Παρισταμένη .: Πίστη .: Ματιά
 

Παρισταμένη

Μια θρησκευτική μαντινάδα, ένας Επιτάφιος Θρήνος, γραμμένος στην Κρήτη περί το 1860

Γράφει: Matia Gr
Παρισταμένη

Παρισταμένη στο Σταυρό η Πάναγνος Μαρία,
η Θεοτόκος Δέσποινα, των πάντων η Κυρία.

Και βλέπουσα κρεμάμενον εν ξύλω τον Σωτήρα,
Τον Ποιητή της κτήσεως και νόσων Ιατήρα

Κατανοούσα τας πληγάς, των ήλων και την λόγχην,
τον φονευτήν και άνομον αγνωμοσύνη τόσην

Μη δυναμένη των φλογών και τας μοιρολογίας
κρατούσα ολοφύρετο πολλάς ηδυπαθείας

Μετά βαρέως στεναγμούς και πόνους της καρδίας
προς του Χριστού την συμφορά αυτήν μοιρολογίας

Ω τέκνο μου γλυκύτατο, πολλά ηγαπημένο
πώς υπομένεις στο Σταυρό θάνατο υβρισμένον

Τους εμπαιγμούς και ραπισμούς, ύβρεις και βεβηλώσεις,
στέφανον τον ακάνθινον, την λόγχην και τας πόσεις

Ω ουρανοί χαλάσατε, πλακώσατε την μάνα
όπου για πίκρες και καημούς την έκανε η Άννα

Χολήν και όξος κάλαμον, τας αταξίας τάλας των μιωφώνων και δηνών έχουν καταμεγάλας

Ω Ιησού γλυκύτατε, πολλά ηγαπημένε,
Μονογενή μου ακριβέ πολλά τυρανισμένε

Πώς εν τω ξύλω κρέμεσαι γυμνός τετημημένος
όπου υπό των Σεραφείμ είσαι ευλογημένος

Εγώ ’μαι μάνα, τέκνο μου απομεμονωμένη
και ποιος θα με παρήγορει την πολυπικραμένη

Πόσο όμορφος κι ανίδεος φαίνεσαι τοις ορώση όπου εστόλισες την γη με ομορφία τόσην

Και ως κακούργος κρέμεσαι μη έχων αμαρτία
ουκ έστιν αμαρτάνουσι παρέχει σωτηρία

Τέκνο μου γιατί κρέμεσαι εις τον Σταυρόν επάνω
ας ήτο δυνατό κι εγώ, μαζί σου να πεθάνω

Τι πονηρόν εποίησας τέκνον της οικουμένης
τοις αχαρίστοις και τυφλοίς κακίστοις Φαρισαίοις

Μανάδες που γεννήσατε, ελάτε κλάψατε με,
το Τέκνον μου σταυρώσανε, παρηγορήσετε με

Έναν Υιόν Μονογενή, Θεόν χαριτωμένον
Τον έχουν χωριστά από με στο ξύλο Σταυρωμένον

Τι ξαφνικόν μαχαίριον εμπήκε στην καρδιά μου
να βγάλω απ’ τας αγκάλας μου την μόνη συντροφιά μου

Υιέ μου αγαπημένε μου, η εδική σου πίκρα
και τα πολλά σου βάσανα αλλού δεν εφανήκαν

Τους ασθενείς ιάτρευες, όλους τους παραλύτους,
Εβραίους τε και Έλληνες, ξένους και προσηλύτους

Εκατοντάρχου τον Υιόν, ερύσω του θανάτου
και τον τις χείρας έγειρας εξ άδου κατωτάτου

Ω Ιουδαίοι άνομοι και αρνηταί Κυρίου
απάνθρωπα αγνώμοσοι υπέρ παντός θηρίου

Ω δια ποίον φταίξιμον Πιλάτου τον ζητείται
Τον Ιησού σταυρώσατε τον Βαραββά αφήτε

Αχρείοι και αχάριστοι εις τας ευεργεσίας
και χαρισταί του Ιησου από τας τόσας χρείας

Σας έσωσα, σας λύτρωσα κινδύνω και θανάτω
ως Κτίστης Παντοδύναμος πάντα πολλώ και πράττω

Εν τη ερήμω έτρεφες ημάς ποικιλοτρόπως
ημέρας τεσσαράκοντας Χριστός και φιλανθρώπως

Έσχισε και την θάλασσα δια να σας λυτρώσει
εκ της δουλείας Φαραώ θέλων εσάς να σώσει

Μέλι και γάλα ρέουσα, γη της επαγγελίας
πολλάς πληστίας προς εσάς, πολλάς ευεργεσίας

Πού είναι Τέκνο οι φίλοι Σου, πού είναι οι μαθητές Σου
όλοι Σ’ απαρνηθήκανε, έκαστος έφυγε Σου

Μα εσύ, ω ασεβέστατε Ιούδα Ισκαρίωτη,
επρόδωσες τον Δάσκαλον, Υιόν μου κι Δεσπότη

Αντί του μάνα [email protected],τον Σταυρό, όξος αντί το γάλα,
αντί του μέλι την χολήν, τον σπόγγον και τα άλλα

Άγνωστε και τρισάθλιε με τόσην ασεβείαν
επρόδωσες τον Ιησού με την απανθρωπία

Ποτέ σου δεν επείνασες, ποτέ δεν εγυμνώθεις
και ηθέλησες τον δάσκαλον να τον επαραδώσεις

Και σεις βουνά χαλάσατε, όρη πλακώσατε με,
μανάδες λυπηθείτε με, όλες πονέσατε με

Πικραίνομαι πάρα πολύ η πολυπικραμένη
διότι βλέπω κι έμεινα ως ορφανή και ξένη

Δεν έχω Υιέ μου δάκρυα ποτάμια να Σου χύσω
την θλίψη μου την άμετρον να Σου την παραστήσω

Γλυκύτατε μου Ιησού, μέσα στα σωθικά μου
ήρθε μαχαίρι άξαφνα κι έκοψε την καρδιά μου

Τέκνο αγαπημένο μου και πολυπόθητο μου
τα δάκρυα εσκοτίσαν το φως των οφθαλμών μου

Γλυκύτατε μου Ιησού, θωρώ σε σταυρωμένα,
δεν δύναται τα μάτια μου Υιέ μου να υπομένω

Είσαι ο πάντων ποιητής, Υιός μου και Θεός μου
και καταδέχθεις να γενείς άνθρωπος εις τον κόσμον

Σάρκα ανθρωπίνην, φόρεσες για να την θανατώσεις
κι εκ των αχράντων Σου χειρών τον κόσμο να λυτρώσεις

Ένεκα των αμαρτωλών και ταπεινών ανθρώπων
απέθανες παιδάκι μου στου Γολγοθά τον τόπον

Γι’ αυτά τα άμετρα καλά που κάνεις κάθε μέρα,
Υιέ μου σε σταυρώσανε σε κάθε μια χέρα

Εσύ όπου εκρέμασες την μέση των υδάτων,
κρέμεσαι τώρα στο Σταυρό, κριθής απ’ τον Πιλατον

Ω που κάνες τους Ουρανούς, όμοιους ποιητάδες,
εξάπλωσες τας χείρας Σου, μέσα σε δυο ληστάδες

Μικροί – μεγάλοι κλάψατε, δάκρυα να σμιχθούσι
και μένα την τρισάθλια μάνα να λυπηθούσι

Με σίδερον ομότατον είναι προσηλωμένος,
το αίμα τρέχει εξ αυτών σπλάχνο τετημημένον

Βλέπω Χριστέ την άχραντον και θείαν κορυφήν Σου,
με στέφανον άκανθινον Σου στέφουν την ζωή Σου.

Λάλησον, Τέκνον, λάλησον δως μου παρηγορίαν
της τεθλημένης Σου μητρός της ορφανής Μαρίας

Παρακαλώ Σε άνοιξε το άγιο Σου στόμα
να μου μιλήσεις της φτωχής, πριν να μπεις εις το χώμα

Ανοίξας δε ο Ιησούς, τους όφθαλμους και είδε
πώς έκλαιγε η μητέρα του και με την λύπη είπε

Διψώ και δώστε μου νερό, ολίγον εις το στόμα,
τα χείλη μου ξεράθηκα, η γλώσσα και το στόμα

Ως ήκουσεν η Δέσποινα, τους λόγους του Κυρίου,
εβόησεν οδυνηρώς, μετά κλαυθμού και θρήνου

Ω θάλασσες και πόταμοι, και βρύσες ξεραθεί τε,
λαγκάδια, όρη και βουνά τη μάνα να πα βρείτε

Εις τον Σταυρόν εδίψασε ο Ποιήτης υδάτων
και της θαλάσσης ο κρατών ποιών βουλή και πράττων

Χολήν και όξος ω Υιέ, σήμερον σε ποτίζουν,
και της μητρός της ταπεινή, τα σωθικά θερίζουν

Και ούτως έσυρε φωνήν, Χριστέ προς τον Πατέρα,
κλίνοντας και την κεφαλή, παρέδωσε το πνεύμα

Και πού να κλίνω κεφάλην, πού να βρω μιαν ελπίδα,
πού να βρω μια παρηγοριά, εις τον καημό που είδα

Θαμπώνονται και τρέμουνε τα πονεμένα μέλη
ώσπερ κατακεντούμενα με ξίφη και με βέλη

Ω Τέκνο μου γλυκύτατον και πολυπόθητον μου
κι από τη λύπη την πολλή, θαμπώνεται το φως μου

Πού ‘ναι Γυιέ μου το κάλος σου, πού είναι η ωραιότης,
η οψις Σου η ευγενική και θεία Σου φαιδρότης

Δεν Σε γνωρίζω Τέκνο μου γιατί είναι ματωμένα
τα μέλη Σου τα τρυφερά, τα καταξεσκισμένα

Και κλάψατε με άπασαις μαθήτριαι Κυρίου
ίνα συγκοινωνήσουμε ζωής του αιωνίου

Και μοναχήν μ’ αφήκατε με θλίψεις κι απορίας
με στεναγμούς και οδυρμούς, την ορφανή Μαρία

Τώρα σε βλέπω φανερά εις τον Σταυρόν επάνω
πώς τώρα ζω, καλύτερα ήθελα να πεθάνω

Κλίνε Σταυρέ πανάγιε, ξύλον ευλογημένο,
όπου βαστάζεις τον Χριστόν, σαρκεί προσηλωμένον

Σκύψε Σταυρέ να δυνηθώ να Σε καταφιλήσω
Τον Ποιητήν μου και Θεόν να αποχαιρετήσω

Σταυρέ μου αγιώτατε λυπήσου τον καημόν μου
κλίνε ολίγον προς εμέ να πιάσω τον Υιόν μου

Λυπήσου με την ταπεινή, κλίνε την κορυφήν Σου,
αν τύχη να με λυπηθούν και τούτον να μ’ αφήσουν

Να αγκαλιαστώ το Τέκνο μου το πολυαγαπημένο
και να φιλήσω τον Σταυρό όπου ναι Σταυρωμένο

Παρών δε και ο Ιωσήφ από Αριμαθείας
φίλος δεν ήτο του Χρίστου πιστός αλλά κρυφίας

Δως μου λοιπόν παρακαλώ τον Ιησού τον ξένον
όπου επίβούλος μαθητής Τον έχει προδομένον

Δως μου το σώμα του Χριστού για να το κατεβάσω
από το ξύλο του Σταυρού να πάω να Το θάψω

Και ευλαβώς και θρηνηδώς ο Ιωσήφ βαστάζων
το σώμα του Πανάγιου εβόησε κραυγάζων

Μεγαλύνω τα Πάθη σου υμνώ και την Ταφή Σου
και προσκυνώ δοξολογώ την συγκαταβασίν Σου

Η δε Παρθένος Δέσποινα αρχίνισε να κλαίει
προς τον Υιόν της και Θεόν τέτοια λόγια να λέει

Θανατωμένων Σε θωρώ και καταπληγωμένον
δεν δύναται τα μάτια μου Υιέ μου να υπομένω

Άνοιξε τα ματάκια Σου και δες την πονεμένη
εμένα που σ’ ανάθρεψα την πολυπικραμένη

Ελάτε όλοι κλάψετε τον Ποιητή του κόσμου
που για την σωτηρία Σου έγινε ο Υιός μου

Ελάτε μαθητάδες Του και δείτε τον Χριστό σας
και κλάψετε όλοι εμέ και τον Διδάσκαλό σας

Προφήται και Αρχιερείς του κόσμου διδασκάλοι
ελάτε να πονέσετε την λύπη την μεγάλη

Χριστέ μου και μακρόθυμε, Τέκνον αγαπημένον
και σ’ ίντα σπίτι σ’ έβαλαν, μαύρο κι αραχνιασμένο

Λάλησον Αναστάσιο, Υιού Θεού και φως μου,
εις άφεσιν και λύτρωσειν, κοινώς παντός του κόσμου

Όπως και εγώ χαρίσωμαι μετά των μαθητών Σου
εις όψιν και κατάπτωσιν και μίση των εχθρών Σου

Ταύτα και περισσότερα μετά κλαυθμού βοώσα
η Θεοτόκος αληθώς έμεινε καθορώσα

Τον Ιησού σταυρώσατε σαρκί προσηλωμένον
και από πάντων των εχθρών άτακτα υβρισμένον

Συμφώνως όλοι οι πιστοί μητέραν την αγίαν
η του Παντάνακτος ημών Θεού η σωτηρία

Ας την εγκωμιάσομεν την Κεχαριτωμένη
και υπό αγγέλων και βροτών αεί ευλογημένη

Άσπιλε παναμώμητε άφθορε Παναγία
απελπισμένων η ελπίς και πάντων σωτηρία

Παντάνασσα πανήμνυται μήτερ ευλογημένη
βασίλισσα κυρία μου, υπέρ δεδοξασμένη

Παρακαλώ σε Δέσποινα δια να μεσιτεύσεις
προς τον Υιόν σου και Θεόν, να τον παρακαλέσεις

Για μένα τον ανάξιον και παρηρτημένον
αμαρτωλόν και άσωτον και τον απελπισμένον

Δόξασοι Παναγία μου πανήμνυται κυρία
αμαρτωλών βοήθεια και πάντων Σωτηρία

Ίνα δοξάσω δια σε τον Πλάστη και θεόν μου
τον Ευεργέτη του παντός και Λυτρωτή του κόσμου

Δόξα Σοι, δόξα τω Πατρί και κείνος που σταυρώθει
θέλησε μ’ ευσπλαχνία του, τον κόσμο να λυτρώσει

Ναι Τέκνο μου γλυκύτατο πολύ παρακαλώ Σε,
συγχώρηση των Χριστιανών και άφεση τους δώσε

Δόξασοι τω πανάχραντο Πατρί, Υιώ και Πνεύμα,
νυν και αεί και συν αυτούς εις πάντας τους αιώνας.

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί έργο προσωπικής του έρευνας και εργασίας. Έχει γίνει προσπάθεια να σας παρέχει αντικειμενική πληροφόρηση, αλλά σε θέματα υγείας, διατροφής και όχι μόνο, πάντοτε πρέπει να ζητάμε τη συμβουλή ενός ειδικού.