ σημαντικό η Ήττα του 1897, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Εμφύλιος, άλλοι θρίαμβοι, μικροί ή μεγάλοι, νίκη κατά των Ιταλών, ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, θα έλεγε κανείς η είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η νίκη στο Ευρωμπάσκετ του 1987.
Πώς επηρεάζουν αυτά, μικρά ή μεγάλα, το πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας ως Έλληνες στην ταυτότητα;
Απολύτως!
Όλη η ιστορία δεν διακόπτεται, έχει όλες τις πλευρές.
Το κύριο χαρακτηριστικό μας είναι κάτι των σχιζοφρενές, που είναι το εξής.
Οι Έλληνες στην νεότερη εποχή, τα τελευταία χίλια χρόνια, διαφοροποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό θρησκευτικά, εκτός από τη γλώσσα, με βάση στο Σχίσμα. Το Σχίσμα των δύο εκκλησιών.
Και υπήρξε μεγάλο μίσος μεταξύ της δυτικής Ευρώπης, που την ώρα του Σχίσματος είναι μια καθυστερημένη περιοχή του κόσμου, και της Ανατολικής πλευράς, που την ώρα του Σχίσματος είναι πολιτισμένη και πιο προχωρημένη.
Και πλούσια.
Και ένα αίσθημα υπεροχής, εφ όλης της ύλης απέναντι στη Δύση.
Ωστόσο, αυτή η υπεροχή της Ανατολής, που δεν ήταν μόνο του Βυζαντίου, αλλά ήταν και των Αράβων, που είχαν επισημαίνω ως ένα εκπληκτικό πολιτισμό, και των Περσών, κ.λ.
Η Ανατολή ήταν η περιοχή του πολιτισμού μέχρι το 1400 μετά Χριστόν.
Από το 1400 μετά Χριστόν η Δύση γίνεται η περιοχή του πολιτισμού και αντιστρέφονται οι όροι.
Το λέω αυτό διότι επειδή η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν δυσμενής για την Ανατολική πλευρά μέσα στον χρόνο, δηλαδή η Δύση αναπτύχθηκε από το 1300 και μετά, και οπωσδήποτε καθαρά μετά το 1400 οικονομικά και ιδεολογικά και πολιτικά και διπλωματικά και στρατιωτικά ως ισχυροί και τελικά πιο ισχυροί στον κόσμο, η Ανατολή έμενε πίσω και αυτό δημιούργησε μια σχιζοφρενική κατάσταση όπου μισείς τη δύση έτσι και αλλιώς γιατί τη μισείς και από το σχίσμα και μετά δεν υπάρχει περίπτωση την ώρα του σχίσματος υπολογιζότανε, αυτό είναι αυθαίρετο βέβαια, αλλά χοντρικά με βάση τα όσα βλέπουμε θα έπρεπε να ήταν η Ενωτικοί με τους Ανθενωτικούς γιατί μεγάλο θέμα που προέκυψε όχι στο Σχίσμα, αλλά 200-300 χρόνια μετά όταν άρχισε η αντιστροφή του πράγματος, ήταν να ενωθούμε με τη Δύση ή όχι. Και ήταν το σχίσμα μέσα στη Βυζαντινή κοινωνία ενωτική-ανθενωτική βαθύτατο Σχίσμα το οποίο μέχρι και την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως.
Το Ενωτικός, δηλαδή το να ενωθούμε με την δύση, αφορούσε τα υψηλά στρώματα, τα στρώματα υψηλής ενημέρωσης και εκπαίδευσης, ενώ σε λαϊκή βάση οι άνθρωποι ήταν Ανθενωτικοί, δηλαδή μισούσαν την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Γιατί σας το λέω αυτό;
Διότι, ενώ η Δύση ισχυροποιούνταν και τελικά έγινε θαυμαστή, έγινε το πιο θαυμαστό τμήμα του κόσμου μετά το 1500. Από το 1600, τα τελευταία 400 χρόνια, σέρνει όλο τον πολιτισμό της γης.
Είναι η αμαξοστοιχία του νεότερου πολιτισμού.
Μέχρι να αντικατασταθεί ίσως από την Κίνα, δεν ξέρω.
Αλλά μέχρι στιγμές αυτή είναι η μεγάλη αμαξοστοιχία.
Μέχρι λοιπόν αυτή την αντιστροφή, η ελληνική πλευρά θαυμάζει τη Δύση όταν συνέβει η αντιστροφή.
Θαυμάζει τη Δύση όπως όλος ο κόσμος, η οποία είναι ισχυρή, η οποία την κατακτά και όλες, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της πλευράς του ελληνισμού κατακτήθηκε μετά το 1204, Βενετσιάνοι, Γεννοβέζοι, δίχασε ένα κομμάτι.
Και το αίσθημα είναι θαυμάζω τη δύση, θέλω να της μοιάσω, θέλω να γίνω δυνατός αλλά ταυτόχρονος τη μισώ γιατί είναι σχισματική, με έχει προσβάλει, με έχει κατακτήσει εμένα που κάποτε ήμουν πάρα πολύ ισχυρός και πάρα πολύ ξεχωριστός και τώρα είναι άλλοι ξεχωριστεί αυτό το αίσθημα είναι μια σχιζοφρενική κατάσταση την οποία ζούμε μόνιμος. Έχουμε εσωτερικεύσει αυτό το πράγμα, παρόλο που κανένας δεν σκέφτεται το Σχίσμα.
Έχουμε εξεικειωθεί με αυτό το σχίσμα, που είναι και εσωτερικό.
Και παρότι μπήκαμε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πατούμε σε δύο πόδια συναισθηματικά απέναντι.
Και όταν έγινε το 2015 το δημοψήφισμα, ναι ή όχι, και το όχι είχε το 62,0% με μια διαστροφή επαγγελματική, την ώρα που έβλεπα τα ποσοστά στην τηλεόραση, καθώς μας τις παρουσίαζε το Δελτίο Ειδήσεων, είπα 1450.
Αν γινόταν λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως δημοψήφισμα, Ένωση των Εκκλησιών ή όχι, η Ανθενωτική πλευρά υπολογίζεται ότι θα ήταν εκεί γύρω στο 65-70% και η Ενωτική γύρω στο 30%.
Δηλαδή, επί 1000 τόσα χρόνια, είμαστε συνεπείς.
Είναι αυτός ο διεγισμός που γράφει και ο Νικηφόρος Γιεμαντούρης, ο οποίος έχει γράψει σε βιβλίο του, που είμαστε χωρισμένοι σε στρατόπεδα, τα οποία η μορφή των οποίων, το αντικείμενο των οποίων αλλάζει κατά την πάροδο των χρόνων, αλλά είμαστε πάντα έναν που είναι λίγο πιο στην πρόοδο, που κοιτάει πιο στη δύση, έναν που είναι λίγο πιο στην συντήρηση, πιο στην παράδοση.
Αλλάζουν οι συγκρούσεις με την πάροδο των χρόνων, να είναι μία ο Εμφύλιος, μία είναι κάτι άλλο, μία είναι το Δημοψήφισμα, αλλά παραμένει να είμαστε δύο κόσμοι που παλεύουμε μεταξύ μας.
Είναι παλαιό, σας λέω, οπωσδήποτε, είναι τουλάχιστον χιλίων χρόνων ιστορία.
Στην έρευνα που γίνεται κάθε λίγα χρόνια το τι πιστεύουν οι Έλληνες, το 2020, το 54% των ερωτηθέντων, απαντούσαν ότι Έλληνας γεννιέσαι.
Ένα 39% όμως έλεγαν ότι Έλληνας γίνεσαι.
Πολλοί έδωσαν έμφαση στο ότι οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν ότι Έλληνας είναι αυτός που γεννιέται Έλληνας, αλλά εμένα μου φάνηκε αρκετά ψηλό αυτό το σχεδόν 40% των Ελλήνων που αποδίδουν την ελληνική ταυτότητα, που χαρακτηρίζουν την ελληνική ταυτότητα ως κάτι επίκτητο, ως κάτι που μπορεί να αποκτηθεί στην πορεία.
Πώς βλέπετε στη διάρκεια του χρόνου το πώς προσεγγίζουμε την ελληνική ταυτότητα και το τι σημαίνει να είμαστε;
Κοιτάξτε να δείτε.
Η ταυτότητα σ’ όλων των λαών το κύριο τους χαρακτηριστικό είναι η πολιτισμική συνέχεια, όχι η βιολογική.
Υπάρχει μια βιολογική βάση, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Ωστόσο, η ταυτότητα σχετίζεται με πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Και σε αυτό το σημείο όπως σας είπα οι Έλληνες έχουν κάτι μοναδικό μαζί με τους Κινέζους, δεν το έχει άλλος λαό στη γη.
Αυτή τη γλώσσα.
Αυτή τη γλώσσα που δεν την προσέχουμε.
Πριν λίγο είπατε continuity.
Ήδη και εσείς δεν το προσέχετε.
Κι εγώ βλέπω τον εαυτό μου να χρησιμοποιώ.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χρησιμοποιήσουμε τέτοιους όρους.
Το λέω διότι έχουμε αυτό το καταπληκτικό όπλο.
Που είναι και, τι να πω, η φαρέτρα μας εφ’ όλης της ύλης.
Και φυσικά έχουμε τη συνέχεια της ιστορίας διότι η γλώσσα μας είναι συνεχής, δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Ας πούμε οι Άγγλοι, που σήμερα έχουν τη πιο ισχυρή γλώσσα του κόσμου, αυτή τη γλώσσα την απέκτησαν το 500 μετά Χριστόν.
Την απέκτησαν.
Διαμορφώθηκε το 500μΧ και η δικιά μας έχει καταγραφεί το 1500 π.Χ.
Δηλαδή έχει διαμορφωθεί τουλάχιστον 1000 χρόνια πριν το 1500 π.Χ.
Μιλάμε για ασύλληπτη διαφορά επομένως η ελληνική γλώσσα, ναι και για τα λόγω των παραμέτρων που σας είπα είναι το πολιτισμικό η πολιτισμική βάση η οποία μας έφερε μέχρι μας φέρνει μέχρι εδώ μαζί με τα άλλα στοιχεία που σας είπα ωστόσο Ακριβώς και γι’ αυτό ήταν και τόσο αφομοιωτική η ελληνική πλευρά.
Δηλαδή μέσα στους αιώνες που κύλισαν, όπως και σ’ όλους τους λαγούς, λαοί μπαίνουν ή λαοί μπαίνουν, δηλαδή ανθρώπινες ομάδες κινούνται και συμπληρώνουν ή αποσπούν από τον κορμό κάθε χώρας άτομα και επομένως διαμορφώνουν άλλες ταυτότητες.
δι’ αυτό στην ελληνική πλευρά υπήρχε κινητικότατα όπως όλο τον κόσμο και μάλιστα εδώ στην περιοχή των Βαλκανίων υπήρχε μεγάλη κυνητικότα λόγων που κοινούνταν άρα και σε μας.
Και Σλάβοι κινήθηκαν και Βλάχοι εγκαταστάθηκαν και αλβανικές φάρες εγκαταστάθηκαν κτλ αλλά όπως λένε μελετητές της ελληνικής ιστορίας, όχι Έλληνες αλλά ξένοι, αναφέρονται στην εκπληκτική αφομοιοτικότητα της ελληνικής πλευράς.
Και μέσα στους αιώνες δηλαδή, η ελληνική πλευρά αποδείχθηκε ότι είναι εκπληκτική στην αφομοίωση.
Και όχι με βία, ίσως τους νεότερους χρόνους, γενικά υπήρξε μια μεγάλη βία στα Βαλκάνια και ίσως κανείς μπορεί να πει κάτι σε αυτό, αλλά μέσα στα χρόνια που κύλισαν έγινε αυτόν ο νοήτως.
ήρεμα, με την καθημερινότητα αυτή η αφομοίωση.
Στο τελευταίο αιώνα έχει γίνει δύο φορές με μεγάλη αφομοίωση του πληθυσμού, ότι μία φορά ήταν ελληνόφωνη, κατά κύριο λόγο, πληθυσμοί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή που ένα εκατομμύριο άνθρωποι εγκαταστάθηκαν…
Και δεν χρειάστηκε.
Αλλά ανάμεσα στους Ελληνές, στους χριστιανούς ορθοδόξους, που ήρθαν από την Μικρά Ασία, με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την καταστροφή, ένα ποσοστό, γύρω στο 18%, δεν ήξεραν ελληνικά.
Ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, αλλά ήταν τουρκόφωνοι Έλληνες.
Και το ένα εκατομμύριο Βαλκάνιοι που κατέβηκαν μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, δεκαετία του 90, και 100 χιλιάδες από αυτούς εγκαταστάθηκαν και στη δική μας χώρα, κανένας τους δεν μιλούσε ελληνικά.
Αλλά φαίνεται ότι έγιναν χωρίς καμία πολιτική στήριξης, χωρίς καμία κρατική πολιτική ένταξης, εντάχθηκαν μόνοι τους με τη δική τους πρωτοβουλία, έμαθαν τη γλώσσα και φαίνεται ότι έχουν ενταχθεί υποδειγματικά στη δική μας κοινωνία.
Έχουν ενταχθεί, δεν ξέρω αν αισθάνονται Έλληνες, αλλά οπωσδήποτε είναι σε μια διαδικασία που ίσως τους οδηγεί ας κάποιους από αυτούς, πολλούς ή λιγότερους, να αισθανθούν Έλληνες.
Δεν είναι ξέρετε το ίδιο με το παρελθόν αυτές οι μετακινήσεις που γίνονται τώρα.
Διότι τώρα έχεις συνεχώς επικοινωνία με τη χώρα σου, με τον τόπο καταγωγής σου.
Την εποχή που ερχόταν ο άλλος κάτω εδώ από κάπου αλλού, στην ουσία είχαν την επαφή με την προηγούμενη.
Και η ζωή του διαμορφωνόταν εδώ ως επί το πλείστο.
Στην έρευνα του 2020 τους ρωτήσαμε τι σημαίνει να είσαι Έλληνας.
να είσαι Έλληνας και τους βάλαμε από τις επιλογές που υπήρχαν να επιλέξουν δύο.
Μόνο 14% διάλεξαν ότι στοιχείο της ελληνικότητας είναι ότι να κατοικεί κάποιος στην Ελλάδα.
Ένα 19% δήλωσαν τη θρησκεία, τον να είναι κάποιος χριστιανός ορθόδοξος, όσο απαραίτητο συστατικό της ελληνικότητας.
Ένας στους 4 ανάφεραν τη γλώσσα, άλλος ένας στους 4 να έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα.
40% περίπου να έχουν γεννηθεί από Έλληνες γονείς και το 53% το μεγαλύτερο ποσοστό επέλεξαν το να υιοθετήσουν τα ελληνικά ήθη κι έθιμα.
Αυτό ήταν που μας έκανε και πολύ μεγαλύτερη εντύπωση ότι πλέον δηλώνουμε ότι βλέπουμε την ελληνική ταυτότητα ως κάτι το ρευστό που έχει να κάνει με τις συνήθειες και με την καθημερινότητά μας και με το πώς ζούμε ουσιαστικά.
Αυτό είναι πολύ υγιές, ξέρετε, ως απάντηση.
Δείχνει ένα λαό, ποιος προβληματίζεται χωρίς προκατασκευασμένες απαντήσεις και πράγματι τα ήθη και τα έθιμα είναι μέσα στην πολιτισμική πλευρά πολύ δυνατό για κάθε λαό και για την ελληνική πλευρά.
Εξάλλου, όταν ο εθνισμός, δηλαδή το μεγάλο κίνημα της δημιουργίας εθνικών κρατών και της ενίσχυσης του αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή του εθνικού, σε όλο τον κόσμο στην πραγματικότητα, όταν αυτό το κίνημα στο 19ο αιώνα έγινε τόσο ισχυρό, δύο επιστήμες το συνόδευσαν.
Που γεννήθηκαν αυτό το κίνημα του εθνισμού στο 19ο αιώνα.
Το ένα είναι η ιστορία και το άλλο είναι η λαογραφία.
Ακριβώς διότι τα έθνη, τα οποία τώρα θα μάχονταν εναντίον αυτοκρατοριών για να δημιουργήσουν ανεξάρτητα, εθνικά κράτη, ήθελαν με σαφήνεια να προσδιορίσουν τον εαυτό τους.
Όχι να λένε, γενικά, είμαι Ουγκρος, είμαι Πολωνός, είμαι Έλληνας, είμαι, τι να πω, Γερμανός, αλλά γιατί είμαι Ουγκρος, ποια είναι τα χαρακτηριστικά μου.
Και μέσα σε αυτά είναι, τι έθιμα έχω στον γάμο, τι έθιμα έχω στον θάνατο, πώς θρηνώ, πώς νανουρίζω το όμορό μου, τι κάνω όταν κάποιος μου υποσχεθεί γάμο και δεν το τηρήσει, καταλαβαίνετε τι θέλω πω.
Το πνεύμα μέσα στο οποίο ζει μια κοινωνία.
Και σωστά απάντησαν, είναι πολύ μεγάλο παράμετρο σκευτεί.
Αυτές οι απαντήσεις ήρθαν μετά από δώδεκα χρόνια κρίσης.
Να σας μπορώ να σας διακόψω.
Ναι, βέβαια.
ο Έλληνας μονήμος υπονομεύει τον άλλον, λέει μόνο αρνητικά λόγια για τον άλλον και θέλει να τον πάει στα δικαστήρια για το α, β, γ, δ.
Είμαστε ένας πολύ εριστικός λαός κατά μέσων όρων.
Εκεί που αγαπιόμαστε και θυμόμαστε ότι μπορεί και να είμαστε ερωτευμένοι είναι στα πανηγύρια μας.
Για μένα το γεγονός ότι έχουμε πανηγύρια και ότι πολλά από αυτά τα πανηγύρια τα οποία είχαν γίνει δευτερότερα, δεν τα πρόσεχαν οι τοπικοί πληθυσμοί και έχουν αυξηθεί κατά πολύ.
Οι τοπικές κοινότητες οι οποίες τα ξαναπήραν στα χέρια τους και τους δώσανε ξανά ποιότητα και ήθος του παλιού Πανηγυριού είναι συνδετικό στοιχείο αυτής της κοινωνίας.
Δεν είναι όλες οι κοινωνικοί τόσο Πανηγυριώτικες όπως εμείς, όλοι έχουν Πανηγύρια και χαρές, αλλά εμείς είμαστε λαός των πανηγυριών και πολύ ωραίο αυτό.
Είναι ωραίο στοιχείο της ελληνικότητας.
Συγγνώμη που σας διέκοψα, αλλά έχει σχέση με αυτό που λέει.
Παίρνω την σκυτάλη, παίρνω την αφορμή.
Σε μία από άλλη έρευνα, το World Value Survey, είναι έρευνα αξιών που γίνεται σε πάρα πολλές χώρες.
Έχει μια ερώτηση για το αν πιστεύετε ότι ο άλλος, οι άλλοι άνθρωποι, Είναι γενικά άξιοι εμπιστοσύνης ή πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι τους.
Γίνεται σε 90 χώρες αυτή η έρευνα, απαντάνε όλοι οι λαοί διαφορετικά, όπως απαντούν.
Οι Έλληνες σε αυτές τις έρευνες κοινωνικές, σε τέτοιες ρωτήσεις, απαντάνε πιο κοντά σε Αφρικανικές ή Μεσοανατολικές χώρες με ποσοστά εμπιστοσύνη στους άλλους, μονοψήφια.
Μονοψήφια.
Οι λαοί απαντάνε 50% 60%
Εμείς 8%
Εμείς και οι Κύπριοι δεν θα έπρεπε να εκπλαγούμε. Ακούω αυτό που μου λέτε για τα πανηγύρια. Γι’ αυτό το θυμήθηκα κιόλας. Στα πανηγύρια πιάνουμε ένας στο χέρι του άλλου και χορεύουμε λες και είμαστε ερωτευμένοι. Την άλλη μέρα κάνουμε μήνυση ο ένας στον άλλο. Ακριβώς! Και αυτό συνδέεται με έρευνες που δείχνουν, που μετράνε το κοινωνικό κεφάλαιο, μετράνε το κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή το πόσο η κοινωνία μας έχει δομές στις οποίες καλούμαστε, να συνυπάρξουμε και να συμμετέχουμε.
Πέρα από τη δομή της οικογένειας, φαίνεται ότι δεν έχουμε τέτοιες δομές πολλές, τις οικογένειες και τα πανηγύρια ίσως, δεν έχουμε πολλές τέτοιες δομές τις οποίες συνεργαζόμαστε, είμαστε τελευταίοι στην αιμοδοσία, τελευταίοι στον εθελοντισμό.
Μιλήστε μου λίγο για αυτό το φαινόμενο.
Πώς έχει διαμορφωθεί μέσα από τις δεκαετίες.
Γιατί είμαστε έτσι τόσο επιφυλακτικοί απέναντι στους άλλους, τόσο μονόχνοτοι, μόνο με τα πανηγύρια ως αφορμές για να συνυπάρξουμε και να δουλέψουμε εκτός οικογένειας τουλάχιστον.
Μήπως ότι έχουμε τόσο ισχυρό τον θεσμό της οικογένειας, τόσο ασφυκτικά δυνατό και δυναμικό τον πυρήνα της οικογένειας ως κοινωνικό άτομο.
Στην Μεσόγειο, ο θεσμός της οικογένειας είναι πιο ισχυρός από τις άλλες περιοχές της Ευρώπης.
Σ’ όλη τη Μεσόγειο και στον αραβικό κόσμο και στην Ανατολική, δηλαδή Μεσόγειο, και σε μας, και στην Ιταλία, και στην Ισπανία, σε σχέση με τους βορειότερους λαούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί στην Ευρώπη, οι βορειότεροι λαοί, από τον Προτεσταντισμό, ο οποίος δίνει μεγάλη έμφαση στην ατομική ευθύνη.
Εσύ μόνος σου πρέπει να τα βγάλεις πέρα.
Αντιθέτως, στο νότο, δηλαδή στις δικές μας περιοχές, δημιουργείς, έχεις μια σπίθα λειτουργίας, που είναι παλαιότατη και δεν είναι κακό, δεν είναι αρνητικό, αυτό είναι η οικογένεια.
Παλιότερα ήταν το ευρύτερο σόι και η φάρα, δηλαδή ακόμη ευρύτερος κύκλος.
Τώρα αυτό έχει σπάσει και έχει μείνει η οικογένεια που κι αυτή μειώνεται σταδιακά, διότι το κράτος έρχεται να αντικαταστήσει λειτουργίες τις οποίες είχε η οικογένεια και σταδιακά το πετυχαίνει και στη Μεσόγειο.
Και μιλούν ότι και αριθμητικά, έτσι, ότι ο πυρήνας της οικογένειας είναι λιγότερο άτομο από το καμπαλέμα.
Απολύτως, και λιγότερο άτομο και λιγότερο το ειδικό βάρος της οικογένειας που παραμένει όμως αναλογικά ισχυρό.
Κάτι το οποίο έχει σχέση με την ελληνική κοινωνία και είναι τμήμα της νοσηρής μας σχέσης με το σύνολο, σχετίζεται με στοιχεία που έρχονται από την περίοδο, για να πούμε των αιώνων της Τουρκοκρατίας, μην πάμε παραπίσω που είναι πιο μπερδεμένο και έρχονται και εμπεδώνονται στην ώρα της ελληνικής επανάστασης με τη λειτουργία της Οθωμανικής σύλληψης
Οι αυτοκρατορίες το έχουν αυτό.
Η κεντρική αρχή έχει κάποιες μεγάλες ευθύνες και σε τοπικό επίπεδο αφήνει τοπική αυτοδιοίκηση.
Δηλαδή στα τοπικά θέματα λύστα μόνος σου. Και μη με περιμένεις καθόλου.
Ουδείς φαντάζονταν για 600 χρόνια ότι θα έρθει το κράτος να σου κάνει μέσα στο χωριό οτιδήποτε.
Εσύ πρέπει να το κάνεις.
Ήταν και παράγοντας που βοήθησε την μακροημέρευση αυτής της δομής.
Εσύ πρέπει να το κάνεις, ο Ζωουδίος το φανταζόταν.
Ούτε τα χωριά φαντάζονταν ότι το κράτος θα του κάνει δρόμο, θα του κάνει πλατεία ή καλντερίμι, ούτε το φανταζόταν.
Ούτε το κράτος είχε στο νου τέτοια πράγματα, ότι χρειάζεται, το όπως θα το κάνει ο ίδιος.
Μάλιστα, το κάθε άτομο ήταν υποχρεωμένο, οι άντρες, τέσσερις μέρες το χρόνο να κάνουν τέσσερα μεροκάματα, τουλάχιστον υποχρεωτικά για τις ανάγκες της κοινότητας.
Γιατί το λέω αυτό, η τοπική αυτοδιοίκηση όμως, τι σήμαινε ότι κάποια άτομα έπρεπε να έχουν ένα ηγετικό ρόλο για να κινηθεί το όλον, διότι έπρεπε να εισπράξουν για τους φόρους, να τους δώσει διοίκηση κτλ.
Αυτά τα άτομα που είναι οι προύχοντες που λέμε, ο προυχοντικός κόσμος, οι προεστοί κτλ.
Ήταν κατά κάποιον τρόπο και προστάτες του κάθε ανθρώπου.
και μάλιστα ο κάθε προεστός είχε ένα κύκλο μερικών εκατοντάδων οικογενειών που προστάτευε και αυτό ήταν η δύναμή του.
Απ’ την άλλη πλευρά, οι οικογένειες αυτές αισθάνονταν μια ασφάλεια έχοντας την, ας πούμε, εντός εισαγωγικών προστασία αυτής της οικογένειας.
Το λέω αυτό διότι όταν έγινε η ελληνική επανάσταση εξακολουθούσε να υπάρχει πάλι μια διττό αίσθημα.
Α, ο προύχοντας είναι αυτός ο οποίος εις το εισαγωγικό με προστατεύει, αλλά παραλλήλως είναι ο ισχυρός του τόπου, μπορεί και να με κλέβει, μπορεί και να με…
αλλά ήταν, ναι καταρχήν με ασφαλίζει, αλλά και δεν τον συμπαθώ κιόλας.
Και ήρθε να γίνει και εμφύλιος πόλεμος πάνω σε αυτή τη βάση, μεταξύ των ονομαζομένων στρατιωτικών και των ονομαζομένων πολιτικών, όπου νέα ομάδα ανέβηκε τώρα, ένοπλοι οι οποίοι και αυτοί πήγαν με τη σειρά τους να προστατεύσουν, να δημιουργήσουν ένα κύκλο προστασίας σε κάποιες ομάδες.
Αυτό έφερε σε σύγκρουση πια αυξήθηκαν οι προύχοντες, θα έλεγε κανείς, με διάφορους μανδύες, και είχαμε εμφύλιο πόλεμο.
Και ο εμφύλιος πόλεμος είχε αυτός τρεις γύρους στην πραγματικότητα, το 24 δύο γύρους και το 30-33 έναν.
Αυτό έφερε βαθύ αίμα και σύγκρουση μέσα στην ελληνικό κορμό που συνεχίζεται μέχρι τώρα.
Και έχει το χαρακτηριστικό ότι το κράτος που δημιουργήθηκε για σένα ήταν ο μεγάλος καινούριος προύχοντας στον οποίο βρήκαν θέση πρώην προύχοντες που ήταν οι παλαιοί σου προστάτες αλλά και νυν εκ πλαγίου δρόμου προύχοντες που ήταν ένοπλοι που είχαν πάρει ισχυρή θέση.
και αυτή είναι ταυτόχρονα στο κράτος, το οποίο δεν το συμπαθείς και δεν το εμπιστεύεσαι, αλλά και από το οποίο ζητάς κάθε προστασία και κάθε…
στην ουσία το εκβιάζεις για να σε προστατεύει εσένα και την οικογένειά σου.
Και όχι το σύνολο.
Δεν έχουμε αίσθηση συνόλου.
Δεν λειτουργούμε εν συνόλω.
Λειτουργούμε ως μονάδες οι οποίες κινούνται γύρω από τον εαυτό τους σε ένα κύκλο και συνδυάζονται με κάποιους ισχυρούς τους οποίους ταυτόχρονος απορρίπτεις αλλά και ταυτόχρονος πέφτεις και στα πόδια τους για αυτό το οποίο θέλεις να πετύχεις.
Τους μισείς και τους χρειάζεσαι όπως έχουμε σχεδιάσει.
Αυτό δημιουργεί μια βάση που θα λέγει για κανείς ότι είναι φτηνή και θρασίδηλη και κοινωνικά νοσύρη.
και έχει συνέπειες.
Και έχει τεράστιες συνέπειες και στα 200 χρόνια που έχουν κυλίσει.
Ποιος είναι διαχρονικά ο ρόλος της εκπαίδευσης στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας, τι ρόλο παίζει το ελληνικό σχολείο στο να διαμορφώνουμε μια εικόνα για το ποιο είμαστε και τι σημαίνει να είμαστε Έλληνες.
Μεγάλη στην ελληνική πλευρά, διότι ακριβώς επειδή η γλώσσα τους των Ελλήνων είναι τόσο από αρχιωτά των χρόνων κατάγεγραμμένη με γλαμπρές επιδώσεις και στην αρχαιότητα, σαρωτικές επιδώσεις στην αρχαιότητα.
Το σχολείο, η εκπαίδευση, υπήρχε.
Φυσικά δεν είχε τη μορφή που έχει σήμερα.
Να πούμε ότι αυτά τα σχολεία που πηγαίνουν όλα τα μέλη της κοινότητας είναι των τελευταίων 150 χρόνων παγκοσμίως.
Στην ανθρώπινη ιστορία, στο σχολείο πήγαιναν λίγοι άνθρωποι άνθρωποι και κατά κανόνα ευπορότεροι και αν πηγαίναν και χαμηλότερα στρώματα γιατί και φυσικά οι άντρες υπήρχε ένα σύστημα ας πούμε βοήθειας ούτως ώστε να πηγαίνουν ευρύτερα στρώματα αλλά δεν πηγαίνουν καθόλου ο καθένας από μόνοι τους.
Και στην ελληνική πλευρά είχε και στην αρχαιότητα τα λαμπρά σχολεία και ακαδημίες, δεν το συζητώ σε παγκόσμιο επίπεδο όπως και οι Κινέζοι, που είναι ίσως το πιο λαμπρό παράδειγμα παιδείας οι Κινέζοι για διάφορους λόγους, από το 200 π.Χ.
αλλά και η ελληνική πλευρά είναι επίσης θαυμαστή σε αυτό το επίπεδο και στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, δηλαδή την Ανατολική Ρωμαϊκή που εξελίχθηκε σε ελληνική στην ουσία στην χρήση της γλώσσας, πια από πέρασε η χρήση της γλώσσας και στη διοίκηση από ένα σημείο και πέρα γιατί μιλιούνταν έτσι και αλλιώς από τους λογίους κτλ.
Τα σχολεία, ξέρετε, ίσως το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης, είναι το πανεπιστήμιο της Μαγνάβρας, στην Κωνσταντινούπολη.
Τη Βυζαντινή, Κωνσταντινούπολη, φυσικά όλα τα μαθήματα γίνονται στα ελληνικά.
Αυτονοήτως, διότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα της παιδείας.
Όπως και τα πατριαρχεία, είχαν σχολεία για την εκπαίδευση των ιερέων τους, που ήταν στα ελληνικά, αφού ήταν η επίσημη γλώσσα τα ελληνικά, στην Πατριαρχική Ακαδημία στην Κωνσταντινούπολη κτλ.
Και βέβαια στην περίοδο της Τουρκοκρατίας αντίθετα με το όσα έχουμε στο νου μας, η ελληνική πλευρά είχε τα πιο σημαντικά σχολεία στην Βαλκανική με απόσταση.
Καμιά τριανταριά από αυτά ήταν σχολεία υψηλωτάτου επίπεδου με θαυμάσια κτίρια στην πλατεία των πόλεων, πολλά από αυτά είχαν δημιουργηθεί από δωρεές εμπόρων του εξωτερικού το 1600 τόσο, το 1700 τόσο, το 1800 τόσο και ήταν στο κέντρο των πόλεων καθόλου κρυφά, ολοφάνερα, τα ήξεραν όλοι δεν υπήρχε θέμα και λειτουργούσαν απρόσκοπτα και οι πόλοι που ήταν ξεχωριστεί ήταν τα Γιάννενα, πρώτη στα γράμματα, στα γρόσια και στα άρματα, ήταν η Δημητσάνα της Πελοποννήσου, η Πάτμος, η Χίος με σχολεία τα οποία ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου, η Σμύρνη με δύο εκπληκτικά σχολεία, τη θεολογική, το φιλολογικό γυμνάσιο της Σμύρνης, το Αϊβαλί, η Κωνσταντινούπολη, το Ιάσιο, το Βουκουρέστι, η Μοσχόπολη κυλ.
αν τα βάλεις μαζί είναι καμία τριανταριά σχολεία τα οποία ήταν Ευρωπαϊκού επιπέδου, διότι πατούσαν οι δάσκαλοι τους και οι λόγιοι τους σε δύο βάρκες με δύο πόδια, δηλαδή πήγαιναν και ερχόταν στην Ευρώπη, στην κεντρική και στη δυτική Ευρώπη και στη Ρωσία και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Αυτό έκανε διαφορά και δημιούργησε την μεγαλύτερη ζώνη μορφωμένων ανθρώπων που είχε να παρουσιάσει τα Βαλκάνια, αναλογικά με τον πληθυσμό, υψηλού επιπέδου κατάρτιση.
Ο μέσος Έλληνας ήταν ολιγογράμματος ή απλώς αλφάβητος που μάθαινε πέντε γράμματα στο σχολείο του χωριού του από τον ιερέα αν ήξερε και αυτός γράμματα με τη βοήθεια του Ευαγγελίου Ωστόσο, η ζώνη των μορφωμένων Ελλήνων είναι που έκανα τη διαφορά και έκανα τη διαφορά εκ των πραγμάτων διότι όπως είπαμε η ελληνική γλώσσα ήταν η πιο σημαντική γλώσσα για όλους τους χριστιανούς ορθοδόξους γιατί εποιμένονταν από πατριαρχία, τα οποία ήταν ελληνόφωνα.
Επομένως, η παιδεία έπαιξε ρόλο και όταν δημιουργήθηκε το μικρό ελληνικό κράτος το 1830, που ήταν ένα τσακισμένο κράτος και σε αυτό δεν κατοικούσαν οι σπουδαίοι Έλληνες.
Οι σπουδαίοι Έλληνες και οι δυναμικοί Έλληνες κατοικούσαν εκτός αυτού του χώρου.
Ωστόσο αμέσως, υπήρξαν πάρα πολλές δωρεές από ευεργέτες.
Αυτό το κίνημα του ευεργετισμού στην ελληνική πλευρά είναι συγκλονιστικό πραγματικά.
Και από ευεργέτες, όπως ο Συγγρός που έδωσε χρήματα για εκατοντάδες σχολεία και είναι τα περίφημα σχολεία του Συγγρού.
Τα βλέπεις σε διάφορα χωριά και κωμοπόλεις, και έτσι αυτό είναι του Συγγρού.
Γιατί ήταν μια συγκεκριμένης και όλας αρχιτεκτονικής μορφής που είχε επιλέξει ο ευεργέτης.
αλλά και δημιουργητικά σχολεία κατά τόπους και άρχισαν και σχολεία θηλέων. Ο Αρσάκης έδωσε ειδική βαρύτητα στα σχολεία θηλέων σταδιακά δηλαδή και αυτό ακόμη το κράτος, το κράτος που είναι μισερό σε σχέση με την αντιπροσώπευση των Ελλήνων που είναι πολύ περισσότεροι εκτός αυτού του κράτους έξω και η μεγάλη ιδέα ότι πρέπει να ενσωματώσουμε τους αδελφούς μας, πού πάμε είμαστε ένα κράτος στο οποίο δεν αντιπροσωπεύει τους Έλληνες, σε αυτό το κράτος η παιδεία βελτιωνόταν.
Και βέβαια σε αυτό το κράτος δημιουργήθηκε το πρώτο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Μεσογείου, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το 1837.
Πάλι με δωρεές, τη δωρεά του ίδιου του Όθωνα, γι’ αυτό ονομαζόταν Οθώνειο, του πατέρα του Λουδοβίκου, του Λούντβιχ, πανελλήνιο έρανο που δεν υπήρχε σχεδόν Έλληνας να μην δώσει έστω και μια πεντάρα, κι ας ήταν και πάμφτωχος.
Με βλέπω να γίνονται φοβεροί αυτή οι βανδαλισμοί.
Επί δεκάδες τώρα χρόνια, η καταστροφή, η βιαιότητα, η εγκληματικότητα που υπάρχει μέσα στο Πανεπιστήμιο, σε όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας, κυρίως τα δυο μεγάλα, δηλαδή Αθηνών και Θεσσαλονίκης, με πιάνει η ψυχή μου.
και αισθάνομαι ότι δεν τιμούμε αυτούς τους ανθρώπους που ήτανε τσακισμένοι από το πόλεμο και δεν είχαν να φάνε και έδωσαν χρήματα για να γίνει το Πανεπιστήμιο Αθηνών για να είναι περήφανοι ότι σε αυτό το κράτος που στήσαν υπάρχει Πανεπιστήμιο.
Είναι συγκλονιστικά πράγματα αν τα σκεφτεί κανείς αυτά δεν έγινε η Ελλάδα Ολλανδία, ούτε Γαλλία ούτε Αγγλία
Ωστόσο είχε βήματα βελτίωσης, τα οποία δεν ήταν μικρά και σταδιακά γέμισε πανεπιστήμια, έχουμε φτάσει στο άλλο άκρος δηλαδή στην Ελλάδα πια είμαστε γεμάτη πανεπιστήμια και φυσικά με αριστούχους καμία χώρα στον κόσμο δεν έχει τόσους πολλούς αριστούχους όπως εμείς δεν ξέρω αν το ξέρετε στη χώρα αυτή για να πάρεις κάτι λιγότερο από 19 πρέπει να το ζητήσεις από τον καθηγητή σου όλοι παίρνουν 19 και 20 π.χ.
περί απολύτου γελοιότητας.
Τους αιώνες που κύλισαν, δηλαδή, στο 19ο αιώνα και στο 1ο, μισό του 20ο αιώνα, να είσαι στο σχολείο σήμαινε τρομερή δουλειά.
Τρομερή δουλειά από δασκάλους και από μαθητές.
Εγώ ανήκω σε μια γενιά που είχαμε και το Σάββατο σχολείο, στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς μου, πρωί, πάρα πολλή δουλειά να κάνουμε και πάρα πολύ αυστηρή αξιολόγηση σε μας.
Και αξιολογούνται και οι καθηγητές.
Δεν τους συζητούμε.
Τα τελευταία 20 χρόνια η έκθεση «έρευνα Πίζα» του ΟΟΣΑ που αξιολογεί όχι τις γνώσεις των 15 χρονών και 16 χρονών σε όλα τα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ και σε κάποιες άλλες χώρες, αλλά το πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν βασικά θέματα θέματα μαθηματικών, κατανόησης κειμένου, τα βασικά πράγματα.
Η Ελλάδα έρχεται, τα ελληνόπουλα, ηλικίας 15-16 χρονών, παίρνουν κάτω από τη βάση.
Είμαστε κάτω από το μέσο όρο των χώρων του ΟΟΣΑ.
Σταθερά από το 2000 και μετά.
Κάποτε ήμασταν πολύ ισχυροί στη μέση δημόσια εκπαίδευση.
Τι στράβωσε, ποια περιοχή μας ήταν καλή και τι στράβωσε στην πορεία, πιστεύετε;
Η έννοια της ελευθεριότητας και της διαστρέβλωσης, της έννοιας της ανοχής και ένας πατερναλισμός λαϊκίστικος, τα παιδιά να μην βασανίζονται, να μην πιέζονται, να μην αισθάνονται καταπιεσμένα.
Μια στρεβλή αίσθηση του ότι θα πει εργατικότητα.
Για του ότι θα πει απαιτητικότητα.
Και αυτή η οποία μπορεί να είναι κλιμακωτή στη πρώτα χρόνια, στις μικρές τάξεις, τα παιδιά μπορούν να είναι παιχνίδι και σχολείο, αλλά σταδιακά πρέπει να γίνει φανερός τους νέους ότι αυτό που κάνουν είναι η δουλειά τους.
Αυτό που κάνουν είναι η δουλειά τους, όπως ο καθένας κάνει τη δουλειά του με συνέπεια και υποχρεωτική εργατικότητα.
Πότε άλλαξε αυτό το κορμό της δουλειάς της μετά τη μεταπολίτευση.
δηλαδή που κυριάρχησαν διάφορες λαϊκίστικες προσεγγίσεις σε πολλά θέματα της ελληνικής ζωής, που ήτανε και ένας από τους λόγους που χάσαμε πολλά από αυτά που θα μπορούσαμε να είχαμε κερδίσει.
Ο λαός δεν είμαστε αποτυχημένος, ούτε το κράτος μας είναι αποτυχημένο.
Έχει κάνει βήματα και παρακολουθεί τις εξελίξεις.
Αλλά αν ήταν τα πράγματα αλλιώς, αν ήμασταν εμείς πιο υπεύθυνοι, πιο σοβαροί, πιο σοβαροί, λιγότερο εύκολοι στα λόγια και στις πλαστές κατασκευές τότε θα ήμασταν μια χώρα πιο επιτυχημένη.
Δεν θα είχαμε χάσει 500.000 νέους να έχουν φύγει στο εξωτερικό ούτε θα είχαμε την κρίση μας το 2010, αυτό θέλω να πω.
Είμαστε περίπου 12 χρόνια τώρα σε κρίση και όχι μια κρίση, πολλές κρίσεις, αλλά πάλι λίγες κρίσεις μεγάλες παγκόσμιου βεληνεκούς, Κάποιες εκ των οποίων, μάλιστα είναι εκεί εξωγενείς, δεν φταίμε για όλα όσα έγιναν.
Για την πανδημία δεν φταίμε εμείς.
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν φταίμε εμείς.
Πώς μας αλλάζουν αυτές οι κρίσεις.
12 χρόνια κρίσης επηρεάζουν μια γενιά.
Πώς πιστεύετε τι θα μας αφήσουν αυτά τα χρόνια.
Να σας πω, τώρα εδώ κάνουν μια εκτίμηση, ας πούμε έτσι, θα έλεγα βιωματική.
Εσείς, ίσως, πιο σωστή σε αυτό που κάνετε γιατί χρησιμοποιείτε εργαλεία επιστημονικά.
Εγώ, απλώς επειδή τυχαίνει να έχω μεγάλη επαφή με την ελληνική κοινωνία λόγω των μαθημάτων που κάνω τα τελευταία 17-18 χρόνια και έχω γνωρίσει, πιστεύω, ίσως και, όχι οπωσδήποτε δεκάδες, χιλιάδες, ίσως και εκατοντάδες, δεν τα έχω μετρήσει, Ελλήνων.
Και έχω γνωρίσει την καλύτερη Ελλάδα.
Το θεωρώ αυτό, διότι ποιος έρχεται να ακούσει ένα τρίωρο μάθημα μιας κυρίας που λέει μμμ… θέλει να μάθει γράμματα, η έννοια που μαθαίνω γράμματα πάντα είχε σημασία στο λαό μας αυτό είναι σημασία, να μάθουν τα παιδιά μου γράμματα και εγώ είναι συγκινητικό από αυτή την πλευρά υπάρχει μια μεγάλη φιλομάθεια αλλά τι θέλω να πω και σε αυτό ότι η αίσθηση μου είναι από όσα εισπράττω ότι τα τελευταία χρόνια, δηλαδή το τελευταίο 15ετία και μετά την κρίση μας γίναμε περισσότερο ανοιχτοί στη συζήτηση για τον εαυτό μας.
Δεν είμαστε τόσο αφοριστικοί, τόσο παράφοροι.
Προτι εγώ θέλω να πω γιατί κι εγώ με μια μεσογειακή κατάσταση, παράφοροι και έντονοι κτλ.
και με συμμαζεύω κάθε τόσο γιατί ξέρω ότι ξεφεύγω και οι περισσότεροι από εμάς νομίζω ότι είμαστε έτσι.
Έχει τα όμορφά του αλλά έχει και τα αρνητικά του αυτή η ιστορία.
Είμαστε εύκολοι στα λόγια, εύκολοι στους αφορισμούς, εύκολοι στις…
Και το βλέπω να έχει μειωθεί, να έχει μειωθεί πάρα πολύ.
Και να αντιμετωπίζω μια κοινωνία που είναι η δικιά μου με σεβασμό, με αίσθηση μέτρου και με τη γενναιότητα να κοιτάει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να λέει «Στάσου ρε παιδάκι μου, γιατί να είμαι τόσο άσχημος, μπορώ να είμαι πιο όμορφος».
Αχ, σ’ αφήσω όλα αυτά τα ανόητα που με σέρνουν.
Και γι’ αυτό είναι πιο διαλλακτικός.
Είναι πιο έτοιμος να αποστασιοποιηθεί, νομίζω, κι εγώ μαζί, συζητώ με τον εαυτό μου, και να αποστάσω, ρε παιδάκι μου, με μπαιό εύκολα μια αφοριστική κουβέντα σε αυτό το θέμα έχω τα στοιχεία, τι γίνεται ακριβώς.
Αυτό νομίζω ότι το έχουμε κάνει βήμα.
Και ότι έχουμε μειώσει την πόλωση των συλλήψεων των πραγμάτων, ένθεν και ένθεν και από όλες τις πλευρές.
Θέλουμε να είμαστε λιγότερο ανόητοι σ’ αυτόν τον κοντόμια.
Μπορούμε, εξάλλου είμαστε ένας λόγος με ικανότητα.
Έχουμε περιθώριο.
Αυτό μοιάζει αρκετά αισιόδοξο.
Γιατί κατά τα άλλα μπορεί να είναι μια τάση η οποία προέκυψε από την έντονα διδακτική περίοδο των μνημονίων, όπου είδαμε τα λάθη μας κατάματα και συνηθίσαμε στην ιδέα ότι πρέπει κάτι να κάνουμε για να τα αντιμετωπίσουμε.
Ταυτόχρονα όμως όλες οι έρευνες που δείχνουν τα διαχρονικά προβλήματα αυτά που συζητήσαμε στην αρχή η έλλειψη συνεργασίας ακούγοντας ταυτόχρονα παράλληλα αυτά που μας είπατε για την ταυτότητά μας ως κάτι βαθύς που πάει πίσω χιλιετίες η γλώσσα μαζί με την Ορθοδοξία και την ναυτοσύνη και την επιχειρηματικότητα όλα μαζί αυτά που δημιουργούν ένα υπόβαθρο το οποίο είναι βαρύ.
Εμείς ως λαός μήπως μπορούμε να εξηγήσουμε τα προβλήματα, τις χρεοκοπίες, την έλλειψη συνεργατικού πνεύματος, το πώς είμαστε ο καθένας οικογένειας ξεχωριστά, ως αντίδραση σε αυτό το βάρος.
Όσο ότι δεν μπορούμε να το σηκώσουμε αυτό το βάρος της ιστορίας των χιλιετιών και μιας ταυτότητας τόσο βαθιάς.
Αυτό το ερώτημα που μου δημιουργήθηκε ακούγοντας αυτό το πράγμα, μόνο δύο γλώσσες σε όλο τον κόσμο υπάρχουν αυτή την ιστορία.
Η δικιά μας η θρησκεία συνδιαμορφώθηκε από τη δική μας γλώσσα.
Είμαστε κομμάτι της, είναι κομμάτι μας.
Μου δημιούργησε με έναν άγχος.
Εμένα μια ευθύνη πίσω πάνω σε χιλιετίες ιστορίας την οποία δεν μπορώ να σηκώσω, δεν μπορώ να ανταποκριθώ.
πιστεύετε ότι έτσι το αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί.
Εγώ δεν έχω αυτήν την αίσθηση.
Έχουμε την Ακρόπολη εκεί πάνω και από κάτω έχουμε χτίσει την σύγχρονη Αθήνα την οποία όλοι βλέπουμε εκεί από πάνω.
Νομίζω ότι εγώ θα έδινα μια πιο…
Η αίσθηση μου είναι ότι είμαστε αρκετά ευέλικτοι και πολύ εύκολοι στο να εισπράτουμε από κάθε κατάσταση ούτε εξυπηρετεί για να γίνει πιο εύκολα πιο εύκολα αυτό το οποίο επιθυμούμε να γίνει για εμάς πιο εύκολα και πιο άνετα αυτό που επιθυμούμε για εμάς και την μικρό μας κύκλο και την οικογένειά μας και το να αναφέρεσαι στη δόξα της αρχαιότητας που ισχύει γιατί είναι την δικιά σου είναι δεν είναι ότι αναφέρεσαι σε κάτι που δεν ισχύει είναι στη δικιά σου ιστορία όσο το χρησιμοποιούμε ως δεκανίκι είναι θρασύδειλο.
Διότι δεν στεκόμαστε να βελτιώσουμε τον εαυτό μας τώρα, αλλά αφηνόμαστε στο να αξιοποιούμε την δύναμη του παρελθόντος για να απαιτούμε κιόλας απ’ την ανθρωπότητα να μας βοηθάει όταν εμείς αισθανόμαστε είτε οικονομικά, είτε διπλωματικά, είτε πολιτικά.
εμπεριέχει δηλαδή σε έναν του πυρήνα μιας βάσης, ευθύνης, επιβιωτικότητας, δηλαδή πολλές φορές δεν επενδύουμε στο πραγματικά μεγάλο και υγιές για να επιβιώσουμε και να προχωρήσουμε αλλά στις μικρομικρές καταστάσεις που είναι περιφερειακές του κύκλου μας με λίγες γνωριμίες, λίγο πίεση, λίγο εκβιασμό, λίγο ουρλιακτό Διότι οι Έλληνες έχουμε φτάσει σε ένα σημείο μετά την Μεταπολίτευση κυρίως όπου όταν θέλουμε να βελτιωθεί κάτι το μόνο που σκεφτόμαστε είναι να βγούμε στο δρόμο και να ουριάξουμε.
Να είμαστε μονίμως με το χέρι, να κουνούμε μονίμως το χέρι και να είμαστε μονίμως αγανακτισμένοι.
Είναι μια κατάσταση μονήμης αγανάκτησης.
Ναι, αλλά αυτό είναι ένα θρασίδηλος τρόπος ζωής.
Γιατί εκείνοι που άλλαξαν και οι πρόγονοι σου και οι αμέσως οι πρόγονοι σου που άλλαξαν αυτή τη χώρα δεν κάμαν αυτό, πέφταν πάνω στη δουλειά και αλλάζανε και κάμανε νέα βήματα και στο 19ο αιώνα οι Έλληνες είχαν αφήσει μια τρομερή σφραγίδα, σημαντικότητα της σφραγίδας και στον 20ο δεν λείπουν από την Ελλάδα σημαντικά άτομα και σε μικρό τοπικό επίπεδο δεν είναι μόνο οι επώνυμοι και σε μικρό τοπικό επίπεδο υπάρχει μια πολύ όμορφη Ελλάδα και πάνω σε αυτή θα πρέπει να πατήσει η απομάκρυνση από αυτό το εύκολο, την συνεχή κατηγόρια, τη συνεχή απόρριψη που είναι θρασύδειλο όταν το χρησιμοποιούμε.
Δεν έχει.
Δεν είναι καν, άλλο γενναιότητα και άλλο θρασυδειλία.
Για να δούμε αν αυτή η Μαγιά από αυτό που περιγράψετε αυτό που βλέπετε και φουγκράζεστε ως αλλαγή στην κοινωνία θα είναι κάτι το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε μια τέτοια αισιόδοξη εξέλιξη και στο πόνο διάστημα.
Μαγικοί άνθρωποι υπάρχουν σε αυτή τη χώρα.
Σε όλες τις χώρες δεν υπάρχουν μαγικοί άνθρωποι.
Είμαι βεβαία απλώς μιλώ.
Έχουν περισσότερους από τις άλλες χώρες.
Δεν γνωρίζω, δεν μπορώ να κάνω τη σύγκριση.
Αλλά το λέω μόνο κοιτώντας αυτή την κοινωνία, που είναι κοινωνία που ξέρω.
και που η εικόνα που βλέπεις, η συνολική, πολλές φορές αυτή που προβάλετε, είναι μια πολύ φτηνή και αρνητική εικόνα, που σε πιάνει στεναχώρια.
Γιατί ρε παιδί μου να είμαστε έτσι και εσύ μέσα σε αυτό.
Αλλά ταυτόχρονος είναι τόσο πολύ οι σπουδαίοι άνθρωποι, οι έντιμοι, οι πραγματικά γενναίοι, όχι αυτοί που ουρλιάζουν και εκβιάζουν μέσα από τα ουρλιαχτά και πλαστά επιχειρήματα και πλάγιες ιστορίες, αυτοί που έχουν τη γενναιότητα να πουν αυτό σημαίνει γιατί έχω κι εγώ εδώ αυτήν την ευθύνη, σε αυτή την ευθύνη.
Και εδώ υπάρχει και το άλλο ευθύνη και αυτή η ευθύνη.
Όλοι μαζί να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, όχι τα εύκολα.
Δεν είναι καθόλου λίγοι οι Έλληνες αυτοί και αυξάνονται.
Αυξάνονται λοιπόν.
Αυξάνονται.
Και έξω αυτού πιστεύω ότι Αν προλάβουμε, μπορεί να κερδίσουμε το παιχνίδι.
Υπάρχει κάτι που λένε οι Αγγλοσάξονες, ίσως, Too Little Too Late, δεν ξέρω, αν θα είναι πολύ λίγο, πολύ αργά.
Δεν είναι λίγο.
Έχει, κατά τη γνώμη μου, έχει δέμα σε αυτή η ιστορία, δηλαδή, αρκετό όγκο.
Τώρα, αν είναι πολύ αργά, θα φανεί.
Είναι και σε μια ρευστότητα η παγκόσμια…
η παγκόσμια κοινωνία είναι σε ρευστότητα και ίσως αυτό λειτουργεί εις όφελός μας διότι θα δώσει ίσως καινά και ευκαιρίες αν φανούν που εμείς, πελτιώνοντας τους εαυτούς μας και γεννώμενοι, πιο δυναμικοί στη διεκδίκηση λύσεων και όχι ουρλιαχτών και συνεχούς απαίτησης και να χρησιμοποιήσουμε και εργαλεία που έρχονται από έξω και έτσι και έλλιος χρησιμοποιούμε Έχει στείλος και συμπούμες αυτό, δεν είμαστε αργοί.
Είμαστε ένας γρήγορος λαός σε αυτά τα θέματα.
Είμαστε ένας γρήγορος λαός.
Έχουμε ακόμη, ακόμη στοιχεία που μπορούν να μας κρατήσουν ψηλά.
Ωραία.
Μετά λοιπόν από όλα αυτά, που αφήνεται και έναν αισιόδοξο τόνο για το μέλλον…
Επίσης νομίζω όλοι και όσες και όσες μας βλέπουν και μας ακούν…
Δεν είναι politicaly correct, είναι correct.
Δεν είναι correct.
Απλώς correct.
Θέλω να δοκιμάσουμε να κάνουμε μια πρόβλεψη.
Όχι ως πρόβλεψη, ως συζήτηση, ως παιχνίδι.
Πώς θα μοιάζει η Ελλάδα και η ελληνική κοινωνία και ο Έλληνας σε 100 χρόνια από σήμερα.
Βεβαιώ, εσείς έχετε μια εικόνα πολύ καλύτερη από όλων μας για την εξέλιξη.
Εντάξει, αν κάνουμε παιδιά…
Αν κάνουμε παιδιά…
Αν κάνουμε παιδιά θα υπάρχουν 100 χρόνια.
Έχει σημασία αυτό που σας λέω.
Αν αφομοιώσουμε ένα ποσοστό των ανθρώπων που έχουν έρθει τα τελευταία 40-50 χρόνια…
Θα υπάρχουν.
Το δημογραφικό είναι το μεγάλο πρόβλημα.
Όσο θεωρούμε δεδομένο ότι μέχρι το τέλος του αιώνα που ζούμε…
ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί.
Αυτή είναι λοιπόν μία από τις δυνάμεις που θα επηρεάσουν το πώς εξελίσσεται η κοινωνία μας.
Μπορεί να ανασταλεί όμως.
Ποιες είναι οι άλλες δυνάμεις που θα επηρεάσουν το πώς θα πάει η κοινωνία μας, αν θα προοδεύσουμε, αν θα γίνουμε λιγότερο συντηρητικοί.
Βλέπουμε στις έρευνες που κάνουμε ότι ακόμα πολλοί Έλληνες δηλώνουν θρήσκοι, 83% ότι πιστεύουν στον Θεό, έξω στους δέκα βρίσκονται κοντά στη θρησκεία, οι μισοί πηγαίνουν στην εκκλησία μίας-δύο φορές το μήνα τουλάχιστον εκτός μυστηρίων γάμων κτλ.
Ποιες είναι οι δυναμικές που μπορούμε να περιμένουμε για την εξέλιξη της κοινωνίας.
Αυτά τα νούμερα είναι υψηλά αλλά είναι μικρότερα από ό,τι ήταν στο παρελθόν.
Προς τα που πάμε.
Κοιτάξτε, αυτό θα εξαρτηθεί από πολλά.
Μπορείς να πεις.
Είναι τέτοια η ρευστότητα στον κόσμο.
Αυτή τη στιγμή αλλάζει κάτι που είχε ισχύσει τα τελευταία 600 χρόνια.
Δηλαδή η δύναμη της δύσης.
Αν πράγματι η δύναμη της δύσης μετακινείται πλέον από τη δύση του κόσμου, μετακινείται από τη δύση στην Ανατολή, θα έχουμε εξελίξεις που θα επηρεάσουνε πάρα πολύ την Ελλάδα.
και εξαρτάται τι θα γίνει με τη δύναμη της Τουρκίας, που είναι ο ισχυρός γείτονας και είναι μουσουλμάνος και το Ισλάμ είναι σε άνθηση.
Επομένως εδώ έχουμε δύσκολες συγκυρίες αν τα δει κανείς και ολιγανθρωπία και άμεση γειτνίαση με μουσουλμανικές χώρες που είναι διεκδικητικές και εις βάρος της Ελλάδος.
Επομένως έχεις ένα σφίξιμο και…
τι να πω, ένα στοχασμό.
Ωστόσο, μπορεί οι σχεδόν 500.000 Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό, νέα παιδιά και που κάνουν καριέρα τώρα σε διάφορες πλευρές της παγκόσμιας οικονομίας, Μπορεί δυνάμει να παίξουν ένα μεγάλο ρόλο ξανά στην ελληνική κοινωνία, όπως έπαιξε στο 19ο αιώνα, ή εκτός Ελλάδος-Ελλάδα, που ήτανε κλάσεις πιο επιδραστικοί, ας πούμε, στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, από ότι εντός της Ελλάδος-Κοινωνίας.
Μπορεί να συμβεί αυτό.
και να έχουμε εξ’ αυτού έναν καλύτερο συντονισμό της ελληνικής ζωής με τις πρωτοπορίες που υπάρχουν σε χώρες στο εξωτερική, δεν είναι όλες οι χώρες επιτυχημένες αλλά αυτές που είναι επιτυχημένες μπορούμε να τις παρακολουθούμε. Είμαστε ένας λαός που ένα από τα χαρακτηριστικά μας και ακόμη τα έχουμε είναι…
Στο 19ο αιώνα που οι Έλληνες επιχειρηματίες ήταν εντυπωσιακοί στη Μεσόγειο τουλάχιστον και όχι μόνο και στη Μαύρη Θάλασσα και στη Νότια Ρωσία και στην Ευρώπη σε διάφορα σημεία της Ευρώπης, υπήρχε η φράση στον Ευρωπαϊκό κόσμο ότι ο Έλληνας είναι σαν το νερό, χώνεται σε κάθε τρύπα.
Δηλαδή επιχειρηματικά έπιανε κάθε ευκαιρία και τσούπ την προχωρούσε.
Είτε επιτυχώς, είτε αποτυχημένα, αλλά πάντως την έπιανε την ευκαιρία και την προχωρούσε.
Πιστεύω ότι έχουμε ακόμη κάτι από αυτή την πλευρά.
Και επομένως με λίγο να μας κρατηθεί η ειρήνη, να μην έχουμε πόλεμο και να μην…
γιατί εκεί θα έχουμε ιστορίες.
Καλά, για κάθε λαό φυσικά ισχύει, αλλά για μας ίσως πιο πολύ, ο κίνδυνος είναι πιο απτός, μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Και με αυτή την αισιόδοξη νότα, θα κλείσουμε εδώ.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για αυτή την κουβέντα.
Να είστε καλά!