Ματιά

σχόλη ή σχολή

θέμα σχ- του ρ. έχω (Μελ. σχήσω, Αόρ. έ-σχον, Παρακ. έ-σχηκα)

σχόλη ή σχολή

1. σχόλη = αργία

2. σχολή:

στα αρχαία
1. ανάπαυση, ησυχία, απραξία, ελεύθ. χρόνος
2. αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου
3. μελέτη, διδασκαλία, φιλοσοφική συζήτηση
4. τόπος διδασκαλίας, σχολείο

στα νέα
1. φιλοσοφικό σύστημα, επιστημονική μέθοδος, καλλιτεχνική τεχνοτροπία ή λογοτεχνική τάση
2. εκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει ανώτερες σπουδές

Ζαχαρή Σοφία – Φιλόλογος

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://www.facebook.com/sofiazachari.filologos/

Το άρθρο εκφράζει και αντανακλά τις προσωπικές θέσεις και απόψεις του συγγραφέα και αποτελεί προϊόν προσωπικής του εργασίας.

Σχετικά άρθρα