ΚΑΠΟΙΟ ΜΕΡΑΚΙ

ΚΑΠΟΙΟ ΜΕΡΑΚΙ

ΚΑΠΟΙΟ ΜΕΡΑΚΙ

Μέσ’ στη φουρτούνα, μέσα στο πέλαγο
σαν μια σταγόνα, μικρό σημαδάκι,
όσο ερχότανε, τόσο μεγάλωνε,
μέσα στα κύματ’ άσπρο καραβάκι.

Μικρό παιδί στου χειμώνα την παγωνιά,
κοίταζα το καράβι από κάποια πλαγιά,
σαν έφτανε στον όρμο κι όταν αναχωρούσε,
με το γνωστό του σφύριγμα με αποχαιρετούσε.

Το έβλεπα σαν έστεκε να περιμένει
νάρθουν οι βαρκούλες να το καλοσωρίσουν.
Ήταν όμορφο, κάτασπρο σαν περιστέρι.
Τη σκέψη μου έπαιρνε, αλλού να την πηγαίνει.

«Γλάρο» το έλεγαν το καραβάκι,
που εταξίδευε σε θάλασσα πλατειά.
Ήταν για μένανε κάποιο μεράκι
το να με πάει μακρυά στην ξενητειά.

Χρόνια τ’ αγνάντευα. Κι ονειρευόμουν.
Ίσως κάποτε, κάποια μέρα και γώ,
νάφευγ’ απ’ το νησί την τύχη μου να βρώ.
Δεν ήταν όμως εύκολο. Γι αυτό αναρωτιώμουν.

Ώσπου μία μέρα, κάποιο πρωϊνό,
πριν να βγεί ο ήλιος στα γνωστά λαγκάδια,
μπήκα στο καράβι με στόμα στεγνό,
με θολό το βλέμμα και τη σκέψη άδεια.

Βαρειά η καρδιά από τις συγκινήσεις.
Δώσε της Θεέ μου λίγο κουράγιο,
νάβρει το δρόμο της, να ξεκινήσει,
να ξαποστάσει, να βρεί μουράγιο.

Έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια.
Ράγισ’ η καρδιά. Έγινε κομμάτια.
Τρέχει η σκέψη και σχολιάζει
κάθε τι γνώριμο. Το αγκαλιάζει.

Ο χωρισμός είναι πίκρα μεγάλη
έστω κι αν θέλουμε αλλού να πάμε.
Γιατί όταν φεύγομε, τότε το νοιώθουμε
ότι τον τόπο μας πολύ αγαπάμε.

Είδα τα λαγκάδια να είναι θλιμμένα.
Πολλές μέρες, βράδυα, δεν θα δούν εμένα.
Μα θάναι τα όνειρα με τούτα δεμένα.
Δεν θα τα ξεχάσω που θάμαι στα ξένα.

Κι αυθόρμητα, πό της ψυχής τα βάθη,
στο νού μου έρχεται μία υπόσχεση.
Κάτι σαν όρκος έρχεται να ψυθιρίσω.
Γρήγορα στο νησάκι να γυρίσω.

Ναι! Να γυρίσω με πρώτη ευκαιρία,
που θα βρεθεί μέσ’ στη φτωχή ζωή μου.
Μα είναι η ζωή κακοκαιρία,
και γώ σκουπίδι μέσ’ στην τρικυμία.

Πάει πιά, πολύς χρόνος από τότε.
Όταν το σκέφτομαι, δακρύζω πότε πότε.
Είναι πλανεύτρα η ξενητειά κι αποκοιμάει.
Μα η επιθυμία μου, πάντοτε ξαγρυπνάει.

Γρήγορα στο νησάκι θα γυρίσω,
το κάθε τι μ’ ευλάβεια να προσκυνήσω,
το πράσινο με το γαλάζιο φώς του ν’ αγναντέψω,
κι άλλο καλύτερο ποτέ, να μη γυρέψω!…

Πειραιάς, Δεκέμβριος 1972
Γεώργιος Βελλιανίτης

Σχετικά άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Post comment