Ματιά

Τι σημαίνει… κηλιδώνω

Λερώνω, λεκιάζω, αμαυρώνω, σπιλώνω, ντροπιάζω….

Τι σημαίνει… κηλιδώνω

1 ρυπαίνω με κηλίδες, λερώνω, λεκιάζω, αφήνω στίγματα.

2 μτφ. καταισχύνω, ντροπιάζω, ατιμάζω, κατασπιλώνω, μουντζουρώνω, αμαυρώνω, λασπολογώ, συκοφαντώ.

✍️ Ετυμ. < αρχ. κηλίς[ῑ], -ῖδος, ἡ, 1. κηλίδα, λεκές, βεβήλωση, κηλίδωση, ατίμαση, ιδίως, λέγεται για το αίμα, 2. μεταφ., ψεγάδι, ατέλεια, ελάττωμα, ατίμωση.

📖 π.χ. 👉 “Κηλιδώθηκε το παντελόνι σου από αίμα”.

👉 “Σίγουρα οι αποκαλύψεις αυτές θα κηλιδώσουν τη φήμη του”.

Ζαχαρή Σοφία – Φιλόλογος

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://www.facebook.com/sofiazachari.filologos/

Σχετικά άρθρα